Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

Ο βασιλιάς που ήθελε να δει το Θεό


Κάποτε ένας βασιλιάς κατακτητής νίκησε τον αντίπαλο στρατό και ιππεύοντας μπήκε στην πόλη. Το χάος και ο πανικός στους δρόμους της πόλης ήταν έκδηλοι. Όλοι προσπαθούσαν να σωθούν απ' το σκληρό εχθρό. Ξαφνικά ο βασιλιάς είδε έναν γέρο, που συγκεντρωμένος προσευχόταν. Η ηρεμία και η αφοσίωση ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπο του γέροντα και προξένησαν έκπληξη στον βασιλιά. Περικυκλωμένος από τους καβαλάρηδες-συνοδούς ο βασιλιάς πλησίασε τον γέροντα, ο οποίος συνέχιζε την προσευχή του.
Ο βασιλιάς φώναξε:
- Ανόητε! Η βλακεία σου στέρησε και το φόβο. Μήπως νομίζεις, πως οι ανόητες προσευχές σου, θα σε προστατέψουν απ' το ανελέητο σπαθί;
Ατάραχος ο γέροντας απάντησε:
- Όλα είναι κάτω από το θέλημα του Θεού.
Ο βασιλιά γέλασε φωναχτά. Η συνοδεία του άρχισε να κοροϊδεύει τον ανυπεράσπιστο γέρο. Όταν ο βασιλιάς ηρέμησε, είπε:
- Με αναγκάζεις, να σου δώσω ένα σκληρό μάθημα, που θα σε συνετίσει. Εάν τώρα, αμέσως δε μου δείξεις τον Θεό σου, στον οποίον στηρίζεσαι, θα σε κρεμάσω.
- Θέλεις να δεις τον Θεό; ρώτησε ο γέροντας.
- Ναι, θέλω να μου τον δείξεις.
- Όμως πριν, πρέπει να εκπληρώσεις ένα όρο.
Ο υπεροπτικός βασιλιάς ξεστόμισε:
- Ακούω τον όρο σου.
- Θα σου δείξω τον Θεό, αν καταφέρνεις, μετρώντας μέχρι τα δέκα, να καρφώσεις τα μάτια σου στον δίσκο του ήλιου, χωρίς να αναγκαστείς να τα κλείσεις.
Ο βασιλιάς προσπάθησε, όμως δε μπόρεσε. Πρόλαβε να μετρήσει ως τα τρία, όταν από τα μάτια έτρεξαν δάκρυα και μετά έσκυψε το κεφάλι του.
Ο σοφός γέροντας είπε:
- Η αλαζονεία στέρησε από εσένα τη λογική σου. Θέλεις να δεις τον Θεό, αλλά δεν έχεις την ικανότητα να δεις, ούτε το δημιούργημά του!
Ο βασιλιάς έμεινε έκπληκτος από τη σοφία του γέροντα, του χάρισε τη ζωή και τον πήρε κοντά του σαν σύμβουλο.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2020

Το ξεραμένο δέντρο στην άκρη του δρόμου



Ο νεαρός γιόγκι


Ένας νεαρός γιόγκι μέσα σε μια βάρκα , στην άκρη της λίμνης, κλείνει τα μάτια και διαλογίζεται. Ξαφνικά αισθάνεται ένα τράνταγμα , κάτι έχει τρακάρει με την βάρκα του. Αναστατωμένος ανοίγει τα μάτια , έτοιμος να μαλώσει, με αυτόν που τράκαρε την βάρκα του, αλλά βλέπει, πως ο υπαίτιος είναι μια άδεια βάρκα , που λύθηκε το σχοινί και κινείται ακυβέρνητη .
Η οργή του πέφτει στο κενό και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να κλείσει τα μάτια και να προσπαθήσει να συγκεντρωθεί πάλι στον εαυτό του
- Μετά από αυτό , διηγείται ο γιόγκι , κάθε φορά που κάποιος ήθελε να με προσβάλλει και μέσα μου ξυπνούσε η οργή, εγώ γελούσα και έλεγα: Και αυτή η βάρκα είναι άδεια.
Αφθονία , γαλήνη και συμπόνια


