Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

Ένας άντρας με παντελόνια



Κύριο χαρακτηριστικό του πραγματικού Άντρα είναι, ότι ξέρει να φέρεται προς όλους με σεβασμό κι εκτίμηση. «Όταν δε λέμε όλους, εννοούμε όλους.» (Γυναίκες, υφισταμένους, παιδιά, αδύναμους, σερβιτόρους).
Η στάση του απέναντι στις γυναίκες είναι κάτι, το οποίο καθιστά τον Άντρα διακριτό από μακρυά. Όταν μια κυρία είναι μαζί του, δεν πληρώνει ποτέ η κυρία. Αν ο άνδρας δεν έχει χρήματα, προφασίζεται πονοκέφαλο και δεν βγαίνει μαζί της.
Όταν είναι μαζί με μία κυρία, αυτή δεν πιάνει ποτέ πορτοφόλι, πόμολο, μπουκάλι και αναπτήρα. Ο Άντρας δεν ρωτά που θα πάνε, πηγαίνει από το σπίτι της, την πηγαίνει όπου αυτός κρίνει και την επιστρέφει ΠΑΝΤΑ στο σπίτι της, έστω κι αν αυτός μένει στην ανατολή , αυτή στη δύση κι έχουν βγει στο νότο !.
Ο Άντρας δεν διαλαλεί, ούτε αφήνει υπονοούμενα, σχετικά με τη σχέση την οποία έχει με κυρίες. Δεν αναφέρεται ποτέ σε ερωτικά κατορθώματα, παιγνίδια επιβολής εξαιρετικές επιδόσεις κλπ. Δεν αγγίζει ποτέ μια γυναίκα εκτός χαιρετώντας την με μία απλή χειραψία. Μόνο με την μητέρα του , την αδελφή του , την γυναίκα του, την κόρη του και την ερωμένη επιτρέπει στενότερες επαφές!
Παλιότερα , όταν φορούσε καπέλο , δεν άγγιζε ξένη γυναίκα , ούτε καν με χειραψία. Ένα ανασήκωμα του καπέλου ήταν ο καλύτερος χαιρετισμός !
Δεν εκφράζει ποτέ δημοσίως το θαυμασμό του για άγνωστες κυρίες, οι οποίες περνούν τυχαίως από μπροστά του, πόσο μάλλον εμπλέκοντας και την μητέρα του. («Μανάρα μου εσύ!») Δεν κτυπάει ποτέ κάποια κυρία , ούτε καν με τριαντάφυλλο , ούτε επιτρέπει μπροστά του, να ασκείται βία σε γυναίκα.
Δεν φλερτάρει ποτέ , όταν συνοδεύει μία γυναίκα.
Δεν βιάζει ποτέ κάποιον ή κάποια ούτε σωματικά ούτε ψυχολογικά. Ξέρει να ντυθεί αναλόγως της περίστασης. Η σαγιονάρα, η άσπρη κάλτσα (εκτός αθλητικής περιβολής), η βερμούδα εκτός παραλίας, δεν υπάρχουν για αυτόν.
Αναλαμβάνει τις ευθύνες των αποφάσεων του, των ενεργειών του και των αντιστοίχων των ανθρώπων, που βρίσκονται κάτω από την δούλεψή τους .
