Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2020

O νεαρός μουσικοσυνθέτης


Στο πανηγύρι



Κάποια φορά κάποιος τυχοδιώκτης σ' ένα πανηγύρι έστησε μια μικρή σκηνή , στην πρόσοψη της οποίας έγραψε με μεγάλα γράμματα , "Εδώ μαντεύουν".
Η είσοδος κόστιζε 100 δραχμές. Στην σκηνή επιτρεπόταν η είσοδος κάθε φορά σε έναν μόνο επισκέπτη. Το εσωτερικό της σκηνής  είχε μια μυστηριώδη όψη, τρία κεριά δημιουργούσαν μισοσκόταδο, οι τοίχοι και το ταβάνι ήταν καλυμμένοι με μαύρο ύφασμα, πάνω σ' ένα μικρό τραπεζάκι βρισκόταν ένα μικρό βάζο, καλυμμένο με μαύρο μαντίλι.
Δίπλα στο τραπέζι στεκόταν ο ίδιος ο τυχοδιώκτης. Στον καθένα που έμπαινε έλεγε με ευγένεια:
- Σας παρακαλώ βάλτε το δάκτυλό σας στο βάζο!
Και όταν ο επισκέπτης το έκανε, ο τυχοδιώκτης του πρότεινε να φέρει το δάκτυλο κοντά στη μύτη:
- Σας παρακαλώ, μυρίστε το!
Ο επισκέπτης μύριζε, έκανε αηδιαστική γκριμάτσα και συνήθως αναφωνούσε:
- Πουφ! Μυρίζει αποπλύματα !
- Συγχαρητήρια, μαντέψατε! με ύφος ανακοίνωνε ο τυχοδιώκτης και καλούσε τον επόμενο επισκέπτη. Με τον ίδιο τρόπο "μάντευε" και ο επόμενος περίεργος.
Αυτή, η όχι και πολύπλοκη φάρσα μαρτυρούσε, ότι ο τυχοδιώκτης ήταν γνώστης της ανθρώπινης ψυχολογίας. Ο καθένας που περνούσε από τη σκηνή του ήταν πολύ δυσαρεστημένος, που έπεσε στην παγίδα αυτού του μικρού κόλπου και έχασε κοροϊδίστικα  χρήματα. Όταν λοιπόν συναντούσε γνωστούς, επίμονα τους συμβούλευε να επισκεφθούν τον τυχοδιώκτη στη σκηνή του , διαβεβαιώνοντας πως θα εντυπωσιασθούν.
Το κόλπο "δούλευε" άψογα, κανένας δεν ήθελε να είναι από τη μειονότητα των ξεγελασμένων και έτσι δημιουργούσε καινούργιους πελάτες για τον τυχοδιώκτη !

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020

Ερωτευμένος με τη βασίλισσα


Ο Γιατρός κι ο Βάτραχος


Ο πίνακας του γέρου ζωγράφου



Ακουγόταν το θρόισμα του μεταξιού, άστραφταν τα διαμάντια και η μυρωδιά των λεπτών αρωμάτων έπλεε μες στο πυκνό καπνό ακριβών πούρων…
- Πεντακόσιες χιλιάδες! ποιος περισσότερο; Εξακόσιες χιλιάδες! Εξακόσιες χιλιάδες, ένα! Εξακόσιες χιλιάδες, δυο! Εξακόσιες χιλιάδες, τρία! Ο ζωγραφικός πίνακας, πουλήθηκε! Η δημοπρασία ολοκληρώθηκε, η διαδικασία περατώθηκε.
Στην αντίθετη γωνιά της μεγάλης αίθουσας κάθεται καμπουριασμένος ένας γέρος, που φοράει ένα τριμμένο παλιό παλτό. Ακίνητος σαν ο τυφλός Όμηρος κοιτάει μπροστά του με θολά μάτια.
Το ψιθύρισμα σαν άνεμος περνάει από μια άκρη της αίθουσας σε άλλη: "Ο ζωγράφος του πίνακα που πουλήθηκε είναι εδώ, ο ίδιος ο ζωγράφος αυτοπροσώπως! Πολλοί πλησιάζουν τον ζωγράφο, χαμογελάνε και τον συγχαίρουν. Τόσο ταλέντο , τόσο ζωντανά χρώματα , τόσο αδρές γραμμές!
Εκείνος με πικρία χαμογελάει και τους χαιρετίζει με κίνηση του ασπρoμάλλικου κεφαλιού:
- Έχει πλάκα αυτό, πίνακες που πουλούσα κάποτε για τριάντα φράγκα, για να μπορέσω να φάω ένα κομμάτι ψωμί και να κοιμάμαι σ’ ένα βρεγμένο στρώμα , να φτάνουν να πωλούνται σε τέτοιες εξωφρενικές τιμές !
Αχ, κύριοι, αφήστε αυτά, εγώ είμαι μόνο και μόνο άλογο της κούρσας, κερδίζω το Grand Prix, αλλά αρκούμαι σε μια χούφτα βρώμης !