Μένιππος και Ερμής
Μένιππος: Ερμή που ‘ν’ οι ωραίοι κι οι ωραίες; Οδήγησέ με σε
παρακαλώ, μιας κι είμαι νιόφερτος εδώ.
Ερμής: Δεν έχω χρόνο βρε Μένιππε, αλλά να! παρατήρησε ‘κει
δεξιά, βρίσκονται ο Υάκινθος, ο Νάρκισσος, ο Νηρέας, ο Αχιλλέας, η Τυρώ, η
Ελένη κι η Λήδα: Όλες οι παλιές ομορφιές.
Μένιππος: Εγώ βλέπω μονάχα κόκαλα
και κρανία άσαρκα κι όμοια μεταξύ τους.
Ερμής: Κι όμως αυτοί ‘ναι που
θαυμάσαν όλοι οι ποιητές, αυτά τα κόκαλα που συ περιφρονείς.
Μένιππος: Δείξε μου τουλάχιστον
την Ελένη, δεν μπορώ να τη διακρίνω.
Ερμής: Να, τούτο το κρανίο είναι
της Ελένης.
Μένιππος: Για τούτο ‘δω το καυκί
γεμίσανε χίλια καράβια με τα νιάτα όλης της Ελλάδας και σκοτωθήκανε τόσοι και
τόσοι κι αναστατωθήκανε τόσες πόλεις;
Ερμής: Βλέπεις, εσύ Μένιππε δεν
την είδες ζωντανή. Αν την είχες δει θα ‘λεγες κι εσύ: «Ας βρίσκομαι κοντά της
κι ας υποφέρω πολλά». Γιατί και τ’ άνθη αν τα δει κανείς ξερά, να ‘χουνε χάσει
το χρώμα και το σχήμα, δεν μπορεί να φανταστεί πόσο ήταν όμορφα όταν ανθούσαν.
Μένιππος: Απορώ βρε Ερμή, πως
δέχτηκαν να υποφέρουν για κάτι που γρήγορα και τόσον εύκολα μαραίνεται.






