Ο δίκαιος δικαστής
Ήταν μια φορά ένας βασιλιάς, που ήθελε να μάθει αν ήταν αλήθεια, ότι ζούσε στο βασίλειό του ένας δίκαιος δικαστής, που έβρισκε μεμιάς το δίκιο του καθενός. Ο βασιλιάς ντύθηκε έμπορος και τράβηξε για την πολιτεία, όπου ζούσε αυτός ο δικαστής.
Στην είσοδο της πόλης ζήτησε από τον βασιλιά ένας ζητιάνος ελεημοσύνη και αφού ο βασιλιάς του έδωσε, τον παρακάλεσε να τον πάει με το άλογό του στο κέντρο της πόλης. Όταν φθάσανε στο κέντρο της πόλης ο ζητιάνος αρνήθηκε να κατέβει από το άλογο του βασιλιά, υποστηρίζοντας πως αυτό ήταν δικό του!
Γύρω από τους δύο άντρες μαζευτήκανε αργόσχολοι και ακούγοντάς και βλέποντάς τους να μαλώνουν για την ιδιοκτησία του αλόγου, τους συμβούλεψαν να καταφύγουν στον δικαστή, για να βρουν το δίκιό τους.
Ο βασιλιάς με τον ζητιάνο πήγανε στον δικαστή. Εκείνη την ώρα ο δικαστής δίκαζε διάφορες υποθέσεις και περίμεναν οι δυο άντρες τη σειρά τους.
Η πρώτη υπόθεση ήταν η αντιδικία μεταξύ ενός γραμματικού και ενός χωριάτη, οι οποίοι υποστήριζαν πως κάποια γυναίκα ήταν δική τους. Ο δικαστής τους άκουσε και τους δύο προσεκτικά , σώπασε για λίγο και ύστερα είπε:
- Αφήστε τη γυναίκα σ’ εμένα κι ελάτε αύριο, να σας πω την απόφασή μου.
Η επόμενη υπόθεση ήταν η αντιδικία ενός χασάπη κι ενός λαδέμπορα . Ο χασάπης ήταν γεμάτος αίματα και ο λαδάς ήταν γεμάτος λάδια. Ο χασάπης κρατούσε στα χέρια του κάτι νομίσματα, ενώ ο λαδάς έσφιγγε το χέρι του χασάπη.
Ο χασάπης είπε:
-Αγόρασα από αυτόν εδώ τον άνθρωπο λάδι, και την ώρα που έβγαλα το πουγκί μου να πληρώσω, με έπιασε από το χέρι και ήθελε, να μου πάρει όλα τα λεφτά. Εγώ κρατάω στο χέρι τα νομίσματα κι αυτός κρατάει εμένα από το χέρι. Μα τα λεφτά είναι δικά μου κι αυτός είναι κλέφτης.
Ο λαδάς πάλι είπε:
- Λέει ψέματα. Ο χασάπης ήρθε σ’ εμένα ν’ αγοράσει λάδι. Όταν του γέμισα ένα λαγήνι, με παρακάλεσε να του αλλάξω μια λίρα, για να πληρώσει. Έβγαλα τα χρήματα και τ’ ακούμπησα στον πάγκο. Εκείνος τότε άρπαξε τα χρήματα κι ήθελε να το σκάσει. Τότε εγώ τον έπιασα από το χέρι και τον έφερα εδώ.
Ο δικαστής σώπασε για λίγο κι ύστερα είπε:
- Αφήστε τα λεφτά κι ελάτε αύριο.
Όταν ήρθε η σειρά του βασιλιά και του ζητιάνου, είπαν και οι δυο την δική τους εκδοχή και διεκδίκησε ο καθένας του την ιδιοκτησία του αλόγου. Ο δικαστής σκέφτηκε και είπε:
- Αφήστε μου το άλογο κι ελάτε αύριο.
Την άλλη μέρα οι διάδικοι παρουσιαστήκανε μπροστά στον δικαστή, περιμένοντας τις αποφάσεις του. Πρώτοι πλησίασαν ο γραμματικός και ο χωριάτης:
- Πάρε τη γυναίκα σου, είπε στο γραμματικό. Και του χωρικού να του δώσετε πενήντα ραβδιές, είπε στους ραβδούχους ο δικαστής.
Μετά ο δικαστής κάλεσε το χασάπη:
- Τα χρήματα είναι δικά σου. Στον λαδέμπορο να ρίξετε πενήντα ραβδιές, παρήγγειλε στους ραβδούχους ο δικαστής.
