Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

Ο πελάτης του χασάπη


Μια φορά κι έναν καιρό, ένας χασάπης είναι στο μαγαζί του, όταν βλέπει με έκπληξη, να μπαίνει μέσα ένας σκύλος. Τον κλωτσάει για να φύγει, αλλά σε λίγο ο σκύλος πάλι έρχεται. Τότε πάει κοντά του και βλέπει, ότι στο στόμα του έχει ένα σημείωμα. Το παίρνει και διαβάζει :
« Θα ήθελα παρακαλώ, 12 λουκάνικα κι ένα ποδαράκι αρνίσιο. Ο σκύλος έχει στο στόμα του τα χρήματα. »
Ο χασάπης κοιτάζει μέσα στο στόμα του σκύλου και βλέπει, ότι υπάρχει ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ. Παίρνει λοιπόν τα χρήματα, βάζει τα λουκάνικα και το ποδαράκι σε μια σακούλα και την δίνει στο στόμα του σκύλου. Όμως είναι τόσο πολύ εντυπωσιασμένος ώστε, μια που ήρθε η ώρα να κλείσει, αποφασίζει να κατεβάσει τα ρολά και να ακολουθήσει τον σκύλο.
Έτσι φεύγουν, εμπρός το σκυλί και πίσω αυτός και φτάνουν στην κάτω διασταύρωση. Ο σκύλος αφήνει κάτω το δέμα, κάνει ένα πήδημα και πατάει το κουμπί του στοπ. Μετά περιμένει υπομονετικά, με το σακούλι στο στόμα, για να ανάψει το κόκκινο στα φανάρια και όταν ανάβει, περπατάει κανονικά στη διάβαση κι ο χασάπης τον ακολουθεί.
Ο σκύλος φτάνει στη στάση του λεωφορείου και κοιτάζει τον πίνακα των δρομολογίων.
Ο χασάπης τα έχει χαμένα. Ο σκύλος περιεργάζεται τον πίνακα δρομολογίων και μετά βολεύεται σ’ ένα από τα καθίσματα της στάσης. Σε λίγο έρχεται ένα λεωφορείο. Ο σκύλος σηκώνεται, πηγαίνει μπροστά, βλέπει τον αριθμό του λεωφορείου και γυρίζει και κάθεται ξανά στη θέση του.
Στο επόμενο λεωφορείο ο σκύλος , αφού ελέγχει τον αριθμό , κάνει νόημα σηκώνοντας το δεξί μπροστινό του πόδι κι ο οδηγός σταματάει στη στάση. Ανεβαίνει ο σκύλος , προχωράει στο διάδρομο και βολεύεται σε μια θέση , που είναι για τη τοποθέτηση αποσκευών. Από πίσω του έχει ανεβεί κι ο χασάπης.
Το λεωφορείο περνάει από την πόλη , προχωρεί στα προάστια κι ο σκύλος κοιτάζει από το παράθυρο. Κάποτε σηκώνεται και προχωρεί προς τα εμπρός, σκαρφαλώνει στο κάγκελο , που βρίσκεται το κουμπί της στάσης και το πατάει. Κατεβαίνει με τα ψώνια στο στόμα του.
Κι έτσι, σκύλος και χασάπης περπατούν μαζί στο δρόμο και κάποτε ο σκύλος μπαίνει στην αυλή ενός σπιτιού. Προχωράει στο μονοπάτι και ρίχνει τα ψώνια στο σκαλοπάτι.
Μετά κάνει πίσω αρκετά, παίρνει φόρα και ρίχνεται πάνω στην πόρτα. Ξανακάνει πίσω στο μονοπάτι, τρέχει και ρίχνεται και πάλι πάνω στην πόρτα. Κανείς δεν απαντάει απ’ το σπίτι κι έτσι ο σκύλος πάει πάλι πίσω, πηδάει πάνω από έναν χαμηλό φράχτη, περπατάει γύρω από τον κήπο, φτάνει στην πίσω πόρτα, χτυπάει το κεφάλι του πάνω της αρκετές φορές, κάνει πίσω, πηδάει πάλι τον φράχτη και περιμένει έξω από την κεντρική πόρτα.
Ο χασάπης παρατηρεί και βλέπει έναν μεγαλόσωμο άνδρα να ανοίγει την πόρτα και να αρχίζει να χτυπάει τον σκύλο, να τον κλωτσάει και να του ρίχνει μπουνιές, βρίζοντας τον.
Ο χασάπης ορμάει και τον σταματάει :
« Για όνομα του Θεού, τι κάνεις άνθρωπέ μου; Το σκυλί είναι σκέτη ιδιοφυΐα. Θα μπορούσε να βγει 

στην τηλεόραση! »
Και σ’ αυτά ο άλλος άνδρας απαντάει :
« Έξυπνο τον θεωρείς αυτόν; Για δεύτερη φορά ετούτη τη βδομάδα αυτός ο ηλίθιος σκύλος ξέχασε τα κλειδιά του! »
Μερικοί άνθρωποι αδυνατούν να παραμείνουν ικανοποιημένοι, από ότι κατέχουν. Η αχαριστία έχει κατακλύσει την πραγματικότητα τους, αντί η ευγνωμοσύνη προς όλα αυτά να είναι κυρίαρχο μέρος της ζωής τους.
Ο γέρος και το γερανοπούλι


