Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020

Η δύναμη της οργής


Αρρώστησε ο σκληρόψυχος αυτοκράτορας. Η ασθένειά του τον καθήλωσε στο κρεβάτι. Οι καλύτεροι γιατροί προσπαθούσαν να τον θεραπεύσουν αλλά η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε.
Πέρασαν μήνες, χρόνια, ενώ ο αυτοκράτορας δε μπορούσε να κουνηθεί. Κατέκτησε το μισό κόσμο, όλοι τρόμαζαν ακούγοντας το όνομα του σκληρού κατακτητή, αλλά μπροστά στην ασθένειά του ήταν αδύναμος.
Μια φορά η αδυναμία του τον έκανε να λυσσάξει:
– Όλους τους γιατρούς να αποκεφαλίσετε και να βάζετε τα κεφάλια τους στους τείχους της πόλης.
Πέρασαν χρόνια, οι τείχη της πόλης άσπρισαν από τα ξεραμένα κρανία των γιατρών.
Μια φορά ο αυτοκράτορας φώναξε τον βεζίρη του:
– Βεζίρη, πού είναι οι γιατροί;
– Δεν υπάρχουν γιατροί, αφέντη μου. Εσείς δώσατε την διαταγή να τους εκτελέσουν. Δεν έμεινε ούτε ένας, που αξίζει να εμφανιστεί μπροστά σας.
Πέρασαν δέκα χρόνια ακινησίας και μια φορά ο αυτοκράτορας ξαναρώτησε τον βεζίρη του:
– Θυμάσαι είπες πως δεν έμεινε γιατρός που αξίζει να εμφανιστεί μπροστά μου. Εξήγησέ μου τι σημαίνει αυτό.
– Αφέντη μου, έμεινε μόνο ένας κομπογιαννίτης στο κράτος μας. Ζει εδώ στην πρωτεύουσα μας. Ξέρει να θεραπεύει, αλλά είναι τόσο ανάγωγος, τόσο άγαρμπος και αγενής.
– Γιατί δε μου το έφερες ; φώναξε ο αγανακτισμένος αυτοκράτορας.
– Μα, αφέντη μου, αν τον έφερνα θα με είχατε θανατώσει, για την συμπεριφορά του.
– Υπόσχομαι, πως δε θα το κάνω. Φέρ’ τον αμέσως.
Σε λίγο ο βεζίρης ήρθε μαζί με τον κομπογιαννίτη.
– Λένε πως ξέρεις να θεραπεύεις, είπε ο αυτοκράτορας. Δεν νομίζω, πως έχεις τις ικανότητες, να με θεραπεύσεις.
– Και τι ξέρεις εσύ από την ιατρική και μιλάς; Εσύ ούτε κεφάλια ξέρεις να κόβεις, ακόμη και αυτό το κάνουν οι δήμιοί σου, με θράσος απάντησε ο κομπογιαννίτης.
– Φρουρά!!! φώναξε ο οργισμένος αυτοκράτορας, αποκεφαλίστε τον.
Ποτέ στη ζωή του ο αυτοκράτορας δεν είχε ακούσει να του μιλάνε με αυτό το αγενή τρόπο.
– Είμαι η τελευταία σου ελπίδα, του είπε ο κομπογιαννίτης ! Μπορείς να με σκοτώσεις, όμως μην ξεχνάς πως είμαι ο τελευταίος, που μπορεί να σε θεραπεύσει και μάλιστα, σήμερα!
Ο αυτοκράτορας ακούγοντας αυτά τα λόγια, αμέσως ηρέμησε:
– Άρχισε να θεραπεύεις! Είπες πως θα το κάνεις σε μια μέρα, σήμερα!
– Εντάξει, όμως πρέπει να δεχτείς τρεις όρους, μόνο τότε θ’ αρχίσω την θεραπεία σου.
– Λέγε!
– Να διατάξεις, να φέρουν μπροστά στις πύλες του παλατιού το πιο γρήγορο άτι στην αυτοκρατορία σου και ένα μικρό σακούλι με χρυσές λύρες.