Ο Άντρας δεν χρειάζεται να βρίσει και να προσβάλει , αρκεί μία ειρωνική φράση να βάλει τους άλλους στη θέση τους. Δεν είναι φανατικός με τίποτα (Ποδόσφαιρο , θρησκεία, κόμματα) και δεν είναι φανατικός, επειδή είναι ανοικτόμυαλος και γνωρίζει, πως εκτός από τις Αρχές και τις Αξίες όλα τα υπόλοιπα είναι σχετικά.
Δεν χάνει το χιούμορ του ποτέ. Δεν επιδεικνύει ποτέ μα ποτέ, τίποτα μα τίποτα. Δεν νοιώθει περήφανος για το αυτοκίνητο το οποίο κατέχει, τη βίλα, την πισίνα, τα λεφτά, τη θέση. Στα καφέ δεν κάθεται μισοξαπλωμένος καπνίζοντας πουράκλα κοιτώντας το ταβάνι. Όταν φοράει χρυσά κοσμήματα, το κάνει με προσοχή και διακριτικότητα , ώστε να μη προκαλεί.
Δεν ασχολείται όλη μέρα με το κορμί του και το πρόσωπο του. Κυρίως δε, δεν θεωρεί ότι θα γίνει αρεστός σε μία κυρία, αν της μιλά διαρκώς για την αποτρίχωση του και την κρέμα νυκτός, την οποία χρησιμοποιεί.
Δεν μιλά για ανθρώπους και αντικείμενα αλλάζοντας το μέγεθός τους (ψαρούκλα, γκομενάκι, αυτοκινητάρα, γυναικάρα μου…)
Ο λόγος του είναι συμβόλαιο. Δεν κρύβεται ποτέ και από κανέναν, εκτός και αν είναι τρομοκράτης. Δεν λέει ποτέ «θα δούμε» . Ξέρει πάντα τι πρέπει να κάνει και τι θέλει να κάνει.. Είναι φιλάνθρωπος χωρίς να το ξέρει κανείς.
Γνωρίζει τη διαφορά του τακτ από την ευγένεια . Ανοίγοντας τη πόρτα μιας τουαλέτας αν μέσα είναι μία κυρία, ο ΑΠΚ θα πει : «Με συγχωρείτε ΚΥΡΙΕ, δεν κατάλαβα πως είστε μέσα!»
Όλα αυτά και άλλα πολλά υπαγορεύουν μια συμπεριφορά, η οποία καθιστά έναν άνδρα Άνδρα με Α κεφαλαίο. Μια τέτοια συμπεριφορά συχνά γίνεται αντικείμενο χλευασμού από τους άλλους, άλλα ποιος ασχολείται με υποκείμενα τέτοιου διαμετρήματος;
Όσο για τις κυρίες, οι οποίες κρυφογελούν με τέτοιες συμπεριφορές, να ξέρετε ότι τρία πράγματα μπορεί να συμβαίνουν, ή δεν έχουν παιδεία ή έχουν προσδιορίσει τον εαυτό τους ως «ταγάρι» ή «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια». Οι κυρίες αυτές για τον Άντρα είναι αόρατες, δεν υφίστανται.
Ο πραγματικός Άντρας γίνεται μέρα με τη μέρα καλύτερος !

