Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Λούσιμο στον Γάγγη


Μια φορά κι έναν καιρό ένας πάμπτωχος νεαρός αγρότης απεφάσισε να κάνει ένα δώρο στους υπέργηρους γονείς του, να τους πάει να λουστούν για πρώτη και στερνή φορά, στα ιερά νερά του Γάγγη.
Παίρνει ένα χοντρό κλαρί, δένει στα άκρα του δύο ψάθινα καλάθια, βάζει τη μητέρα του στο ένα καλάθι, τον πατέρα του στο άλλο, φορτώνεται το ζυγό στον τράχηλο και ξεκινά για το προσκύνημα.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει σε μια εύφορη κοιλάδα.
Eκεί είχε βγει για κυνήγι τίγρη, μαζί με τους αυλικούς του, ο μαχαραγιάς της περιοχής, ο οποίος, βλέποντας κάτι να σαλεύει ανάμεσα στα φυλλώματα, σημαδεύει με το τόξο του και σκοτώνει το νεαρό αγρότη.
Πλησιάζει αντικρίζει τον νεκρό και την παράξενη πατέντα του.
Mέσα από τα καλάθια ακούει αδύναμα κλαψουρίσματα. Eίναι τα σαστισμένα γεροντάκια, που σηκώνουν τα κεφαλάκια τους σαν τις κόμπρες και του αφηγούνται όλη την ιστορία.
O μαχαραγιάς δε διστάζει. Aφήνει το τόξο και τη φαρέτρα, φορτώνεται στους ώμους του το ζυγό με τα καλάθια και συνεχίζει το μακρύ οδοιπορικό του νεκρού παλικαριού, αγνοώντας τους συμβούλους του, που του υπενθυμίζουν, ότι μπορεί να εξασφαλίσει στους γέροντες ένα πολυτελές και άνετο ταξίδι μέχρι το Γάγγη.
O Ινδός βασιλιάς δε ζήτησε προφορικά συγνώμη, δεν πρόσφερε χρηματική αποζημίωση, αλλά σήκωσε ο ίδιος το φορτίο, που του αναλογούσε, όχι μόνο για την προσωπική του εξιλέωση, αλλά για να διδάξει τους υπηκόους του, τι σημαίνει συντριβή και μετάνοια, τι σημαίνει δίκαιο και άδικο.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Ο κυνηγός


Ένας κυνηγός πήρε µια µέρα το όπλο του και βγήκε για κυνήγι. Περπατώντας στο δάσος, έφτασε κάποια στιγµή σε µία λίµνη.
Πλησίασε προσεκτικά και λίγο πιο πέρα, στα ρηχά, είδε µια µεγάλη αγριόπαπια. Αµέσως έπεσε στο έδαφος και άρχισε να σέρνεται, όσο πιο αθόρυβα µπορούσε προς το θήραµα.
Σε λίγο δεν τον χώριζαν παρά λίγα µέτρα από το στόχο του, που έβλεπε πολύ καθαρά, κρυµµένος πίσω από τα καλάµια, που φύτρωναν στην άκρη της λίµνης. Σήκωσε το όπλο του, σηµάδεψε και ξαφνικά πρόσεξε, ότι η αγριόπαπια ήταν ακίνητη και προσηλωµένη σε κάτι µπροστά της. Καθώς ο κυνηγός ήταν σε ένα ύψωµα, µπορούσε να δει, ότι ήταν ένας µικρός βάτραχος πάνω σε ένα νούφαρο, που επέπλεε στο νερό. Η αγριόπαπια ήταν έτοιµη να καρφώσει το βάτραχο µε το ράµφος της!
Τότε το βλέµµα του κυνηγού πήγε στο βάτραχο και είδε, ότι κι αυτός επίσης ήταν ακίνητος, έτοιµος να ορµήσει σε ένα µεγάλο έντοµο στην επιφάνεια του νερού λίγα εκατοστά µακρύτερα.
Ο κυνηγός µας τέντωσε το κεφάλι του και τότε είδε, ότι και το έντοµο ήταν έτοιµο να χυµήξει σε ένα µικρότερο έντοµο µπροστά του, που καθόταν στην επιφάνεια του νερού, το οποίο µε τη σειρά του ήταν έτοιµο να χυµήξει σε κάτι ακόµη πιο µικρό ζωντανό µπροστά του!
Ξαφνικά ο κυνηγός ένιωσε, σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Αργά, σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε ψηλά, στον ουρανό. Δέος και τρόµος τον πληµµύρισαν. Πέταξε το όπλο του και άρχισε να τρέχει!
Ασκήσεις σιωπής