– Αν θα με θεραπεύεις, θα σου χαρίσω σαράντα άλογα φορτωμένα τσουβάλια με χρυσές λύρες.
– Αυτό θα το κάνεις μετά, μετά… Πίσω μου θα τα στέλνεις. Ο δεύτερος όρος , κανένας δεν πρέπει να είναι μέσα στα παλάτια σου, όταν θα σε θεραπεύω, επειδή κατά τη θεραπεία θα νιώσεις πόνο, θα φωνάζεις και σίγουρα δεν θέλεις, να δει κανένας τον αυτοκράτορα τόσο αδύναμο
– Εντάξει. Τι άλλο;
– Ο τρίτος όρος είναι να μη μπουν μέσα οι υπηρέτες σου για μια ώρα τουλάχιστον, ακόμα κι αν τους καλέσεις, επειδή μπορεί να με εμποδίσουν και να μην ολοκληρωθεί η θεραπεία.
Ο αυτοκράτορας δέχτηκε τους όρους του κομπογιαννίτη και διέταξε όλοι να φύγουν. Έμειναν οι δυο τους.
– Ν’ αρχίσεις!, διέταξε ο αυτοκράτορας.
– Τι ν’ αρχίσω, παλιόμουτρο; Ποιος σου είπε βλάκα, ότι μπορώ να σε θεραπεύσω; Έπεσες στην παγίδα μου. Έχω μια ώρα. Τόσο καιρό περίμενα την κατάλληλη στιγμή να σε τιμωρήσω, αιμοβόρο θηρίο! Έχω τρία όνειρα, τρεις ενδόμυχες επιθυμίες. Το πρώτο είναι να φτύσω την αυτοκρατορική σου φάτσα!
Και με αυτά τα λόγια ο κομπογιαννίτης με όλη του τη δύναμη έφτυσε τον αυτοκράτορα στον πρόσωπο. Χλόμιασε το πρόσωπο του αυτοκράτορα από την οργή και αδυναμία να κάνει κάτι. Άρχισε σιγά να κουνιέται στην προσπάθεια να αντισταθεί σ’ αυτό το εξευτελισμό!
– Α! σάπιο κούτσουρο, παλιόσκυλα, μπορείς και να κουνηθείς! Το δεύτερο μου όνειρο… Ω! πόσο θα το απολαμβάνω, είναι να κατουρήσω πάνω στο μούτρο σου.
Και αμέσως άρχισε να πραγματοποιεί το όνειρό του.
– Φρουρά!!! ούρλιαξε ο αυτοκράτορας, αλλά η φωνή του πνίγηκε απ’ τα ούρα!
Άρχισε να κουνάει το κεφάλι του για να αποφύγει το ρεύμα των ούρων και κατάφερε να σηκώσει το κορμί του, προσπαθώντας με δόντια να αρπάξει το πόδι του κομπογιαννίτη. Η φρουρά άκουσε τη φωνή του, αλλά δεν τόλμησε να παραβιάζει την διαταγή του.
– Ψόφιο γουρούνι, είπε ο κομπογιαννίτης και του έδωσε μια κλοτσιά.
Ο αυτοκράτορας ένιωσε δυνατό πόνο. Ξαφνικά θυμήθηκε, πως δίπλα στο κρεβάτι του υπάρχει μια μικρή ντουλάπα και εκεί υπάρχει ένα στιλέτο. Υποκινούμενος από μοναδική επιθυμία, να τιμωρήσει τον άνθρωπο που τον προσέβαλλε βάναυσα, άπλωσε το χέρι του προς το όπλο.
Εν τω μεταξύ ο κομπογιαννίτης είπε το τρίτο του όνειρο, που ούτε καν μπορεί να γραφεί κι όταν ο αυτοκράτορας το άκουσε, ούρλιαξε σαν λαβωμένο θηρίο. Με τιτάνιες προσπάθειες ο αυτοκράτορας σύρθηκε προς το ντουλαπάκι με το στιλέτο.
