Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Το ποτάμι και η άμμος της ερήμου


Ένα αφρισμένο ποτάμι έφτασε μια μέρα σε μια έρημο.
Με έκπληξη αντιλήφθηκε, πως δεν μπορούσε να τη διασχίσει!
Το νερό του εξαφανιζόταν όλο και πιο γρήγορα στη λεπτή άμμο!
Τότε φώναξε με απελπισία:
– Η μοίρα μου είναι, να περάσω αυτή την έρημο, αλλά δεν ξέρω με ποιον τρόπο.
Η φωνή της ερήμου απάντησε με την κρυφή γλώσσα της φύσης:
– Ο άνεμος διασχίζει την έρημο. Το ίδιο μπορείς να κάνεις κι εσύ.
– Όσο προσπαθώ, τόσο απορροφιέμαι στην άμμο. Ακόμα κι αν ριχτώ όλο στην έρημο, δεν μπορώ να διασχίσω παρά μια ελάχιστη απόσταση, είπε το ποτάμι.
– Ο άνεμος δε ρίχνεται ενάντια στην άμμο της ερήμου, του απάντησε η φωνή.
– Ναι, αλλά ο άνεμος μπορεί να πετάει, ενώ εγώ δεν μπορώ.
– Σκέφτεσαι με λανθασμένο τρόπο. Το να προσπαθήσεις να πετάξεις, είναι παραλογισμός. Άφησε τον άνεμο, να σε μεταφέρει πάνω από την άμμο.
– Πώς μπορεί να συμβεί αυτό; είπε το ποτάμι.
– Άφησε τον εαυτό σου, να απορροφηθεί από τον άνεμο.
Το ποτάμι όμως απάντησε, ότι δεν ήθελε να χάσει την ατομικότητά του.
– Αν το κάνω αυτό, ίσως να μην υπάρξω ποτέ ξανά, είπε.
– Αυτό, απάντησε η άμμος, είναι μια μορφή λογικής. Όμως δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Όταν ο άνεμος απορροφήσει το νερό σου, θα το μεταφέρει πάνω από την έρημο και έπειτα θα το ξαναρίξει σαν βροχή. Η βροχή θα γίνει και πάλι ένα ποτάμι.
– Πώς μπορώ να βεβαιωθώ ότι αυτό είναι αλήθεια; ρώτησε το ποτάμι.
– Αλήθεια είναι. Και οφείλεις να το πιστέψεις. Διαφορετικά θα σε ρουφήξουν οι άμμοι, για να σχηματίσεις μετά από πολλά-πολλά χρόνια ένα τέλμα.