Τέσσερις φίλοι ασκούνταν για χρόνια στο διαλογισµό. Μια µέρα αποφάσισαν, για να δυναµώσουν την άσκησή τους, να επισκεφθούν ένα µοναστήρι Ζεν και να µείνουν εκεί για ένα χρονικό διάστηµα.
Πριν ξεκινήσουν όµως, σαν ένα είδος προετοιµασίας, πήραν την απόφαση, να τηρήσουν επτά µέρες σιωπής. 'Ετσι εγκαταστάθηκαν σε µια ήσυχη πανσιόν και ξεκίνησαν την άσκησή τους.
Την πρώτη µέρα κανείς τους δεν µίλησε για ώρες. Όµως µόλις έπεσε για τα καλά η νύχτα, ένας τους δεν άντεξε και κάποια στιγµή φώναξε στον ξενοδόχο:
«Άναψε επιτέλους τα φώτα!»
Έκπληκτος ένας από τους άλλους τρεις ακούγοντας το φίλο του να σπάει τη σιωπή, είπε:
«Συµφωνήσαµε να µην πούµε ούτε λέξη».
«Είστε ανόητοι. Γιατί µιλάτε;» τους επέπληξε ο τρίτος.
Αμέσως ο τέταρτος φίλος συμπλήρωσε :
«Είµαι ο µόνος που δεν µίλησε!»

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

Υπάρχει λάθος στον συλλογισμό;


Σε μια μικρή πόλη έφτασε ένας πλούσιος ταξιδιώτης.
Στο ξενοδοχείο άφησε στον ιδιοκτήτη ένα χαρτονόμισμα των 100 ευρώ σαν προκαταβολή για την διαμονή του και ανέβηκε να δει τα δωμάτια.
Ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου παίρνει το χαρτονόμισμα και τρέχει στον χασάπη, για να του εξοφλήσει το χρέος, που είχε από το κρέας, που πήρε για την κουζίνα του ξενοδοχείου.
Ο χασάπης με τη σειρά του με το ίδιο χαρτονόμισμα εξοφλεί το χρέος που είχε στον κτηνοτρόφο, που του προμηθεύει τα προς σφαγή ζώα.
Ο κτηνοτρόφος ξοφλάει στον έμπορο το χρέος του από τις ζωοτροφές.
Ο έμπορος τρέχει στην ντόπια ιερόδουλη και της ξοφλάει το δάνειο , με το οποίο τον διευκόλυνε , όταν βρέθηκε με έλλειψη ρευστού.
Η ιερόδουλη τρέχει στον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου και του δίνει το χρέος της, για τα δωμάτια που νοίκιαζε για τους πελάτες της.
Εκείνη την ώρα που ξαναπαίρνει το χαρτονόμισμα των 100 ευρώ στα χέρια του ο ξενοδόχος , κατεβαίνει τις σκάλες του κλιμακοστασίου ο πλούσιος ταξιδιώτης, που πληροφορεί τον ξενοδόχο πως δεν θα μείνει τελικά στο ξενοδοχείο , επειδή του τηλεφωνήσανε να επιστρέψει επειγόντως στο σπίτι του. Ζητάει λοιπόν πίσω την προκαταβολή και φυσικά ο ξενοδόχος του επιστρέφει το χαρτονόμισμα των 100 ευρώ.
Ο πλούσιος ταξιδιώτης μπορεί να μην μπόρεσε να γνωρίσει τις χαρές της μικρής πόλης , αλλά το σύντομο πέρασμά του από αυτήν απάλλαξε τους κατοίκους από όλα τα χρέη τους, χωρίς να ζημιωθεί κανείς!
Η διπλωματική μέθοδος της σαΐτας


