Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020
Ο μοναχός και οι Επισκέπτες του Μοναστηριού
Ο μοναχός και οι Επισκέπτες του Μοναστηριού
Η Παναγία, με το Βρέφος στην αγκαλιά Της, αποφάσισε να
κατέβει στη γη και να επισκεφτεί ένα μοναστήρι.
Υπερήφανοι, όλοι οι μοναχοί στάθηκαν στη σειρά και ο
καθένας παρουσιαζόταν μπροστά στην Παναγία, για να της αποδώσει τιμές. Ο ένας
απήγγειλε ωραία ποιήματα, ο άλλος έδειχνε τις μικρογραφίες του για τη Βίβλο,
ένας τρίτος απαρίθμησε τα ονόματα όλων των αγίων, κάποιος άλλος δοξολογούσε με
μελίρρυτη φωνή.
Έτσι ο κάθε μοναχός με τη σειρά του τίμησε την Παναγία
και το Βρέφος !
Στην τελευταία θέση της σειράς στεκόταν ένας μοναχός,
ο πιο ταπεινός του μοναστηριού. Οι γονείς του ήταν απλοί άνθρωποι, που δούλευαν
σ' ένα παλιό τσίρκο , το οποίο έκανε συνεχώς περιοδείες σε διάφορα μέρη , οπότε
ο μοναχός αυτός δεν κατόρθωσε να μάθει γράμματα , ούτε κάποια τέχνη , παρά μόνο
το μόνο που έμαθε κι έκανε καλά , ήταν να πετάει μπάλες στον αέρα και να κάνει απλά
ταχυδακτυλουργικά.
Όταν ήρθε η σειρά του, οι άλλοι ιερείς του ζήτησαν να μη καθυστερήσει προσκυνώντας την Αγία Μητέρα με το Θείο Βρέφος , αφού δεν μπορούσε να κάνει κάτι από αυτά , με τα οποία οι ίδιοι αποτίμησαν τιμές. Φοβήθηκαν μήπως στον ζήλο του επάνω, κάνει κάποια ενέργεια υποτιμητική για τους Υψηλούς Επισκέπτες , που ενδεχόμενα θα υποβάθμιζε την εικόνα του μοναστηριού στα μάτιά Τους !
Όταν ήρθε η σειρά του, οι άλλοι ιερείς του ζήτησαν να μη καθυστερήσει προσκυνώντας την Αγία Μητέρα με το Θείο Βρέφος , αφού δεν μπορούσε να κάνει κάτι από αυτά , με τα οποία οι ίδιοι αποτίμησαν τιμές. Φοβήθηκαν μήπως στον ζήλο του επάνω, κάνει κάποια ενέργεια υποτιμητική για τους Υψηλούς Επισκέπτες , που ενδεχόμενα θα υποβάθμιζε την εικόνα του μοναστηριού στα μάτιά Τους !
Αυτός όμως από τα στα βάθη της καρδιάς του αισθανόταν
απέραντη ανάγκη, να προσφέρει κάτι στον
Χριστό και στην Παναγία. Ντροπαλός, αισθανόμενος το βλέμμα αποδοκιμασίας των
αδελφών, έβγαλε μερικά πορτοκάλια από την τσέπη του και βάλθηκε να τα πετά στον αέρα, κάνοντας μερικές φιγούρες,
το μόνο που ήξερε.
Οι υπόλοιποι του μοναστηριού ντροπιασμένοι από την ασέβειά
του , προσπάθησαν να τον σταματήσουν, επιτιμώντας τον. Εκείνη τη στιγμή
όμως και μόνο τότε χαμογέλασε το Βρέφος
κι άρχισε να χτυπά παλαμάκια στην αγκαλιά της Παναγίας. Και προς αυτόν τον μοναχό
άπλωσε η Παναγία τα χέρια Της και εμπιστεύτηκε την αγκαλιά του , να κρατήσει το
Βρέφος λίγη ώρα!
Όταν η αγάπη ξεχειλίζει από την καρδιά , πάντοτε
υπάρχει τρόπος να μετουσιωθεί σε πράξη , που δεν προσβάλει και δεν υποτιμά.
Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2020
Η μεγαλύτερη περιουσία
Η μεγαλύτερη περιουσία
Ήταν κάποιος µια φορά που είχε πάρει απόφαση, να
χαίρεται και να απολαμβάνει τη ζωή του κάθε στιγμή.
Θεώρησε, ότι για να µπορεί να το κάνει αυτό, πρέπει να έχει πολλά λεφτά.
Σκέφτηκε λοιπόν, πως πρώτα θα επιχειρούσε να αποκτήσει αρκετά χρήματα και έπειτα θα απολάμβανε και θα χαιρότανε, ότι επιθυμούσε η ψυχή του !