– Αλλά αν αφεθώ στον άνεμο, να με απορροφήσει, θα μείνω το ίδιο ποτάμι, που είμαι τώρα; ρώτησε το ποτάμι.
– Σε καμιά περίπτωση δεν μπορείς να μείνεις το ίδιο ποτάμι, που είσαι σήμερα. Δεν έχεις τη δυνατότητα επιλογής. Απλώς φαίνεται ότι την έχεις. Ο άνεμος θα μεταφέρει την ουσία σου, το λεπτότερο μέρος σου. Όταν γίνεις ξανά χείμαρρος στο βουνό, πέρα από την άμμο της ερήμου, οι άνθρωποι θα σε φωνάζουν με διαφορετικό όνομα. Εσύ όμως θα ξέρεις, πως ουσιαστικά θα είσαι ο ίδιος. Σήμερα αποκαλείς τον εαυτό σου σαν τάδε ποτάμι, επειδή δεν ξέρεις, ποιο μέρος σου είναι η πραγματική σου ουσία.
Έτσι το ποτάμι πέρασε την έρημο, αφήνοντας τον εαυτό του, να ανυψωθεί στην αγκαλιά του φιλόξενου ανέμου. Αυτός το περισυνέλεξε αργά και προσεκτικά κι έπειτα το εναπόθεσε ευγενικά και στοργικά πάνω στα βουνά ενός μακρινού τόπου.
– Τώρα, είπε το ποτάμι, έμαθα την αληθινή μου φύση και ουσία!
Είχε όμως ένα ερώτημα, που τον βασάνιζε μέσα του, καθώς κυλούσε:
– Γιατί δεν μπορούσα να το σκεφτώ από μόνος μου, να χρησιμοποιήσω τον άνεμο, για να διασχίσω την έρημο; Γιατί έπρεπε να μου το πει η άμμος της ερήμου; Τι θα συνέβαινε, αν δεν είχα δώσει προσοχή, σε ότι αυτή μου είπε ή δεν έπειθα τον εαυτό μου, να ακολουθήσει τη συμβουλή της;
Ξαφνικά μια μικρή φωνή τού απάντησε.
Προερχόταν από έναν κόκκο άμμου.
– Μόνο η άμμος της ερήμου το ξέρει, γιατί το έχει δει επανειλημμένα να συμβαίνει. Η έκτασή της είναι μεγάλη. Από το ποτάμι μέχρι το βουνό. Αποτελεί τον κρίκο. Και πρέπει να κάνει τη δουλειά της, όπως και κάθε τι άλλο. Ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να ταξιδέψει το ποτάμι της ζωής, είναι γραμμένος στην άμμο της ερήμου!