Μια φορά κάποιος διπλωμάτης επιχείρησε να εξηγήσει την «Διπλωματία της σαΐτας»;
– Θα προσπαθήσω να σας την εξηγήσω με παράδειγμα:
– Ας πούμε, θέλω με τη μέθοδο διπλωματίας της σαΐτας να παντρέψω την κόρη κάποιου Αμερικανοεβραίου δισεκατομμυριούχου με έναν απλό νεαρό από χωριό της Σιβηρίας.
– Πως θα γίνει αυτό;
– Πολύ απλά. Πηγαίνω στη Σιβηρία σ’ ένα χωριό, βρίσκω έναν γερό νεαρό και τον ρωτάω: Θέλεις να παντρευτείς μια Εβραία από την Αμερική;
Εκείνος λέει:
– Τι να την κάνω; Στο χωριό μας έχουμε πολλές όμορφες κοπέλες και θέλω μια από αυτές.
– Ναι, αλλά αυτή είναι κόρη δισεκατομμυριούχου!
– Ω! Αυτό αλλάζει τα πράματα!
Τότε επικοινωνώ με τους μεγαλομετόχους μια τράπεζας , που έχει υποκαταστήματα σε όλον τον κόσμο και τους ρωτάω:
– Θέλετε να κάνετε πρόεδρο στην τράπεζά σας έναν μουζίκο από τη Σιβηρία;
– Μας κοροϊδεύετε τώρα!
– Να σας πληροφορήσω, ότι αυτός που προτείνω για πρόεδρο στην τράπεζά σας , είναι γαμπρός ενός Αμερικανοεβραίου δισεκατομμυριούχου!
– Ω! Αυτό αλλάζει τα πράματα!
Συνεχίζω πηγαίνοντας στο σπίτι του δισεκατομμυριούχου και τον ρωτάω:
– Θα δεχόσασταν για γαμπρό στην κόρη σας έναν χωρικό από την Σιβηρία;
– Τι λέτε, στην οικογένειά μας όλοι είναι τραπεζίτες και χρηματιστές!
– Ακριβώς γι’ αυτό σας τον προτείνω! Είναι Πρόεδρος ενός μεγάλου τραπεζικού οίκου με παρακλάδια σε όλο τον κόσμο!
– Ω! Αυτό αλλάζει τα πράματα!
– Σούζι, κορίτσι μου, έλα εδώ. Ο κύριος από εδώ, σου βρήκε άνδρα, είναι Πρόεδρος μιας μεγάλης παγκόσμιας τράπεζας!
– Πα πα πα! Όλοι αυτοί οι τραπεζίτες είναι ηλικιωμένοι, ανίκανοι και βαρετοί.
Εγώ της λέω:
– Μα, αυτός είναι ένας νεαρός και γερός μουζίκος από τη Σιβηρία!
– Ω!!! Αυτό αλλάζει τα πράματα!

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

Μικρές διηγήσεις με νόημα


Το πρόσφατα παντρεμένο ζευγάρι επισκέπτεται τους γονείς του άντρα.
– Εγώ και η Νίνα πάντα περπατάμε αγκαλιασμένοι, κοιτάμε με τρυφερότητα ο ένας τον άλλο, λέμε ο ένας τον άλλον λόγια αγάπης, ενώ εσύ και η μαμά δε μιλάτε για αγάπη. Πως θα ήθελα και εσύ με τη μαμά να αγαπιόσαστε έτσι και να νιώθετε τέτοια ευτυχία όπως εμείς!
Ο μπαμπάς απάντησε:
– Με κάθε χρόνο που θα περνάει, η αγάπη σας θα αποκτήσει ηλικία και σαν παιδί θα μάθει και νέα, άλλου είδους λόγια αγάπης. Π. χ., εγώ λέω στη μάνα σου αδιαμαρτύρητα πως την αγαπώ, παρά το ότι την ακούω να καυγαδίζει με την γειτόνισσα . Με τη σειρά της κι εκείνη μου λέει πόσο πολύ με αγαπάει, βοηθώντας με να διορθώσω τα δίχτυα του ψαρέματος, παρά το ότι η μάνα σου σιχαίνεται να κάνει αυτήν την δουλειά!