Θεώρησε, ότι για να µπορεί να το κάνει αυτό, πρέπει να έχει πολλά λεφτά.
Σκέφτηκε λοιπόν, πως πρώτα θα επιχειρούσε να αποκτήσει αρκετά χρήματα και έπειτα θα απολάμβανε και θα χαιρότανε, ότι επιθυμούσε η ψυχή του !
Υπολόγισε ότι ένα εκατοµµύριο ευρώ θα του έφταναν για
να ζήσει ήσυχος την υπόλοιπη ζωή του. Αφιέρωσε λοιπόν όλες του τις δυνάµεις,
στο να κερδίσει χρήµατα και να µαζέψει πλούτη. Επί χρόνια, κάθε Παρασκευή,
άνοιγε το βιβλίο εσόδων και άθροιζε τα αγαθά του.
«Όταν µαζέψω το εκατομμύριο» έλεγε, «δεν θα δουλέψω άλλο. Θα είναι η στιγµή της απόλαυσης και της διασκέδασης. Δεν θ' αφήσω να µου συµβεί αυτό που έπαθαν άλλοι, που όταν έφτασαν στο πρώτο εκατοµµύριο άρχισαν να θέλουν κι άλλο. »
Και πιστός στην απόφασή του έφτιαξε µια τεράστια πινακίδα και την κρέµασε στον τοίχο:
«Μόνο ένα εκατομμύριο»
Πέρασαν τα χρόνια.
Ο τύπος µάζευε λεφτά κι έκανε προσθέσεις. Κάθε φορά ήταν όλο και πιο κοντά στο στόχο του.
Χαµογελούσε αυτάρεσκα, όταν σκεφτόταν τις χαρές που τον περίµεναν. Μια Παρασκευή κατάπληκτος βλέπει το τελικό νούµερο: Το άθροισµα ήταν 999.999 ευρώ. Έλειπε µόνο ένα ευρώ, για να συµπληρωθεί το εκατοµµύριο! Πανικόβλητος, αρχίζει να ψάχνει κάθε σακάκι, κάθε παντελόνι, κάθε συρτάρι, µήπως βρει τα λίγα νοµίσµατα που λείπουν ... Δεν ήθελε να περιµένει άλλη µία βδοµάδα.
«Όταν µαζέψω το εκατομμύριο» έλεγε, «δεν θα δουλέψω άλλο. Θα είναι η στιγµή της απόλαυσης και της διασκέδασης. Δεν θ' αφήσω να µου συµβεί αυτό που έπαθαν άλλοι, που όταν έφτασαν στο πρώτο εκατοµµύριο άρχισαν να θέλουν κι άλλο. »
Και πιστός στην απόφασή του έφτιαξε µια τεράστια πινακίδα και την κρέµασε στον τοίχο:
«Μόνο ένα εκατομμύριο»
Πέρασαν τα χρόνια.
Ο τύπος µάζευε λεφτά κι έκανε προσθέσεις. Κάθε φορά ήταν όλο και πιο κοντά στο στόχο του.
Χαµογελούσε αυτάρεσκα, όταν σκεφτόταν τις χαρές που τον περίµεναν. Μια Παρασκευή κατάπληκτος βλέπει το τελικό νούµερο: Το άθροισµα ήταν 999.999 ευρώ. Έλειπε µόνο ένα ευρώ, για να συµπληρωθεί το εκατοµµύριο! Πανικόβλητος, αρχίζει να ψάχνει κάθε σακάκι, κάθε παντελόνι, κάθε συρτάρι, µήπως βρει τα λίγα νοµίσµατα που λείπουν ... Δεν ήθελε να περιµένει άλλη µία βδοµάδα.
Τελικά, στο τελευταίο συρτάρι βρίσκει δύο μισάευρα.
Κάθεται στο γραφείο του, και γράφει µε τεράστια νούµερα: 1.000.000 Ικανοποιηµένος,
κλείνει τα βιβλία, κοιτάζει την πινακίδα στον τοίχο και µονολογεί:
«Ένα µόνο. Και τώρα απολαµβάνουµε ... »
«Ένα µόνο. Και τώρα απολαµβάνουµε ... »
Εκείνη ακριβώς τη στιγµή, χτυπάει η
πόρτα. Δεν περιµένει κανέναν. Απορηµένος, πάει να ανοίξει. Μια γυναίκα ντυµένη
στα µαύρα, µ' ένα δρεπάνι στο χέρι του λέει:
«Ήρθε η ώρα σου.»
Είχε έρθει ο θάνατος να τον πάρει.
«Όχι ... » ψελλίζει αυτός. «Όχι ακόµη ... δεν είµαι έτοιµος.»
«Ήρθε η ώρα σου» ξαναλέει ο Θάνατος.