Σε κάποια νεαρή γυναίκα που τον επισκέφτηκε , ένας σεβάσμιος γέροντας , ακούγοντάς την να του διηγείται, πως μετέχει στις λατρευτικές διαδικασίες , νηστεύει και μελετά τις ιερές γραφές, ρώτησε:
- Επικεντρώνεσαι στην αφθονία , άσχετα αν στο περιβάλλον σου βλέπεις τον πλούτο ή την φτώχεια;
- Όχι, απάντησε η γυναίκα.
- Καταφέρνεις να κρατήσεις τη γαλήνη και ηρεμία της καρδιάς σου , όταν ακούς προσβολές ή επαίνους;
- Όχι.
- Αισθάνεσαι την ίδια συμπόνια για τους εχθρούς και τους φίλους σου;
- Όχι.
- Τότε, είπε ο σοφός γέροντας, πήγαινε και συνέχισε, ακόμη δεν έφθασες πουθενά!

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

Διατροφολόγος , Διανοούμενος , Δικαστής


Ο βασιλιάς στο κοσμηματοπωλείο




Ο βασιλιάς με μεγάλη συνοδεία επισκέπτεται ένα κοσμηματοπωλείο. Έχει γενέθλια η βασίλισσα και επιθυμεί να της κάνει δώρο ένα κόσμημα.
Ξαφνικά ο ιδιοκτήτης του κοσμηματοπωλείου βάζει τις φωνές. Έχει αντιληφθεί, πως λείπει από τη προθήκη των κοσμημάτων ένα δακτυλίδι μονόπετρο με διαμάντι μεγάλης αξίας. Είναι φανερό, πως κάποιος από τη συνοδεία του βασιλιά βρήκε την ευκαιρία και έκλεψε το δακτυλίδι, ελπίζοντας, πως ο κοσμηματοπώλης θα το αντιλαμβανότανε πολύ αργότερα.
Κάποιος πρότεινε, να υποβάλουν σε έρευνα τον καθένα, όμως ο βασιλιάς δεν το επέτρεψε και διέταξε να φέρουν ένα κουβά με πίτουρα. Ο καθένας από τη συνοδεία έπρεπε να βάλει τη γροθιά του μέσα στα πίτουρα και μετά να βγάλει την ανοιχτή παλάμη. Πρώτος ο βασιλιάς ξεκινάει αυτήν την διαδικασία , όταν έρχεται ο κουβάς με τα πίτουρα και ακολουθούν με τη σειρά τους όλοι οι υπόλοιποι.
Όταν όλοι έβαλαν το χέρι τους μες στα πίτουρα, αναποδογύρισαν τον κουβά πάνω σ’ έναν πάγκο και το διαμάντι βρέθηκε, ανακατεμένο με τα πίτουρα. Ο κοσμηματοπώλης ήταν ικανοποιημένος, ενώ και ο κλέφτης έμεινε άγνωστος, αποφεύγοντας το ρεζιλίκι για την ατιμία του!




Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

Το Αυγό


Ήσουν στο δρόμο για το σπίτι όταν πέθανες.
Ήταν αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Τίποτα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο, αλλά φονικό παρόλα αυτά. Άφησες πίσω σου μια σύζυγο και δύο παιδιά. Ήταν ένας ανώδυνος θάνατος. Οι άνθρωποι του ΕΚΑΒ έκαναν ότι καλύτερο μπορούσαν για να σε σώσουν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το σώμα σου ήταν σε τόσο άσχημη κατάσταση που ήταν πολύ καλύτερα που έφυγες, πίστεψέ με.
Και τότε συνάντησες εμένα.
"Τι...τι συνέβη;" ρώτησες. "Πού είμαι;"
"Πέθανες," είπα αντικειμενικά. Δεν είχε νόημα να μασήσω τις λέξεις.
"Υπήρχε ένα...ένα φορτηγό και έπεφτε προς τα πλάγια..."
"Ναι," είπα.
"Π-πέθανα;"
"Ναι. Αλλά μην νιώθεις άσχημα γι'αυτό. Όλοι πεθαίνουν," είπα.
Κοίταξες τριγύρω. Δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο εσύ και εγώ. 
"Τι είναι αυτό το μέρος;" ρώτησες. "Είναι η μετά θάνατον ζωή;"
"Πάνω-κάτω," είπα.
"Είσαι ο Θεός;" ρώτησες.
"Ναι," απάντησα. "Είμαι ο Θεός."
"Τα παιδιά μου...η γυναίκα μου," είπες.
"Τι τρέχει με αυτούς;"
"Θα είναι καλά;"
"Αυτό μου αρέσει να βλέπω," είπα. "Μόλις πέθανες και η κύρια ανησυχία σου είναι η οικογένειά σου. Να και κάτι καλό εδώ πέρα."
Με κοίταξες με γοητεία. Σε εσένα, δεν έμοιαζα με το Θεό. Έμοιαζα απλά με έναν άντρα. 'Η πιθανόν μια γυναίκα. Μια ασαφή φιγούρα με εξουσία, ίσως. Περισσότερο με καθηγητή γραμματικής, παρά με τον Παντοδύναμο.
"Μην ανησυχείς," είπα. "Θα είναι καλά. Τα παιδιά σου θα σε θυμούνται ως τέλειο από κάθε πλευρά. Δεν είχαν καιρό να αναπτύξουν περιφρόνηση προς εσένα. Η γυναίκα σου εξωτερικά θα κλαίει, όμως εσωτερικά θα νιώθει ανακουφισμένη. Για να είμαι δίκαιος, ο γάμος σου καταστρεφόταν. Αν σε παρηγορεί καθόλου, θα νιώθει ένοχη για το ότι νιώθει ανακουφισμένη."
"Α," είπες. "Λοιπόν, τι γίνεται τώρα; Πάω στον παράδεισο ή στην κόλαση ή κάπου;"
"Σε κανένα από τα δύο," είπα. "Θα μετενσαρκωθείς"
"Ααα," είπες. "Άρα οι Ινδουιστές είχαν δίκιο."
"Όλες οι θρησκείες είναι σωστές με το δικό τους τρόπο," είπα. "Περπάτα μαζί μου."
Με ακολούθησες.
"Που πηγαίνουμε;"
"Όχι κάπου συγκεκριμένα," είπα. "Είναι απλά ωραίο να περπατάμε καθώς μιλάμε."
"Τότε ποιο είναι το νόημα;" ρώτησες. "όταν ξαναγεννηθώ, θα είμαι απλά μια κενή πλάκα, σωστά; Ένα μωρό. Άρα όλες μου οι εμπειρίες και όλα όσα έκανα σε αυτή τη ζωή δεν έχουν σημασία."
"Όχι έτσι!" είπα. "Έχεις μέσα σου όλες τις γνώσεις και τις εμπειρίες των προηγούμενων ζωών σου. Απλά δεν τις θυμάσαι την συγκεκριμένη στιγμή."
Σταμάτησα να περπατάω και σε έπιασα από τους ώμους. 
"Η ψυχή σου είναι πιο μεγαλοπρεπής, όμορφη και τεράστια απ' ότι μπορείς να φανταστείς. Ένα ανθρώπινο μυαλό μπορεί να περιέχει, μόνο μια μικροσκοπική ποσότητα από το τι είσαι. Είναι σαν να βάζεις το δάχτυλό σου σε ένα ποτήρι νερό, για να δεις αν είναι ζεστό ή κρύο. Βάζεις μόνο ένα μικρό κομμάτι του εαυτού σου στο δοχείο και όταν το βγάζεις πάλι έξω, έχεις κερδίσει όλες τις εμπειρίες που είχε. Είσαι άνθρωπος τα τελευταία 48 χρόνια, άρα δεν έχεις ακόμη απλωθεί και δεν έχεις νιώσει το υπόλοιπο της τεράστιας συνειδήσεώς σου. Αν μείνουμε εδώ παρέα για αρκετή ώρα, θα αρχίσεις να θυμάσαι τα πάντα. Αλλά δεν έχει νόημα να το κάνουμε αυτό ανάμεσα σε κάθε ζωή."