Πέτρες στην παραλία της Θάλασσας


Ο ανεψιός του Δασκάλου


Ο μοναχός και οι Επισκέπτες του Μοναστηριού



Ο μοναχός και οι Επισκέπτες του Μοναστηριού
Η Παναγία, με το Βρέφος στην αγκαλιά Της, αποφάσισε να κατέβει στη γη και να επισκεφτεί ένα μοναστήρι.
Υπερήφανοι, όλοι οι μοναχοί στάθηκαν στη σειρά και ο καθένας παρουσιαζόταν μπροστά στην Παναγία, για να της αποδώσει τιμές. Ο ένας απήγγειλε ωραία ποιήματα, ο άλλος έδειχνε τις μικρογραφίες του για τη Βίβλο, ένας τρίτος απαρίθμησε τα ονόματα όλων των αγίων, κάποιος άλλος δοξολογούσε με μελίρρυτη φωνή.
Έτσι ο κάθε μοναχός με τη σειρά του τίμησε την Παναγία και το Βρέφος !
Στην τελευταία θέση της σειράς στεκόταν ένας μοναχός, ο πιο ταπεινός του μοναστηριού. Οι γονείς του ήταν απλοί άνθρωποι, που δούλευαν σ' ένα παλιό τσίρκο , το οποίο έκανε συνεχώς περιοδείες σε διάφορα μέρη , οπότε ο μοναχός αυτός δεν κατόρθωσε να μάθει γράμματα , ούτε κάποια τέχνη , παρά μόνο το μόνο που έμαθε κι έκανε καλά , ήταν να πετάει μπάλες στον αέρα και να κάνει απλά ταχυδακτυλουργικά.
Όταν ήρθε η σειρά του, οι άλλοι ιερείς του ζήτησαν να μη καθυστερήσει προσκυνώντας την Αγία Μητέρα με το Θείο Βρέφος , αφού δεν μπορούσε να κάνει κάτι από αυτά , με τα οποία  οι ίδιοι αποτίμησαν τιμές. Φοβήθηκαν μήπως στον ζήλο του επάνω, κάνει κάποια ενέργεια υποτιμητική για τους Υψηλούς Επισκέπτες , που ενδεχόμενα θα υποβάθμιζε την εικόνα του μοναστηριού στα μάτιά Τους !
Αυτός όμως από τα στα βάθη της καρδιάς του αισθανόταν απέραντη ανάγκη,  να προσφέρει κάτι στον Χριστό και στην Παναγία. Ντροπαλός, αισθανόμενος το βλέμμα αποδοκιμασίας των αδελφών, έβγαλε μερικά πορτοκάλια από την τσέπη του και βάλθηκε να  τα πετά στον αέρα, κάνοντας μερικές φιγούρες, το μόνο που ήξερε.
Οι υπόλοιποι του μοναστηριού ντροπιασμένοι από την ασέβειά του , προσπάθησαν να τον σταματήσουν, επιτιμώντας τον. Εκείνη τη στιγμή όμως  και μόνο τότε χαμογέλασε το Βρέφος κι άρχισε να χτυπά παλαμάκια στην αγκαλιά της Παναγίας. Και προς αυτόν τον μοναχό άπλωσε η Παναγία τα χέρια Της και εμπιστεύτηκε την αγκαλιά του , να κρατήσει το Βρέφος λίγη ώρα!
Όταν η αγάπη ξεχειλίζει από την καρδιά , πάντοτε υπάρχει τρόπος να μετουσιωθεί σε πράξη , που δεν προσβάλει και δεν υποτιμά.


Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020

Ο κλέφτης ανάμεσα στους μαθητές


Ο δάσκαλος ζεν κι ο κλέφτης


Η μεγαλύτερη περιουσία



Η μεγαλύτερη περιουσία
Ήταν κάποιος µια φορά που είχε πάρει απόφαση, να χαίρεται και να απολαμβάνει τη ζωή του κάθε στιγμή.
Θεώρησε, ότι για να µπορεί να το κάνει αυτό, πρέπει να έχει πολλά λεφτά.
Σκέφτηκε λοιπόν, πως πρώτα θα επιχειρούσε να  αποκτήσει αρκετά χρήματα και έπειτα θα απολάμβανε και θα χαιρότανε, ότι επιθυμούσε η ψυχή του !
Υπολόγισε ότι ένα εκατοµµύριο ευρώ θα του έφταναν για να ζήσει ήσυχος την υπόλοιπη ζωή του. Αφιέρωσε λοιπόν όλες του τις δυνάµεις, στο να κερδίσει χρήµατα και να µαζέψει πλούτη. Επί χρόνια, κάθε Παρασκευή, άνοιγε το βιβλίο εσόδων και άθροιζε τα αγαθά του.
«Όταν µαζέψω το εκατομμύριο» έλεγε, «δεν θα δουλέψω άλλο. Θα είναι η στιγµή της απόλαυσης και της διασκέδασης. Δεν θ' αφήσω να µου συµβεί αυτό που έπαθαν άλλοι, που όταν έφτασαν στο πρώτο εκατοµµύριο άρχισαν να θέλουν κι άλλο. »
Και πιστός στην απόφασή του έφτιαξε µια τεράστια πινακίδα και την κρέµασε στον τοίχο:
«Μόνο ένα εκατομμύριο»
Πέρασαν τα χρόνια.
Ο τύπος µάζευε λεφτά κι έκανε προσθέσεις. Κάθε φορά ήταν όλο και πιο κοντά στο στόχο του.
Χαµογελούσε αυτάρεσκα, όταν σκεφτόταν τις χαρές που τον περίµεναν. Μια Παρασκευή κατάπληκτος βλέπει το τελικό νούµερο: Το άθροισµα ήταν 999.999 ευρώ. Έλειπε µόνο ένα ευρώ, για να συµπληρωθεί το εκατοµµύριο! Πανικόβλητος, αρχίζει να ψάχνει κάθε σακάκι, κάθε παντελόνι, κάθε συρτάρι, µήπως βρει τα λίγα νοµίσµατα που λείπουν ... Δεν ήθελε να περιµένει άλλη µία βδοµάδα.
Τελικά, στο τελευταίο συρτάρι βρίσκει δύο μισάευρα. Κάθεται στο γραφείο του, και γράφει µε τεράστια νούµερα: 1.000.000 Ικανοποιηµένος, κλείνει τα βιβλία, κοιτάζει την πινακίδα στον τοίχο και µονολογεί:
«Ένα µόνο. Και τώρα απολαµβάνουµε ... » 
Εκείνη ακριβώς τη στιγµή, χτυπάει η πόρτα. Δεν περιµένει κανέναν. Απορηµένος, πάει να ανοίξει. Μια γυναίκα ντυµένη στα µαύρα, µ' ένα δρεπάνι στο χέρι του λέει: 
«Ήρθε η ώρα σου.»
Είχε έρθει ο θάνατος να τον πάρει.
«Όχι ... » ψελλίζει αυτός. «Όχι ακόµη ... δεν είµαι έτοιµος.»
«Ήρθε η ώρα σου» ξαναλέει ο Θάνατος.
«Μα πώς ... Τα λεφτά ... Οι χαρές ... »
«Καταλαβαίνω, αλλά ήρθε η ώρα σου.»
«Σε παρακαλώ, δώσε µου ακόµη ένα χρόνο ... Ανέβαλλα τα πάντα γιατί περίµενα αυτή τη στιγµή, σε παρακαλώ ...
«Λυπάµαι» λέει ο Θάνατος.
«Ας κάνουµε µια συµφωνία» προτείνει αυτός απελπισµένος, «κατάφερα και µάζεψα ένα εκατοµµύριο ευρώ. Πάρε τα µισά και δώσε µου ένα χρόνο διορία. Σύµφωνοι; »
«Όχι.»
«Σε παρακαλώ. Πάρε 750.000 και δώσε µου ένα µήνα ... »
«Δεν έχεις καθόλου διορία.»
«900.000 για µια βδοµάδα.»
«Δεν έχεις καθόλου διορία.»
«Ας κάνουµε κάτι άλλο. Πάρ' τα όλα, και δώσε µου έστω και µία µέρα. Έχω τόσα να πω, τόσο κόσµο να δω, έχω αναβάλει τόσα πράγµατα ... σε παρακαλώ.»
«Ήρθε η ώρα σου» επαναλαµβάνει ο Θάνατος, αδιάλλακτος.
Ο άνθρωπος σκύβει το κεφάλι. Αποδέχεται την κατάσταση και παραιτείται από κάθε άλλη προσπάθεια διαπραγµάτευσης. Με περίλυπο ύφος, ζητάει µόνο µία τελευταία χάρη:
«Έχω έστω λίγα λεπτά ακόµη;» παρακαλεί.
Ο θάνατος βλέπει ακόµη λίγους κόκκους άµµου στην κλεψύδρα του και του λέει:
«Εντάξει».
Παίρνει ο άντρας ένα χαρτί και µια πένα από το γραφείο του και γράφει:
«Εσύ που διαβάζεις αυτό το κείμενο. Όποιος κι αν είσαι. Εγώ δεν μπόρεσα να αγοράσω ούτε µία ώρα ζωής µε όλα µου τα λεφτά. Πρόσεξε τι θα κάνεις µε τον χρόνο σου. Είναι η μεγαλύτερη σου περιουσία ! »