«Μα πώς ... Τα λεφτά ... Οι χαρές ... »
«Καταλαβαίνω, αλλά ήρθε η ώρα σου.»
«Σε παρακαλώ, δώσε µου ακόµη ένα χρόνο ... Ανέβαλλα τα πάντα γιατί περίµενα αυτή τη στιγµή, σε παρακαλώ ...
Είχε έρθει ο θάνατος να τον πάρει.
«Όχι ... » ψελλίζει αυτός. «Όχι ακόµη ... δεν είµαι έτοιµος.»
«Ήρθε η ώρα σου» ξαναλέει ο Θάνατος.
«Μα πώς ... Τα λεφτά ... Οι χαρές ... »
«Καταλαβαίνω, αλλά ήρθε η ώρα σου.»
«Σε παρακαλώ, δώσε µου ακόµη ένα χρόνο ... Ανέβαλλα τα πάντα γιατί περίµενα αυτή τη στιγµή, σε παρακαλώ ...
«Λυπάµαι» λέει ο Θάνατος.
«Ας κάνουµε µια συµφωνία» προτείνει αυτός απελπισµένος, «κατάφερα και µάζεψα ένα εκατοµµύριο ευρώ. Πάρε τα µισά και δώσε µου ένα χρόνο διορία. Σύµφωνοι; »
«Όχι.»
«Σε παρακαλώ. Πάρε 750.000 και δώσε µου ένα µήνα ... »
«Ας κάνουµε µια συµφωνία» προτείνει αυτός απελπισµένος, «κατάφερα και µάζεψα ένα εκατοµµύριο ευρώ. Πάρε τα µισά και δώσε µου ένα χρόνο διορία. Σύµφωνοι; »
«Όχι.»
«Σε παρακαλώ. Πάρε 750.000 και δώσε µου ένα µήνα ... »
«Δεν έχεις καθόλου διορία.»
«900.000 για µια βδοµάδα.»
«Δεν έχεις καθόλου διορία.»
«Ας κάνουµε κάτι άλλο. Πάρ' τα όλα, και δώσε µου έστω και µία µέρα. Έχω τόσα να πω, τόσο κόσµο να δω, έχω αναβάλει τόσα πράγµατα ... σε παρακαλώ.»
«Ήρθε η ώρα σου» επαναλαµβάνει ο Θάνατος, αδιάλλακτος.
Ο άνθρωπος σκύβει το κεφάλι. Αποδέχεται την κατάσταση και παραιτείται από κάθε άλλη προσπάθεια διαπραγµάτευσης. Με περίλυπο ύφος, ζητάει µόνο µία τελευταία χάρη:
«Έχω έστω λίγα λεπτά ακόµη;» παρακαλεί.
Ο θάνατος βλέπει ακόµη λίγους κόκκους άµµου στην κλεψύδρα του και του λέει:
«Εντάξει».
Παίρνει ο άντρας ένα χαρτί και µια πένα από το γραφείο του και γράφει:
«Εσύ που διαβάζεις αυτό το κείμενο. Όποιος κι αν είσαι. Εγώ δεν μπόρεσα να αγοράσω ούτε µία ώρα ζωής µε όλα µου τα λεφτά. Πρόσεξε τι θα κάνεις µε τον χρόνο σου. Είναι η μεγαλύτερη σου περιουσία ! »
«900.000 για µια βδοµάδα.»
«Δεν έχεις καθόλου διορία.»
«Ας κάνουµε κάτι άλλο. Πάρ' τα όλα, και δώσε µου έστω και µία µέρα. Έχω τόσα να πω, τόσο κόσµο να δω, έχω αναβάλει τόσα πράγµατα ... σε παρακαλώ.»
«Ήρθε η ώρα σου» επαναλαµβάνει ο Θάνατος, αδιάλλακτος.
Ο άνθρωπος σκύβει το κεφάλι. Αποδέχεται την κατάσταση και παραιτείται από κάθε άλλη προσπάθεια διαπραγµάτευσης. Με περίλυπο ύφος, ζητάει µόνο µία τελευταία χάρη:
«Έχω έστω λίγα λεπτά ακόµη;» παρακαλεί.
Ο θάνατος βλέπει ακόµη λίγους κόκκους άµµου στην κλεψύδρα του και του λέει:
«Εντάξει».
Παίρνει ο άντρας ένα χαρτί και µια πένα από το γραφείο του και γράφει:
«Εσύ που διαβάζεις αυτό το κείμενο. Όποιος κι αν είσαι. Εγώ δεν μπόρεσα να αγοράσω ούτε µία ώρα ζωής µε όλα µου τα λεφτά. Πρόσεξε τι θα κάνεις µε τον χρόνο σου. Είναι η μεγαλύτερη σου περιουσία ! »
Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020
Ο άντρας που έχασε το μικρό του γιο
Ήταν κάποτε ένας άντρας που έπαθε τη μεγαλύτερη
συμφορά που μπορεί να συμβεί σε άνθρωπο.