Μια φορά που κυνηγούσαν κάποιον μέσα στην αγορά, ένας άνδρας τον άφησε να ξεφύγει, αν και του φώναζαν να μην τον εμποδίσει.
Αυτοί που τον κυνηγούσαν ρώτησαν με παράπονο τον άνδρα:
«Γιατί δεν έκλεισες τον δρόμο στον δολοφόνο;»
«Ήταν δολοφόνος; Τι θα πει δολοφόνος;»
«Δολοφόνος θα πει κάποιος που σκοτώνει».
«Α, δηλαδή χασάπης;»
«Όχι, όχι, άνθρωπος που σκοτώνει έναν άλλο άνθρωπο»
«Α, δηλαδή δολοφόνος θα πει στρατιώτης;»
«Έλα τώρα! Λέμε για κάποιον, που σκοτώνει σε καιρό ειρήνης».
«Τότε δολοφόνος είναι ο δήμιος;»
«Συνεχίζεις να μην καταλαβαίνεις. Δολοφόνος είναι αυτός, που πηγαίνει στο σπίτι του άλλου και τον σκοτώνει».
«Τώρα κατάλαβα, δολοφόνος είναι λοιπόν ο γιατρός!»



Κάποιος νεαρός επιθυμούσε πολύ να γίνει φιλόσοφος. Ήταν από πλούσια οικογένεια και ο πατέρας του ήλπιζε, πως ο γιος του θα ακολουθήσει τα δικά του βήματα και θα γίνει επιχειρηματίας.
Όταν ο νεαρός γνωστοποίησε στον πατέρα του την απόφασή του να γίνει φιλόσοφος , ο πατέρας εξοργίστηκε και επειδή δεν μπορούσε να κάνει τον γιο του να αλλάξει γνώμη, τον απείλησε πως θα τον αποκλήρωνε.
Όταν αντιλήφθηκε ο πατέρας, πως ο γιος αδιαφορούσε που θα έχανε τόσο μεγάλη περιουσία κι επέμενε να γίνει φιλόσοφος, τον ρώτησε τι στο καλό θα μπορούσε να μάθει από την φιλοσοφία , που ήταν περισσότερο χρήσιμο από τόσο μεγάλη περιουσία.
Ο γιος απάντησε:
«Παραδείγματος χάριν, να σέβεται τον πατέρα του, παρόλο που εκείνος τον αποκλήρωσε».
Τα λόγια αυτά έπεισαν τον πατέρα να μην επιμείνει περισσότερο!



Μια φορά στον γέροντα Δάσκαλο κινέζικων πολεμικών τεχνών ήρθε ένας μαθητής και ρώτησε:
– Δάσκαλε είμαι πρωταθλητής πυγμαχίας και ελεύθερης πάλης στην χώρα μου. Τι άλλο θα μπορούσατε να μου διδάξετε;
Ο Δάσκαλος χαμογέλασε και είπε:
– Φαντάσου πως κάνεις περίπατο στην πόλη σου και τυχαία βρίσκεσαι σε έναν ερημικό δρόμο, όπου έχουν στήσει καρτέρι κακοποιοί, για να ληστέψουν και να σκοτώσουν, όποιον περνάει από εκεί. Λοιπόν αυτό που μπορώ εγώ να σου διδάξω, είναι πως να μην βρεθείς εκτεθειμένος σε μια ανάλογη κατάσταση!
Μαθήματα αλληλεγγύης