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

Το μυστικό της ευτυχίας


Κάποιος έμπορος έστειλε το γιο του να μάθει το μυστικό της ευτυχίας με τον σοφότερο των ανθρώπων. Το αγόρι βάδιζε σαράντα μέρες στην έρημο, ώσπου τελικά έφτασε σ’ ένα ωραίο κάστρο, στην κορυφή ενός βουνού. Εκεί κατοικούσε ο σοφός που το αγόρι αναζητούσε.
Αντί όμως να συναντήσει έναν άγιο άνθρωπο, ο ήρωας μας μπήκε σε μια αίθουσα γεμάτη κίνηση. Έμποροι μπαινόβγαιναν, άνθρωποι συζητούσαν στις γωνίες, μια μικρή ορχήστρα έπαιζε απαλές μελωδίες και υπήρχε ένα πλούσιο τραπέζι στρωμένο με τα πιο νόστιμα φαγητά εκείνης της περιοχής του κόσμου.
Ο σοφός συζητούσε με όλους και το αγόρι έπρεπε να περιμένει δυο ώρες, ώσπου να φτάσει η σειρά του να τον δεχθεί.
Ο σοφός άκουσε προσεκτικά το λόγο της επίσκεψης του αγοριού, του απάντησε όμως, ότι εκείνη τη στιγμή δεν είχε χρόνο, για να του εξηγήσει το μυστικό της ευτυχίας. Πρότεινε στο αγόρι, να κάνει μια βόλτα μέσα στο παλάτι του και να ξαναγυρίσει σε δυο ώρες.
- Στο μεταξύ, θέλω να σου ζητήσω μια χάρη, είπε ο σοφός κι έδωσε στο αγόρι ένα μικρό κουτάλι, στο οποίο έριξε δυο σταγόνες λάδι. Καθώς περπατάς, κράτα αυτό το κουτάλι, προσέχοντας να μην χυθεί το λάδι.
Το αγόρι άρχισε να ανεβαίνει και να κατεβαίνει τις σκάλες του κάστρου, μην αφήνοντας το κουτάλι από τα μάτια του. Δυο ώρες αργότερα παρουσιάστηκε στον σοφό.
- Λοιπόν, ρώτησε ο σοφός,, πρόσεξες πόσο όμορφα είναι τα περσικά χαλιά, που υπάρχουν στην τραπεζαρία μου; Απόλαυσες την ομορφιά του κήπου μου, που ο αρχικηπουρός έκανε δέκα ολόκληρα χρόνια να τον φτιάξει; Κοίταξες τις θαυμάσιες περγαμηνές της βιβλιοθήκης μου;”
Το αγόρι ντράπηκε και παραδέχθηκε, ότι δεν είχε δει τίποτα από όλα αυτά. Η μόνη του φροντίδα ήταν, να μην χυθούν οι σταγόνες του λαδιού, που ο σοφός τού είχε εμπιστευτεί.
- Πήγαινε πίσω, λοιπόν, για να δεις τα θαυμάσια πράγματα, που έχω στο κάστρο μου, είπε ο σοφός. Δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι έναν άνθρωπο, αν δεν γνωρίζεις το σπίτι του! Μην ξεχάσεις να πάρεις μαζί του το κουτάλι με τις δυο σταγόνες του λαδιού.
Το αγόρι πιο ήρεμο τώρα πια, έπιασε το κουτάλι και ξεκίνησε πάλι για το γύρο του κάστρου, προσέχοντας αυτήν τη φορά όλα τα έργα τέχνης, που κρέμονταν από το ταβάνι και τους τοίχους. Θαύμασε τους κήπους, τα τριγύρω βουνά, τα ευαίσθητα λουλούδια, πρόσεξε με τι γούστο κάθε έργο τέχνης ήταν τοποθετημένο στη σωστή θέση!
Γυρίζοντας στον σοφό, διηγήθηκε σε αυτόν λεπτομερειακά, όλα όσα είχε δει.
- Πού είναι όμως οι σταγόνες λαδιού που σου είχα εμπιστευτεί; ρώτησε ο σοφός.
Κοιτάζοντας το κουτάλι, το αγόρι κατάλαβε, ότι οι σταγόνες του λαδιού είχαν πέσει στην διαδρομή, που έκανε.
- Να λοιπόν, η συμβουλή που έχω να σου δώσω, είπε ο σοφότερος των σοφών. Το μυστικό της ευτυχίας βρίσκεται, στο να κοιτάζεις τον θαυμαστό κόσμο γύρω σου, χωρίς να ξεχάσεις ποτέ, να έχεις επίγνωση, του τι συμβαίνει μέσα σου. Αλλά επιπλέον η προσοχή σου στον εσωτερικό σου κόσμο , να μην αποτελεί εμπόδιο στο να αντιληφθείς, ότι σου παρουσιάζεται στον κόσμο έξω από εσένα!

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2020

Εκείνη κι εκείνος


Εκείνη κι εκείνος
Είχε αρχίσει να ομορφαίνει η ατμόσφαιρα, όταν εκείνη είπε σε εκείνον:
- Δεν έχω διάθεση. Θα ήθελα μόνο να με κρατήσεις για λίγο στην αγκαλιά σου, να μου μιλήσεις γλυκά κι ύστερα να αποκοιμηθούμε!
- Εεεεεεε, απάντησε εκείνος απορημένος, τι λες τώρα;
Και τότε εκείνη είπε τα λόγια, που τρομάζουν, ότι θα ακούσουν όλοι οι άντρες του πλανήτη, την ώρα που εξωτερικεύουν την ερωτική τους διάθεση:
- Οι συναισθηματικές μου δυνατότητες σαν γυναίκα, φαίνεται ότι δεν είναι αρκετές, για να ικανοποιήσουν τις φυσικές σου ανάγκες σαν άντρα!
Κι όταν εκείνος γύρισε και την κοίταξε με δυο τεράστια ερωτηματικά για μάτια, εκείνη συνέχισε:
- Δεν μπορείς να με αγαπάς, γι’ αυτό που είμαι κι όχι γι’ αυτό, που μπορώ να κάνω για σένα στο κρεβάτι;
Το μόνο που απέμενε λοιπόν σε εκείνον, ήταν να κοιμηθεί. Κι αυτό έκανε!
Την άλλη μέρα το πρωί , που ξυπνήσανε , εκείνος πρότεινε να βγούνε για καφέ . Μετά τον καφέ πήγανε για φαγητό στο αγαπημένο κινέζικο εστιατόριο εκείνης και όταν τελειώσανε το γεύμα , εκείνος θέλησε να συνεχίσουν με μια βόλτα στα μαγαζιά . Μπήκανε σε ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο και εκείνος της είπε, να διαλέξει, ότι θέλει να αγοράσει και να αδιαφορήσει για την τιμή , επειδή ήταν διατεθειμένος, να ξοδέψει, όσα χρήματα χρειαζότανε εκείνη για τα ψώνια της! .
Την συνόδεψε μέσα στο πολυκατάστημα και της έλεγε την γνώμη του για τα φορέματα που εκείνη δοκίμαζε. Βλέποντας την να μην μπορεί να αποφασίσει, ποιο ακριβό φόρεμα θα διάλεγε, για να αγοράσει:
- Πάρτα όλα, της είπε κι εκείνη χάρηκε.
Ήθελε να πάρει επιπλέον καινούργια παπούτσια και εκείνος της είπε, πως μπορεί να πάρει ένα ζευγάρι για κάθε φόρεμα, που είχε αγοράσει κι εκείνη ενθουσιάστηκε.
Πριν πάνε στο ταμείο της πρότεινε να την πάει στο τμήμα κοσμημάτων και να αγοράσει ότι κόσμημα ήθελε από εκεί. Χαρούμενη εκείνη διάλεξε ένα ζευγάρι διαμαντένια σκουλαρίκια με τα ανάλογα βραχιόλια και φυσικά το ασορτί κολιέ και συγκινήθηκε, όταν εκείνος της είπε, πως μπορεί να τα αγοράσει !
Καθώς κρατούσε στην αγκαλιά της τα φορέματα, τα παπούτσια και τα κοσμήματα, είχε φουντώσει από χαρά κι ενθουσιασμό και το πρόσωπό της ήταν γεμάτο χαμόγελο και φλόγα, θαρρείς κόντευε στην σεξουαλική ολοκλήρωση!
Κοίταξε στα μάτια εκείνον και του είπε:
- Νομίζω ότι τελειώσαμε καρδιά μου, Ας πάμε στο ταμείο.
Εκείνος απάντησε ψυχρά, παρά το ότι φαινότανε εκτός εαυτού:
- Όχι, γλυκιά μου, δεν έχω διάθεση.
Το πρόσωπό της άσπρισε και το στόμα της έμεινε ανοιχτό με ένα τεράστιο Τιιιιιιιιιιιιιιι;
Και τότε εκείνος την αποτέλειωσε:
- Κορίτσι μου, θέλω απλώς να κρατήσεις αυτά τα πράγματα για λίγο. Οι οικονομικές μου δυνατότητες σαν άντρα φαίνεται, πως δεν είναι δυνατόν να καλύψουν τις αγοραστικές σου ανάγκες σαν γυναίκα !
Εκείνη του έριξε ένα βλέμμα γεμάτο οργή και θυμό, αλλά πριν προλάβει να πει κουβέντα, εκείνος συνέχισε:
- Γιατί δεν μπορείς να με αγαπάς γι’ αυτό, που είμαι κι όχι γι’ αυτά, που μπορώ να σου αγοράσω;"
Μια πρώτη επιφανειακή ερμηνευτική προσέγγιση της παραπάνω ιστορίας είναι, πως περιγράφει την ανασφάλεια εκείνης , μήπως εκείνος την θέλει μόνο για το sex , αλλά και την ανασφάλεια εκείνου, μήπως εκείνη τον θέλει, μόνο και μόνο για να τις προσφέρει υλικά αγαθά!

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Η Συζήτηση των Κυμάτων


Ήταν ένα μικρό κύμα, που πολύ λυπημένα μονολογούσε:
«Πόσο δυστυχισμένο είμαι, τα άλλα κύματα είναι τόσο μεγάλα και δυνατά και εγώ είμαι τόσο μικρό και ασήμαντο, γιατί να είναι η ζωή τόσο σκληρή;»
Ένα μεγάλο κύμα που βρισκόταν εκεί κοντά, το άκουσε και αποφάσισε να του απαντήσει: «Τα λες αυτά, διότι δεν έχεις κατανοήσει την πραγματική σου φύση. Νομίζεις ότι είσαι ένα κύμα και νομίζεις ότι είσαι μικρό και ασήμαντο, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα από αυτά τα δύο!»
Ξαφνιασμένο το μικρό κύμα απαντά:
«Πως;! Δεν είμαι κύμα;! Μα, δεν βλέπεις τον κυματισμό μου; Δεν βλέπεις τα απόνερά μου; Αν και μικρό, είμαι κύμα! Τι εννοείς λέγοντας ότι δεν είμαι κύμα;»
Ήρεμα το μεγάλο κύμα αποκρίνεται:
«Αυτό που καλείς ʽκύμαʼ δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσωρινή μορφή σου. Στην πραγματικότητα, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά νερό! Όταν κατανοήσεις την βάση της φύσης σου, θα απαλλαχθείς από την μιζέρια σου και θα δεις ότι εγώ είμαι εσύ, εσύ είσαι εγώ, και οι δύο είμαστε κομμάτι του ιδίου Όλου!»
Ο Βασιλιάς και το αλάτι


(Λιβυκό Λαϊκό Παραμύθι)
Ήταν κάποτε ένας βασιλιάς που ζήτησε από τις τρεις κόρες του, να του πουν, πόσο τον αγαπούν. Η μεγαλύτερη απάντησε πως τον αγαπάει, όσο αγαπάει το χρυσάφι, η μεσαία όσο αγαπάει τον ήλιο και το φεγγάρι, ενώ η μικρότερη , πως τον αγαπάει όσο αγαπάει το αλάτι.
Ο βασιλιάς έγινε έξαλλος με την τρίτη του κόρη, καθώς πίστευε, πως το μέγεθος της αγάπης της κόρης του προς αυτόν ήταν ασήμαντο!
Την έδιωξε λοιπόν από το παλάτι, λέγοντάς της, πως δε θέλει να την δει ποτέ ξανά..
Η κοπέλα περιπλανήθηκε για χρόνια παραπονούμενη, που τόσο άδικα την έδιωξε ο πατέρας της. Ένας πρίγκιπας που την συνάντησε, την ερωτεύτηκε και την παντρεύτηκε.
Μετά από πολλά χρόνια έμαθε πως, στο δικό της βασίλειο, θα έδιναν γεύμα προς τιμήν του πατέρα της.
Διέταξε, όλα τα φαγητά που θα σερβιριστούν, να είναι ανάλατα και να μη δοθεί αλάτι, όσο και αν επιμένουν να το ζητούν οι μετέχοντες στο γεύμα!
Όταν ο πατέρας της άρχισε να τρώει, πέταξε θυμωμένος το κουτάλι και είπε, πως είναι όλα άνοστα. Ζήτησε να του δώσουν αλάτι. Αρνήθηκαν και θύμωσε ακόμα πιο πολύ.
«Θα φύγω», φώναζε, «αφού δε μπορείτε να μου δώσετε, κάτι τόσο σημαντικό όσο το αλάτι». Και τότε, η κοπέλα μίλησε:
«Μα εσείς κάποτε διώξετε την κόρη σας, επειδή σας είπε, πως σας αγαπάει σαν το αλάτι και εσείς θεωρήσατε πως το αλάτι είναι ασήμαντο. Πως γίνεται σήμερα να έχετε άλλη γνώμη;».
Ο βασιλιάς την αναγνώρισε και έπεσε στα πόδια της με κλάματα, παρακαλώντας να τον συγχωρέσει. Η κοπέλα τον συγχώρεσε. Του τόνισε πως από δω και πέρα δεν πρέπει, να υποτιμάει τα απλά πράγματα στη ζωή, όπως είναι το αλάτι.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

Η ζωγραφιά της ειρήνης


Mια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς, που πρόσφερε ένα βραβείο στον καλλιτέχνη, που θα ζωγράφιζε την καλύτερη εικόνα της ειρήνης. Βρέθηκαν πολλοί ζωγράφοι, που θέλησαν να δοκιμάσουν τις ικανότητές τους στον διαγωνισμό αυτό και ζωγράφισε ο καθένας του έναν πίνακα.
Ο καθένας παρουσίασε το έργο του. Ο βασιλιάς εξέτασε όλους τους πίνακες και κατέληξε σε δυο, που τον γοήτευσαν πραγματικά και αποφάσισε να επιλέξει ανάμεσά τους.
Η μια από τις δυο εικόνες που επέλεξε, απεικόνιζε μια ήρεμη λίμνη. Η λίμνη έμοιαζε μ΄ ένα τέλειο καθρέπτη, που περιστοιχιζόταν από πανέμορφα, πανύψηλα βουνά. Από πάνω υπήρχε ένας καταγάλανος ουρανός, γεμάτος με μικρά σύννεφα, που έπαιρναν ονειρικά σχέδια και σχήματα. Όλοι όσοι είδαν αυτόν τον πίνακα, σκέφτηκαν πως αντιπροσώπευε την απόλυτη εικόνα της ειρήνης!
Ο δεύτερος πίνακας ήταν κι αυτός με βουνά. Αλλά αυτά ήταν τραχιά και γυμνά. Αποψιλωμένα από δέντρα και βλάστηση. Ο ουρανός ήταν γκρίζος και το τοπίο πλημμύριζε από αστραπές και δυνατή βροχή!
Πιο πέρα, εκεί που κατέληγε το βουνό, ξεκινούσε ένας δυνατός καταρράκτης. Αυτό το τοπίο δεν φάνηκε σε όσους τον είδαν, καθόλου ειρηνικό.
Παρατηρώντας το δεύτερο πίνακα, ο βασιλιάς πρόσεξε ακριβώς πίσω από τον καταρράκτη, μια μικροσκοπική ανάπτυξη θάμνων να φυτρώνει επάνω σε μια ρωγμή του άγριου βράχου. Επάνω στο θάμνο υπήρχε μια φωλιά πουλιών. Μέσα στη φωλιά βρισκόταν ένα θηλυκό πουλί που τάιζε τα νεογνά του. Στην τέλεια ειρήνη της φωλιάς του!
Ο βασιλιάς επέλεξε τον δεύτερο πίνακα. Όταν τον ρώτησαν για την επιλογή του, εκείνος τους απάντησε:
- Ειρήνη δε σημαίνει να μην υπάρχει θόρυβος, ένταση, πρόβλημα, ή σκληρή δουλειά. Ειρήνη σημαίνει να στέκεσαι στη μέση όλων εκείνων των πραγμάτων και των καταστάσεων, που τραντάζουν συθέμελα την ύπαρξη και το περιβάλλον σου κι εσύ να έχεις ήρεμη την καρδιά και τις σκέψεις σου. Αυτή είναι η πραγματική έννοια της ειρήνης!
Εγωισμός


Υπήρχε πριν από αιώνες ένας σπουδαίος Υπουργός και Αξιωματούχος της Κίνας. Όμως, παρά την φήμη, τα πλούτη και την δύναμή του στην εξουσία, έτρεφε βαθύ σεβασμό στον πνευματικό του δάσκαλο, τον οποίο επισκεπτότανε συχνά και στον οποίο πάντα συμπεριφερότανε με ευγένεια και ταπεινότητα.
Σε μια από τις επισκέψεις του, ρώτησε τον δάσκαλό του:
«Σεβασμιότατε, τι είναι ο εγωισμός κατά την γνώμη σου;»
Αμέσως ο δάσκαλος κοκκίνισε από θυμό και είπε άγρια στον μαθητή του:
«Τι ανόητη ερώτηση είναι αυτή;»
Ο Υπουργός αμέσως πετάχτηκε πάνω, ξαφνιασμένος από την αντίδραση του δασκάλου του και φανερά εκνευρισμένος, ήταν έτοιμος να βάλει τις φωνές στον δάσκαλό του!
Πριν μιλήσει όμως τον πρόλαβε ο δάσκαλο και του είπε χαμογελώντας καλοσυνάτα:
«Αυτό ακριβώς, εξοχότατε, είναι εγωισμός».