Πέθανε ο μικρός του γιος.
Πέθανε ο μικρός του γιος.
Από
τον θάνατο του γιου του και για χρόνια ολόκληρα,
ξάπλωνε την νύχτα και δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
Το μόνο που έκανε ήταν να κλαίει... και να κλαίει... ως τα ξημερώματα.
Το μόνο που έκανε ήταν να κλαίει... και να κλαίει... ως τα ξημερώματα.
Κάποια μέρα, εμφανίζεται στον ύπνο του ένας
άγγελος και του λέει:
«Φτάνει πια… Πρέπει να συνεχίζεις τη ζωή σου
χωρίς αυτόν»
«Κλαίω γιατί έχω την ιδέα, πως δεν θα τον
ξαναδώ» λέει ο άντρας.
Ο άγγελος τον λυπάται και του προτείνει:
«Θέλεις να τον δεις;»
Και αμέσως, χωρίς να περιμένει απάντηση, τον
αρπάζει από το χέρι και τον ανεβάζει στον ουρανό.
«Τώρα θα τον δούμε! Κοίτα...» του λέει ο
άγγελος, ενώ με το δάχτυλο κάνει νόημα στη λευκή γωνία στο τέλος ενός δρόμου,
που ήταν στρωμένος με χρυσάφι.
Και αμέσως, αρχίζουν να περνάνε από μπροστά
τους ένα σωρό παιδάκια ντυμένα σαν αγγελάκια, με μικρά λευκά φτερά κι ένα κερί
αναμμένο στα χέρια. Αγοράκια και κοριτσάκια με αγγελικό πρόσωπο παρελαύνουν
μπροστά τους με απερίγραπτη έκφραση γαλήνης στα ροδομάγουλα προσωπάκια τους.
«Ποια είναι αυτά τα παιδιά;» ρωτάει ο άντρας.
«Είναι τα παιδιά που πέθαιναν τα τελευταία
χρόνια… κάθε μέρα περνάνε έτσι από μπροστά μας.
Είναι τόσο αγνά, που και μόνο το πέρασμα τους καθαρίζει από κάθε βρομιά ολόκληρο το σύμπαν.»
Είναι τόσο αγνά, που και μόνο το πέρασμα τους καθαρίζει από κάθε βρομιά ολόκληρο το σύμπαν.»
«Είναι ανάμεσα τους και ο γιος μου;» ρωτάει
ξανά ο άντρας.
«Και βέβαια, τώρα θα τον δεις.»
Από μπροστά τους περνάνε ακόμα εκατοντάδες
παιδάκια.
«Να, έρχεται» τον ειδοποιεί ο άγγελος.
Και πραγματικά, τον βλέπει ο πατέρας του να
έρχεται ανάμεσα στα άλλα παιδάκια. Είναι πανέμορφος, λάμπει, γεμάτος ζωή, όπως
ακριβώς τον θυμόταν!
Υπάρχει όμως κάτι, που τον στεναχωρεί.
Από όλα τα παιδάκια, μονάχα ο γιος του έχει το κερί του σβησμένο...
Από όλα τα παιδάκια, μονάχα ο γιος του έχει το κερί του σβησμένο...
Ενώ ο πατέρας αισθάνεται απέραντη λύπη για το
παιδί του, ο μικρός τον βλέπει, τρέχει κοντά του και τον αγκαλιάζει.
Αγκαλιάζει κι αυτός με δύναμη το παιδί του, αλλά δεν αντέχει να μην το ρωτήσει για το θέμα, που τον στεναχωρεί αυτήν τη στιγμή.
Αγκαλιάζει κι αυτός με δύναμη το παιδί του, αλλά δεν αντέχει να μην το ρωτήσει για το θέμα, που τον στεναχωρεί αυτήν τη στιγμή.
«Γιε μου, εσύ γιατί δεν έχεις φως;
Δεν σου άναψαν το κερί σου όπως στα άλλα παιδάκια;»
Δεν σου άναψαν το κερί σου όπως στα άλλα παιδάκια;»
«Και βέβαια, μπαμπά, κάθε πρωί μου ανάβουν το
κερί όπως και σε όλα τα παιδιά. Όμως, ξέρεις τι γίνεται; Κάθε βράδυ, τα δάκρυα
σου το σβήνουν.»
Ο μικρός σκουπίζει με τα χεράκια του τα δάκρυα
από τα μάγουλα του πατέρα του και τον παρακαλάει γλυκά:
«Σταματά να κλαις μπαμπά… σε παρακαλώ, σταμάτα
να κλαις».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