Τέλος ο δικαστής κάλεσε τον βασιλιά και τον ζητιάνο.
- Θα γνωρίσεις το άλογό σου ανάμεσα σ’ άλλα είκοσι; ρώτησε ο δικαστής τον βασιλιά.
- Θα το γνωρίσω.
- Κι εσύ;
- Κι εγώ θα το γνωρίσω, είπε ο ζητιάνος.
- Ακολούθησε με , παρήγγειλε ο δικαστής στον βασιλιά.
Πήγανε στο στάβλο. Ο βασιλιάς γνώρισε αμέσως το άλογό του ανάμεσα στ’ άλλα είκοσι και το έδειξε στο δικαστή.
Μετά ο δικαστής κάλεσε το ζητιάνο στο στάβλο και είπε και σ’ αυτόν να αναγνωρίσει το άλογό του. Ο ζητιάνος γνώρισε αμέσως το άλογο και το έδειξε στο δικαστή.
Τότε ο δικαστής γύρισε στη θέση του και είπε στον βασιλιά:
- Το άλογο είναι δικό σου. Να το πάρεις. Όσο για το ζητιάνο, δώστε του πενήντα ραβδιές.
Όταν τέλειωσε το δικαστήριο, ο δικαστής τράβηξε στο σπίτι του κι ο βασιλιάς τον ακολούθησε.
- Τι συμβαίνει λοιπόν; Μήπως δεν είσαι ευχαριστημένος με την απόφασή μου; τον ρώτησε ο δικαστής.
- Όχι, είμαι ευχαριστημένος, είπε ο βασιλιάς. Θέλω μόνο να μάθω, πώς κατάλαβες, πώς η γυναίκα ήταν του γραμματικού κι όχι του χωρικού, πώς τα χρήματα ήταν του χασάπη κι όχι του λαδά και πώς το άλογο ήταν δικό μου κι όχι του ζητιάνου.
- Να πώς έμαθα για τη γυναίκα. Την κάλεσα το πρωί και της είπα "Βάλε μελάνι στο μελανοδοχείο μου". Εκείνη πήρε το μελανοδοχείο, το έπλυνε και σβέλτα έβαλε μελάνι. Πάει να πει, πως τη δουλειά αυτή την είχε συνηθίσει να την κάνει. Επομένως ο γραμματικός είχε δίκιο.
Για τα χρήματα πάλι, να πώς έμαθα την αλήθεια. Έβαλα αποβραδίς τα νομίσματα σε μια κούπα με νερό και σήμερα το πρωί κοίταξα να δω αν υπήρχε λάδι. Αν τα νομίσματα ήταν του λαδά, θα είχανε λάδι από τα χέρια του τα λαδωμένα. Αλλά στο νερό δε βρέθηκε ίχνος λαδιού. Πάει να πει, πως ο χασάπης είχε πει την αλήθεια.
- Για το άλογο ήταν πιο δύσκολο να μάθω την αλήθεια, γιατί ο ζητιάνος, όπως κι εσύ, αναγνώρισε αμέσως το άλογο ανάμεσα στ’ άλλα είκοσι. Μα εγώ δε σας πήγα στο στάβλο, για να δω αν θα γνωρίσετε το άλογο, αλλά για να δω ποιον από τους δυο, θα γνωρίσει το άλογο! Όταν το πλησίασες εσύ, γύρισε το κεφάλι του και το τέντωσε προς εσένα, ενώ όταν το άγγιξε ο ζητιάνος, ζάρωσε τ’ αυτιά του και σήκωσε το πόδι του. Από αυτό κατάλαβα, πως εσύ είσαι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του αλόγου.
Τότε ο βασιλιάς γεμάτος θαυμασμό, του είπε:
- Δεν είμαι έμπορος κύριε δικαστά. Είμαι ο βασιλιάς της χώρας! Ήρθα εδώ, για να δω με τα μάτια μου, αν είναι σωστά, όσα λένε για σένα. Και είδα, πως είσαι στ’ αλήθεια ένας σοφός δικαστής. Ζήτησέ μου, ότι επιθυμείς και θα το έχεις ως ανταμοιβή.
- Δε χρειάζομαι ανταμοιβή, απάντησε ο δικαστής. Είμαι ευχαριστημένος, που με παινεύει ο ίδιος ο βασιλιάς μου!