– Θα σε σκοτώσω, βρυχιόταν ο αυτοκράτορας, με τα χέρια μου θα σε κομματιάσω!!!
Με τη δύναμη της θέλησης ο αυτοκράτορας σηκώθηκε πάνω στα βαμβακένια πόδια του και άρπαξε το στιλέτο. Όταν γύρισε, κανένας δεν ήταν μέσα στο παλάτι. Με πολλές δυσκολίες έφτασε στην έξοδο του ανακτόρου.
Αχ! Πόσο μετάνιωσε, που έδωσε σ’ αυτόν τον παλιάνθρωπο το καλύτερό του άτι! Γεμάτος οργή και θέληση πλησίασε το πρώτο άλογο, με δόντια γαντζώθηκε στη χαίτη του αλόγου και με χέρια που μέσα τους εμφανίσθηκε λίγη δύναμη, ανέβηκε στη σέλα.
Μέσα του ξύπνησε το πνεύμα του μεγάλου ηγεμόνα, ξύπνησε το πνεύμα του μεγάλου στρατηλάτη.
– Πού έφυγε, φώναξε ο αυτοκράτορας στους υπηρέτες, που έτρεχαν προς τον αυτοκράτορα.
Βλέποντας τον αυτοκράτορα πάνω στο άλογο οι υπηρέτες και οι φρουροί έκπληκτοι και φοβισμένοι έδειξαν προς την κατεύθυνση, που έφυγε ο κομπογιαννίτης.
Ο αυτοκράτορας ρίχτηκε πίσω από τον φυγά. Κάθε λεπτό ένιωθε πως οι δυνάμεις του επιστρέφουν. Ήδη είχε κάνει πολλά χιλιόμετρα, όταν ξαφνικά θυμήθηκε:
«Θεέ μου! Δέκα χρόνια δεν είχα καθίσει στη σέλα! Δέκα χρόνια δεν έβλεπα μπροστά μου τη χαίτη του άτι! Δέκα χρόνια δεν κρατούσα στο χέρι μου όπλο!»
Εκείνη τη στιγμή άκουσε πίσω του από καιρό ξεχασμένους ήχους. Ήταν το ποδοβολητό των αλόγων και τα ενθουσιώδη ουρλιαχτά. Εκατό αξιωματικοί του πάνω στα άλογα με τα σπαθιά στα χέρια τους και ολόκληρο το στρατό πίσω τους πλησίαζαν τον αυτοκράτορα φωνάζοντας:
– Ζήτω ο αυτοκράτορας!
Όταν ο στρατός έφτασε στον αυτοκράτορα, τον είδανε να κείται μέσα στη σκόνη του δρόμου, να τινάζει τα πόδια, τα χέρια του και να πνίγεται από τους καγχασμούς:
– Αχ! κομπογιαννίτη! Αχ! κάθαρμα!... Αξίζεις τελικά τα τσουβάλια με το χρυσό!

Ο Βράχος στη μέση του δρόμου


Τροφή στα άγρια σκυλιά


Ο Μουλάς και οι Φιλόσοφοι


Οι φιλόσοφοι μαζεύτηκαν στην αυλή του Πατισάχ, για να δικάσουν τον Μουλά. Η υπόθεση ήταν σοβαρή, γιατί τον κατηγορούσαν οι φιλόσοφοι, πως περνώντας από χωριά και πόλεις έλεγε:
"Αυτοί που ονομάζονται φιλόσοφοι, είναι άνθρωποι αγράμματοι, αναποφάσιστοι κι ανόητοι. "
Τον κατηγορούσαν για υπονόμευση των θεμελίων του κράτους.
Ο Πατισάχ απευθύνθηκε στον Μουλά και είπε:
- Μπορείς να μιλήσεις πρώτος. Τι έχεις να πεις για τις κατηγορίες;
- Ας φέρουν κόλλες και μολύβια, είπε ο Μουλάς και όταν τα έφεραν, συνέχισε:
- Δώστε τα στους πρώτους εφτά φιλόσοφους και όταν τα έδωσαν, είπε:
- Ας γράψει ο καθένας την απάντηση στην ερώτηση: "Τι είναι το ψωμί;"
Οι φιλόσοφοι έγραψαν και παρέδωσαν τα γραπτά στον Πατισάχ ο οποίος τα διάβασε φωναχτά.
Ο πρώτος έγραψε: "Το ψωμί είναι τροφή."
Ο δεύτερος: "Είναι αλεύρι και νερό."
Ο τρίτος: "Είναι το δώρο του Θεού."
Ο τέταρτος: "Ψημένο ζυμάρι."
Ο πέμπτος: "Ευμετάβλητη έννοια, που υπονοεί την βασική τροφή των ανθρώπων."
Ο έκτος: "Θρεπτική ουσία."
Ο έβδομος: "Μόνο ο Θεός ξέρει την απάντηση."
Και τότε σηκώθηκε ο Μουλάς και απευθύνθηκε στον Πατισάχ και στους αυλικούς:
- Όταν αυτοί οι άνθρωποι αποφασίσουν, τι είναι τελικά το ψωμί, τότε ίσως να μπορέσουν να απαντήσουν και σε άλλα ερωτήματα, όπως " Ποιο είναι το νόημα της ζωής " ή " Αν υπάρχει αλήθεια ή όχι. "
Τώρα πέστε μου! Μπορούμε να βασιζόμαστε στην κρίση τέτοιων ανθρώπων; Δεν είναι παράξενο, που δε μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους, τι τρώνε κάθε μέρα;
Μόνο σ' ένα πράγμα ήταν ομόφωνοι, να με κατηγορήσουν εμένα τον Μουλά ως εγκληματία !

Παράδεισος και κόλαση


Βρέθηκε ένας άνθρωπος στον παράδεισο. Βλέπει πως όλοι οι άνθρωποι εδώ είναι χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, ανοιχτοί, με ευμενή διάθεση, ενώ γύρω τους όλα είναι συνηθισμένα, χωρίς να υπάρχει κάτι ιδιαίτερο.
Ο άνθρωπος έκανε βόλτες, κοίταξε, μίλησε με τους υπόλοιπους και του άρεσε. Μετά είπε στον αρχάγγελο:
– Σε παρακαλώ, μπορώ να δω και την κόλαση;
– Εντάξει, πάμε να σου την δείξω.
Ήρθαν στην κόλαση. Ο άνθρωπος με αμηχανία παρατηρεί, πως δεν υπάρχει καμιά διαφορά στον περιβάλλοντα χώρο, όλα είναι έτσι, όπως ήταν και στον παράδεισο. Παρόλο αυτό όμως οι άνθρωποι εδώ στην κόλαση, διαφέρουν από αυτούς που συνάντησε στον παράδεισο. Στην κόλαση οι άνθρωποι εμφανίζονται δυσαρεστημένοι, προσβεβλημένοι, κακότροποι, κακοδιάθετοι και αμέσως καταλαβαίνεις, πως δεν τους αρέσει η ζωή εδώ που βρίσκονται.
Ο άνθρωπος γεμάτος απορία, ρωτά τον αρχάγγελο:
– Δεν καταλαβαίνω, βλέπω, πως εδώ όλα είναι ακριβώς έτσι, όπως και στον παράδεισο. Γιατί όμως οι άνθρωποι εδώ στην κόλαση εμφανίζονται τόσο δυσαρεστημένοι;
– Γιατί νομίζουν, πως στον παράδεισο το περιβάλλον είναι καλύτερο!

Ο εγκλωβισμός στον καταψύκτη


Μία γυναίκα εργαζόταν σε μια μονάδα συσκευασίας κρέατος. Μια μέρα, στο τέλος της εργάσιμης ημέρας της, πήγε στον καταψύκτη για να ελέγξει κάτι, αλλά η πόρτα έκλεισε τυχαία και η γυναίκα εγκλωβίστηκε μέσα στον θάλαμο.
Η γυναίκα φώναξε και χτύπησε τα τοιχώματα με δύναμη, αλλά μάταια, επειδή κανείς δεν μπορούσε να την ακούσει. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι είχαν ήδη φύγει και έξω από την κατάψυξη είναι αδύνατο να ακούσουν τι συμβαίνει μέσα.
Πέντε ώρες αργότερα, όταν ο θάνατος φαινόταν αναπόφευκτος, ο φύλακας του εργοστασίου άνοιξε την πόρτα και η γυναίκα κατάφερε να απεγκλωβιστεί και να γλυτώσει από τον βέβαιο θάνατο !
Αργότερα, η γυναίκα ρώτησε τον φύλακα , πως σκέφτηκε και αποφάσισε να ελέγξει την κατάψυξη εκείνη την ημέρα, αφού αυτό δεν ήταν μέσα στα καθήκοντά του.
Ο φύλακας απάντησε:
« Εργάζομαι στο εργοστάσιο σχεδόν 35 χρόνια, εκατοντάδες άνθρωποι περνούν από μπροστά μου στην πύλη καθημερινά , ερχόμενοι ή εξερχόμενοι από το εργοστάσιο. Ελάχιστοι είναι εκείνοι οι οποίοι ψελλίζουν έστω έναν χαιρετισμό , οι περισσότεροι με αντιμετωπίζουν σαν να είμαι αόρατος , αλλά μόνον εσείς δεν παραλείπετε να με χαιρετήσετε χαμογελώντας , κάθε φορά που έρχεστε , αλλά και μετά το τέλος της βάρδιάς σας , που αποχωρείτε.
Σήμερα, περάσατε όπως πάντα, και μου είπατε "Γεια σας". Αλλά μετά από το πέρας της εργάσιμης ημέρας, παρατήρησα με έκπληξη, ότι δεν άκουσα "Καλή συνέχεια , με το καλό να σε ξαναδώ αύριο " από εσάς , αλλά ούτε σας είδα να φεύγετε από το εργοστάσιο. Έτσι αποφάσισα να ελέγξω το εργοστάσιο. Είμαι τόσο συνηθισμένος στο "γεια σας" και "αντίο" κάθε μέρα, επειδή μου θυμίζουν, πως θεωρώ ευχάριστη και απαραίτητη την επικοινωνία μου με τους άλλους . Όταν λοιπόν δεν άκουσα σήμερα το αποχαιρετιστήριο σας, συνειδητοποίησα ότι κάτι είχε συμβεί. Γι 'αυτό έψαξα παντού για εσάς. "
Να αγαπάμε και να σεβόμαστε τους γύρω μας και έμπρακτα να τους δείχνουμε το ενδιαφέρον μας .

Τα Πάντα Όλα


Ενδιαφέρουσα η παρακάτω θεωρία , που έχει τουλάχιστον φιλοσοφική διάθεση και δίνει πραγματικά τροφή για σκέψη.
'' Η θεωρία της άπειρης ή και όχι πληθωρικότητας ''
Υπόθεση: Ο καθένας από εμάς με ότι συμπεριλαμβάνει η οντότητά του, αποτελεί στοιχείο ενός υπερσυνόλου, που περικλείει τα πάντα γνωστά και άγνωστα υλικά ή άυλα, που για απλούστευση ας το ονομάσουμε Σύμπαν.
Συμπέρασμα: Αν οποιοσδήποτε σκεφτεί ή φαντασιωθεί οτιδήποτε, τότε αυτό ή είναι ήδη ένα υπαρκτό στοιχείο του Σύμπαντος ή αυτόματα γίνεται ένα επιπλέον κομμάτι του, έστω και σαν πιθανότητα μελλοντικής ύπαρξης και έτσι το σύμπαν μεγαλώνει σαν σύνολο.