"Πόσες φορές έχω μετενσαρκωθεί τότε;"
"Ω, πολλές. Πάρα πολλές. Και σε πολλές διαφορετικές ζωές." είπα. "Αυτή τη φορά, θα είσαι μια νεαρή Κινέζα χωριατοπούλα το 540 μ.Χ."
"Περίμενε, τι;" τραύλισες. "Θα με στείλεις πίσω στο χρόνο;"
"Μάλλον, πιστεύω, τεχνικά. Ο χρόνος, όπως τον ξέρεις, υπάρχει μόνο στο σύμπαν σου. Τα πράγματα είναι διαφορετικά εκεί, από όπου είμαι εγώ."
"Από που είσαι εσύ;" ρώτησες.
"Ω, βέβαια," εξήγησα "Και εγώ έρχομαι από κάπου. Κάπου αλλού. Και υπάρχουν και άλλοι σαν εμένα. Ξέρω πως θα θες να ξέρεις πως είναι εκεί πέρα, αλλά ειλικρινά, δε θα καταλάβαινες."
"Ααα," είπες, λίγο δυσαρεστημένος. "Αλλά περίμενε. Αν μετενσαρκώνομαι σε άλλα χρονικά διαστήματα, θα μπορούσα να έχω επικοινωνήσει με τον εαυτό μου κάποια στιγμή."
"Φυσικά. Συμβαίνει συνεχώς. Και με τις δύο ζωές να γνωρίζουν μόνο τη δική τους διάρκεια ζωής, δεν καταλαβαίνεις καν ότι συμβαίνει."
"Και ποιο είναι το νόημα όλων αυτών;"
"Σοβαρά;" ρώτησα. "Σοβαρά; Με ρωτάς για το νόημα της ζωής; Δεν είναι λίγο στερεοτυπικό;"
"Βασικά είναι μια λογική ερώτηση." επέμεινες.
Σε κοίταξα στα μάτια. 
"Το νόημα της ζωής, ο λόγος που έφτιαξα αυτό το σύμπαν, είναι για να ωριμάσεις."
"Εννοείς το ανθρώπινο είδος; Θες να ωριμάσουμε;"
"Όχι, απλά εσύ. Έφτιαξα όλο αυτό το σύμπαν για εσένα. Με κάθε καινούρια ζωή μεγαλώνεις και ωριμάζεις και γίνεσαι ένας μεγαλύτερος διανοούμενος."
"Μόνο εγώ; Και τι γίνεται με όλους τους άλλους;"
"Δεν υπάρχει κανένας άλλος," είπα. "Σε αυτό το σύμπαν, υπάρχουμε μόνο εγώ και εσύ."
Με κοίταξες με άδειο βλέμμα. 
"Μα όλοι οι άνθρωποι στη γη..."
"Όλοι εσύ. Διαφορετικές ενσαρκώσεις του εαυτού σου."
"Περίμενε. Είμαι ΟΛΟΙ !;"
"Τώρα το πιάνεις," είπα με ένα συγχαρητήριο χτύπημα στην πλάτη.
"Είμαι όλοι οι άνθρωποι που έχουν ζήσει ποτέ;"
"Ή που θα ζήσουν ποτέ, ναι."
"Είμαι ο Αβραάμ Λίνκολν;"
"Και ο Τζον Γουίλκς Μπουθ επίσης," προσέθεσα.
"Είμαι ο Χίτλερ;" είπες συγκλονισμένος.
"Και οι εκατομμύρια που σκότωσε."
"Είμαι ο Ιησούς;"
"Και όλοι όσοι τον ακολούθησαν."
Σταμάτησες να μιλάς.
"Κάθε φορά που έκανες κάποιον θύμα σου," είπα, "έκανες θύμα σου τον εαυτό σου. Κάθε πράξη ευγένειας που έχεις κάνει, την έχεις κάνει στον εαυτό σου. Κάθε όμορφη και άσχημη στιγμή που έχει ποτέ συμβεί σε κάποιον άνθρωπο, έχει συμβεί, ή θα συμβεί, σε εσένα."
"Γιατί;" με ρώτησες. "Γιατί να τα κάνεις όλα αυτά;"
"Επειδή κάποια μέρα θα γίνεις σαν εμένα. Επειδή αυτό είσαι. Είσαι ένας από το είδος μου. Είσαι το παιδί μου."
"Ουοου," είπες. "Εννοείς ότι είμαι ένας Θεός;"
"Όχι. Όχι ακόμα. Είσαι ένα έμβρυο. Μεγαλώνεις ακόμα. Όταν θα έχεις ζήσει την ζωή όλων των ανθρώπων στο χρόνο, τότε θα έχεις μεγαλώσει αρκετά για να γεννηθείς."
"Τότε όλο το σύμπαν," είπες, "είναι απλώς..."
"Ένα αυγό." απάντησα. "Τώρα είναι καιρός για σένα να προχωρήσεις στην επόμενη ζωή σου."
Και σε έστειλα στο δρόμο σου.