Ο παπάς του χωριού μετά το πέρας της θείας λειτουργίας , συγκέντρωσε στην αίθουσα εκδηλώσεων της εκκλησιάς τους πιστούς κι άρχισε να τους μιλάει για την αλληλεγγύη.
«Έχω προσέξει» τους λέει, «πως κάθε μέρα γίνεστε όλο και πιο μικροπρεπείς, πιο άπληστοι, πιο τσιγκούνηδες και πιο εγωιστές. Αντί να ακολουθείτε το δρόμο του Θεού που προσπαθώ να κηρύξω, ζείτε μαζεύοντας χρήματα , γη , γεννήματα, που όπως σας έχω πει χιλιάδες φορές, δεν θα μπορέσετε να πάρετε μαζί σας, όταν τελειώσει ο χρόνος σας στην ζωή αυτήν.»
Ολόκληρη η κοινότητα έσκυψε το κεφάλι από ντροπή, κι ο παπάς πήρε θάρρος να συνεχίσει.
«Τα διδάγματα που προσπαθώ να σας μεταδώσω είναι ξεκάθαρα και σύντομα. Από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα η απληστία είναι το πιο βλαβερό.»
Σιωπή στην αίθουσα.
«Βρισκόμαστε μπροστά στα μάτια του Θεού και ότι ειπωθεί εδώ, θα γραφτεί στο βιβλίο της ζωής σας σαν δική σας υπόσχεση.»
Κι άλλη σιωπή.
«Για να δούμε, εσύ, Χαράλαμπε, απάντησε μου με ειλικρίνεια. Αν εσύ είχες δύο σπίτια και ο γείτονας σου ο Κωνσταντίνος δεν είχε κανένα, τι θα έκανες;»
Ο Χαράλαμπος σηκώνεται όρθιος και με το καπέλο στο χέρι παίρνει το θάρρος να απαντήσει:
«Θα έδινα το ένα σπίτι στον Κωνσταντίνο, πάτερ.»
«Πολύ ωραία! Και αν είχες δύο αυτοκίνητα;»
«Α... δύο αυτοκίνητα; Ένα για μένα κι ένα για τον Κωνσταντίνο.»
«Πολύ καλά, Χαράλαμπε. Έτσι πρέπει.»
Ο κόσμος σχολιάζει και μουρμουρίζει. Ο Χαράλαμπος κάθεται φουσκώνοντας από ικανοποίηση, για τις εύστοχες απαντήσεις, που δίνει στον παπά.
Ο παπάς αποφασίζει να συνεχίσει το κήρυγμα του στο ίδιο μοτίβο:
«Και αν είχες Χαράλαμπε εκατό χιλιάδες ευρώ , τι θα έκανες τότε;»
«Εκατό χιλιάδες ευρώ;» λέει ο Χαράλαμπος με μάτια που λαμποκοπούν. «Οι πενήντα χιλιάδες θα πηγαίνανε με όλη μου την καρδιά από εμένα στον Κωνσταντίνο!»
«Και αν είχες δύο κότες;»
Ξαφνικά γίνεται μια άβολη σιωπή, που σπάει τη συνέχεια των ερωτήσεων και των άμεσων απαντήσεων.
Ο παπάς ξανακάνει την ίδια ερώτηση:
«Χαράλαμπε σε ξαναρωτώ, τι θα έκανες, αν είχες δύο κότες;»
Ο Χαράλαμπος περίλυπος χαμηλώνει το κεφάλι και τελικά απαντά:
«Ειλικρινά, πάτερ... Δεν ξέρω. Σ' αυτήν την περίπτωση... Δεν ξέρω.»
«Μα πώς γίνεται, Χαράλαμπε να μην ξέρεις τι θα κάνεις μετά από όσα είπαμε πρωτύτερα; Σκέψου. Ήξερες τι να κάνεις τα σπίτια , τα αυτοκίνητα, τα χρήματα και μου λες, πως δεν ξέρεις, τι θα κάνεις τις δύο κότες;»
«Είναι δύσκολο, πάτερ. Εγώ δεν έχω δύο σπίτια, ούτε δύο αυτοκίνητα, πόσο μάλλον εκατό χιλιάδες ευρώ... Αλλά τις δύο κότες τις έχω!»