Σημείωση 1: Με την έκφραση οντότητα για τον καθένα από εμάς συμπεριλαμβάνω την ύλη που αποτελεί το σώμα του , την ενέργεια που περικλείει την σκέψη του και οτιδήποτε άλλο τον απαρτίζει, άσχετα αν δεν έχει εντοπιστεί ή ονομαστεί ακόμα.
Σημείωση 2: Με τη λέξη Σύμπαν εννοώ το Όλον, την φανερή ή μη φανερή πραγματικότητα, τα παράλληλα σύμπαντα, τις όποιες διαστάσεις, τις γνωστές και άγνωστες μορφές του πράγματος που ονομάζουμε ύλη. Τα πάντα όλα.
Επεξηγήσεις: Με άλλα λόγια υποθέτοντας, ότι είμαι μέρος ενός υπερσυνόλου γνωστής και άγνωστης πραγματικότητας, δεν μπορώ να σκεφτώ πράγματα εξωπραγματικά, γιατί οι σκέψεις μου είναι στοιχεία του ίδιου υπερσυνόλου.
Έτσι αν σκεφτώ για παράδειγμα ένα δράκο, τότε αυτός αυτόματα ή κάπου υπάρχει ή γεννιέται η πιθανότητα να υπάρξει, κάνοντας πλουσιότερο το Σύμπαν.
Μια στιγμή, θα πείτε κάποιοι από εσάς, το ότι τίποτα δεν έχει μηδενική πιθανότητα να συμβεί, είναι πολλές δεκαετίες γνωστό στις θετικές επιστήμες και έχετε δίκιο, αλλά δε λέω το ίδιο. Ούτε αυτό που σας λέω, σχετίζεται με τη θεωρία, του ότι κάθε φορά που παίρνουμε μια απόφαση, συνυπάρχουν δύο πραγματικότητες και δημιουργούνται παράλληλα σύμπαντα, που στο ένα έχεις στρίψει δεξιά και στον άλλο αριστερά κ.λπ.
Προσέξετε. Η ειδοποιός διαφορά είναι, ότι υποστηρίζω πως η έκφραση ή η απλή σκέψη οποιασδήποτε «κατάστασης», γεννάει αυτόματα την πιθανότητα «υλοποίησης» της με όλα τα συνεπακόλουθα.
Έτσι σύμφωνα με τον τρόπο σκέψης μου κάθε φορά που ονειρευόμαστε, φανταζόμαστε ή προσδοκάμε το απροσδόκητο, εν δυνάμει διευρύνουμε τα όρια της πραγματικότητας.
Το Σύμπαν λοιπόν είναι ήδη άπειρα πληθωρικό σε όλα: Στις διαστάσεις του, χωρικές και άλλες, σε αυτά που συμπεριλαμβάνει και ακόμα στην ίδια τη δυνατότητα να συμπεριλάβει οτιδήποτε, διογκώνοντας την ίδια την πληθωρικότητα του. Φυσικά δεν έχει όρια, γιατί ακόμα και αν είχε τώρα μόλις δήλωσα ότι δεν έχει, εντάσσοντας το στην πιθανή συμπαντική πραγματικότητα και φυσικά μπορώ να δημιουργήσω την πιθανότητα, να έχει όρια. Εγώ είμαι λοιπόν, που με την αισιοδοξία ή την απαισιοδοξία μου δημιουργώ άπειρες εκφάνσεις μίας κατάστασης, που μια χαρά θα μπορούσαν να συνυπάρχουν σε αυτό το χρονοχωρικό συνεχές. Με τη λέξη «αυτό», μόλις δημιούργησα την πιθανότητα για άπειρα χρονοχωρικά συνεχή. Όλα γίνονται, όλα μπορούν να υπάρξουν και να συμβούν, να επαληθευτούν ή να καταρριφθούν. Η Μαρία θα παντρευτεί τον Νίκο, που θα τετραγωνίσει τον κύκλο και το δέκατο τέταρτο παιδί τους θα καταρρίψει τον πρώτο θερμοδυναμικό νόμο στα έντεκά του χρόνια !
Είμαι προφήτης και Θεός μαζί γιατί μόλις έκανα παρέμβαση στην πιθανή εξέλιξη της Ιστορίας; Πόσο πιθανό είναι στο κάτω-κάτω η Μαρία να συναινέσει για δέκατο τέταρτο παιδί;
Προσέξτε, δεν αυτοαναιρούμαι. Δεν μπαίνω σε οποιαδήποτε λογική προσμέτρηση της πιθανότητας, στην οποία αναφέρομαι. Δεν υπονόησα καν ότι αν σκεφτώ ένα δράκο, αυτός θα υλοποιηθεί. Ίσως υπάρχουν κανόνες για τα στοιχεία που μπορούν να προστεθούν και θα διογκώσουν την πληθωρικότητα. Ίσως πρέπει να μαζευτούν πολλοί άνθρωποι, που όλοι μαζί θα σκέφτονται τον δράκο και αθροιστικά όλο αυτό το δυναμικό θα το υλοποιήσει . Ίσως αρκεί κάποιος να το σκεφτεί με ξεχωριστό τρόπο, δεν ξέρω…
Όχι ξέρω. Τις τελευταίες παραγράφους ξέρω ότι τις έγραψα επίτηδες, ξέροντας ότι κάποιοι θα κάνουν τέτοιου είδους συσχετισμούς και προεκτάσεις. Η θεωρία μου το επαναλαμβάνω είναι απλή και αυστηρά προδιαγεγραμμένη:
Είσαι μέλος ενός συνόλου που το ονομάζεις κόσμος, πραγματικότητα, σύμπαν, πολυσύμπαν, υπερσύμπαν. Όλα τα πάντα όλα, δηλαδή. Τότε το δικό σου «όλον» δεν μπορεί να είναι έξω από αυτό. Η ιδιότητά σου αυτή να εμπεριέχεσαι συνεχώς στο «Όλον», σε κάνει ικανό να δημιουργείς την πιθανότητα, να εμπλουτιστεί με νέα στοιχεία ή απλά ανακαλύπτεις» στοιχεία, που είναι έξω από τη δική σου εμπειρία. Έτσι ταΐζεις συνέχεια την υπερπληθωρικότητα. Τίποτα άλλο δεν εννόησα.
Ας προχωρήσουμε παρακάτω. Γιατί ονομάζω τη θεωρία μου άπειρη ή και όχι πληθωρικότητα; Το «ή και όχι» πού κολλάει;
Ας πάμε πίσω στην αρχή δηλαδή στην αρχική υπόθεση:
«Είμαι ένα στοιχείο ενός υπερσυνόλου, που ονομάζεται Σύμπαν»
Και αν ΔΕΝ είμαι στοιχείο, τότε τι θα μπορούσε να είμαι; Νομίζω ότι υπάρχουν μόνο δύο περιπτώσεις:
α) Να είμαι εξωτερικός παρατηρητής του Σύμπαντος ολοκληρωτικά ή εν μέρει. Δηλαδή να είμαι μια ανεξάρτητη οντότητα, ένα άλλο σύνολο, απαρτιζόμενο και από στοιχεία, που είναι ξένα, όχι κοινά δηλαδή με εκείνα του Σύμπαντος.
Τότε όμως αρκεί να ενώσουμε το δικό μου εξωτερικό Σύμπαν με το άλλο και να δημιουργήσουμε ένα νέο Υπερσύμπαν δηλαδή πάλι τα ίδια, η ίδια λογική, η ίδια άπειρη πληθωρικότητα.