Λένε πως πριν από πολύ καιρό σε ένα μακρινό χωριό, έφτασε ένας άντρας με μακριά λευκά μαλλιά. Αυτός ο συγκεκριμένος άντρας πάντα συνοδευόταν από έναν γερανό. Ήταν ένα περίεργο ζευγάρι, ειδικά επειδή αυτά τα πουλιά δεν είναι συνήθως κοντά στους ανθρώπους. Ωστόσο, ο γέρος και ο γερανός πήγαιναν παντού μαζί.
Οι κάτοικοι του χωριού έλεγαν μεταξύ τους, ότι αυτός ο άντρας ήταν πολύ σοφός. Έλεγαν, πως ήταν διάσημος στην περιοχή για τις μεγάλες διδασκαλίες του. Παρά την φήμη του ο άντρας ήταν πολύ ταπεινός. Εγκαταστάθηκε δίπλα σε ένα προφυλαγμένο μέρος μαζί με τον γερανό του. Αυτός πάντα περπατούσε μπροστά από τον γέρο.
Οι κάτοικοι άρχισαν να παραξενεύονται. Πήγαιναν πιο κοντά, ώστε να μπορούν να τον παρατηρήσουν, αλλά ο άντρας φαινόταν, σαν να μην τους έβλεπε καν. Μόνο ο γερανός τους πρόσεχε.
Σύντομα οι κάτοικοι άρχισαν να πηγαίνουν φαγητό και ρούχα. Ο γέρος και ο γερανός δεν παρέλειπαν να ευχαριστούν και να ευλογούν, όσους έκαναν αυτό.
Μια νύχτα ένας αγρότης πήγε στο μέρος, όπου ο γέρος και ο γερανός ξεκουράζονταν. Ο γερανός είδε τον άντρα να πλησιάζει και χτύπησε τα φτερά του, για να ξυπνήσει τον άντρα, που κοιμόταν. Ο γέρος ευλόγησε τον επισκέπτη και τον ρώτησε, αν μπορούσε να τον βοηθήσει.
Ο αγρότης έκατσε μπροστά στον γέρο και του εξομολογήθηκε, πως είχε μια ερώτηση. Είπε, πως είχε ακούσει, ότι ο γέρος ήταν πολύ σοφός και ήθελε να ξέρει, αν μπορούσε να του απαντήσει στην ερώτηση του.
Ο γέρος απάντησε :
« Κανείς δεν είναι αρκετά σοφός, για να έχει όλες τις απαντήσεις, αλλά αν μπορώ να σε βοηθήσω, θα το κάνω. »
Ο αγρότης του είπε, πως ήθελε να ξέρει, πώς να ανοίξει τις πόρτες του παραδείσου και τις πόρτες της κόλασης. Ήθελε πάντα, να έχει πρόσβαση στον παράδεισο και ποτέ δεν ήθελε, να πάει στην κόλαση.
Ο γέρος και ο γερανός άκουγαν προσεκτικά. Όταν ο αγρότης σταμάτησε να μιλά, ο γέρος είπε :
« Τι ανόητη ερώτηση! Είναι προφανές, πως είσαι ένας εντελώς ανίδεος άνθρωπος! »
Μόλις το άκουσε αυτό ο αγρότης, επειδή ήταν πολύ θυμωμένος, ήθελε να χτυπήσει τον γέρο. Ο γερανός παρενέβη και τον σταμάτησε. Τότε ο αγρότης κατενόησε, πως ο γέρος ήταν τυφλός και πως ο γερανός ήταν ο οδηγός του. Ένιωσε ντροπή, που προσπάθησε να τον χτυπήσει και ο θυμός του εξαφανίστηκε. Ένιωσε συμπόνια για τον ανυπεράσπιστο γέρο άνθρωπο και του ζήτησε, να τον συγχωρήσει.
Ο γέρος τότε του είπε :
« Ο θυμός σου άνοιξε την πόρτα της κόλασης. Η συμπόνια άνοιξε την πόρτα του παραδείσου. »
Ο αγρότης ήταν έκπληκτος. Ήξερε, πως βρισκόταν με ένα πραγματικά σοφό δάσκαλο. Αμέσως ευχαρίστησε τον γέρο για το μάθημα και πήγε να πει σε όλο το χωριό, αυτό που συνέβη. Μετά από αυτό, ένα μακρύ προσκύνημα άρχισε προς τον γέρο και τον γερανό. Κάποιοι ήθελαν απαντήσεις, ενώ άλλοι ήταν ικανοποιημένοι, μόνο με το να βλέπουν και να είναι κοντά στον γέρο και στον γερανό του. Τους μεταδίδονταν γαλήνη.
Ένα απόγευμα ένας νεαρός πήγε να δει τον γέρο και τον γερανό του. Η στάση του ήταν μυστηριώδης. Πήγε κοντά του και με χαμηλή φωνή είπε τα παρακάτω:
« Δάσκαλε, υπάρχουν άνθρωποι που λένε κακά λόγια για σένα. »
« Περίμενε ένα λεπτό! » είπε ο γέρος. « Είσαι σίγουρος γι αυτό, που ήρθες να μου πεις; Άκουσες κάποιον να μιλά άσχημα για μένα; »
Ο νεαρός σκέφτηκε για ένα λεπτό και ύστερα απάντησε:
« Όχι, δεν το άκουσα προσωπικά. Κάποιος μου είπε, ότι ήταν αλήθεια. Στο χωριό, πως υπάρχει η φήμη…»
Ο γέρος και ο γερανός έμειναν ακίνητοι για μια στιγμή. Ο γέρος φαινόταν σκεπτικός. Ο γερανός, όπως πάντα ήταν στο πλευρό του, προστατευτικός. