Ο ζητιάνος και ο πλούσιος
Κάποτε ένας ζητιάνος τριγυρνούσε στους δρόμους της πόλης ντυμένος με κουρέλια και κοιμόταν στα κατώφλια των σπιτιών.
Ένα πρωί, όταν ο ζητιάνος ακόμα ήταν μισοκοιμισμένος μπροστά σε μια πόρτα, όπου είχε περάσει τη νύχτα του, πέρασε από εκεί ένας πλούσιος επιχειρηματίας.
«Καλημέρα» είπε ο επιχειρηματίας.
«Καλημέρα» αποκρίθηκε ο ζητιάνος.
«Αυτή η εβδομάδα μου πήγε πολύ καλά κι ήρθα να σου δώσω αυτό το πορτοφόλι με τα χρήματα.»
Ο ζητιάνος τον κοίταξε αμίλητος και συνέχισε να κάθεται ακίνητος.
«Κράτησε το πορτοφόλι. Δεν είναι παγίδα. Δικά μου είναι τα χρήματα και σου τα δίνω. Ξέρω ότι τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα.»
«Εσύ έχεις κι άλλα;» ρώτησε ο ζητιάνος.
«Και βέβαια έχω» αποκρίθηκε ο πλούσιος επιχειρηματίας.
«Έχω κι άλλα πολλά.»
«Και δεν θα ήθελες να είχες περισσότερα απ' όσα έχεις;» συνέχισε ο ζητιάνος.
«Ναι, και βέβαια θα ήθελα.»
«Τότε κράτησε αυτά τα χρήματα, γιατί εσύ τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα.»
«Ναι, όμως εσύ χρειάζεσαι φαγητό, κι αυτό απαιτεί χρήματα...»
«Έχω ήδη ένα κέρμα» είπε ο ζητιάνος και του το έδειξε, «και θα μου φτάσει για ένα πιάτο φακές με ψωμί και ίσως και για μερικές ελιές.»
«Σύμφωνοι, όμως θα πρέπει να φας κι αύριο, και μεθαύριο και την επόμενη μέρα. Αύριο πού θα βρεις λεφτά;»
«Αν εσύ με διαβεβαιώσεις, χωρίς κανένα ενδεχόμενο λάθους, ότι θα είμαι ζωντανός αύριο, τότε ίσως να πάρω τα χρήματα σου...» έκλεισε τη συζήτηση ο ζητιάνος.