β) Το Σύμπαν να είμαι εγώ. Όλο το Σύμπαν να είμαι εγώ. Εγώ να είμαι Εσύ, το βουνό το φυτοπλαγκτόν, ο γαλαξίας, η χαρά της Καιτούλας, το κριτικό βλέμμα της Ελενίτσας, η διάχυση των διαστάσεων, το αντινετρίνο, ο Θεός. Εγώ να είμαι τα Πάντα. Πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Όλη η αλήθεια και όλο το ψέμα. Να ταυτίζομαι με το Υπερσύνολο. Τι γίνεται τότε; Απειρίζεται το άπειρο ή είμαστε αδιάσπαστοι; Είμαστε, είστε,
είναι … Όλα συνδεδεμένα, όλα ένα. Γιατί όχι; Στο κάτω-κάτω από ένα αδιάστατο σημείο ξεπήδησαν όλα, όπως λέει η θεωρία της Μεγάλης έκρηξης. Αφήστε που είναι πολύ βολικό, γιατί έτσι βρίσκεται βάση για να εξηγηθούν πολλά ανεξήγητα πράγματα, που τα αφήνω στη γόνιμη φαντασία σας.
Μέχρι εδώ πήγαινε η θεωρία μου '' της άπειρης ή και όχι πληθωρικότητας '' στην πρωτόλεια μορφή της εδώ και χρόνια. Ως εδώ είχα αποφασίσει αρχικά να μοιραστώ μαζί σας, γιατί φοβόμουν ότι αν έγραφα κάτι περισσότερο, θα κινδύνευε να χάσει το όποιο αυστηρό περίγραμμα λογικής έχει και να υποβιβαστεί εύκολα σε ευφυολόγημα. Δεν σας κρύβω, ότι με τα χρόνια προχώρησα την αρχική μου σκέψη παρακάτω, συνδέοντας την με άλλες θεωρίες μου όπως η Υπερσημαντικότητα που έχω ήδη δημοσιεύσει.
Σε αναμονή λοιπόν.
Σας πληροφορώ ότι προσωπικά αμφιταλαντεύτηκα πολλές φορές, στο αν η αρχική υπόθεση ισχύει ή όχι. Το να είμαστε κατακερματισμένα στοιχεία ενός όλου, αλλά ικανά να το εμπλουτίσουν, μου έδινε μια καλή διέξοδο στις υπαρξιακές μου αναζητήσεις. Μεγαλώνοντας γονάτισα λίγο συναισθηματικά, όταν κατάλαβα, ότι ποτέ δεν είχα στην πραγματικότητα αγγίξει ούτε αντικείμενο, ούτε άνθρωπο, μια και στην πραγματικότητα η ύλη μας δεν έρχεται ποτέ στην καθημερινή ζωή σε πραγματική επαφή με οποιαδήποτε άλλη ύλη, με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το άγγιγμα. Τέτοιου είδους γνώσεις, αντί να φουντώσουν την υλιστική οπτική των θεωρήσεων μου, με οδήγησαν σε αντίθετα εντελώς μονοπάτια, με αποτέλεσμα να μη με ξενίζει η παραδοξότητα.
Από την άλλη μεριά η προοπτική να είμαι Εγώ τα Πάντα με γέμιζε αισιοδοξία, αφού εκμηδένιζε κάθε είδους ματαιότητα, αλλά από την άλλη μεριά τα ερωτηματικά που γεννούσε, με γέμιζαν με παραπανίσιο άγχος στις αυτοπροσδιοριστικές και ενδοσκοπικές μου προσπάθειες.
Αυτά. Έκανα πραγματικά μεγάλη προσπάθεια να είμαι σαφέστατα ασαφής στην τελευταία αυτή παράγραφο, που ακολούθησε την περιγραφή της θεωρίας μου. Για να βάλουμε τα πράγματα σε μια ξεκάθαρη βάση, η όλη θεωρία γεννήθηκε στο μυαλό μου, όταν μου έμαθαν την έννοια του συνόλου και η πρωταρχική μου σκέψη ήταν απλή αλλά αυστηρή: Είμαι στοιχείο ενός συνόλου, δεν μπορώ να σκεφτώ έξω από αυτό, αλλά αν μπορώ, τότε του προσθέτω αναγκαστικά νέα στοιχεία. Έτσι απλά και απέριττα και σχεδόν μαθηματικά σε μια εποχή, που δεν είχα προλάβει να «μολυνθώ» ούτε με πολύπλοκες, ούτε με περιττές γνώσεις.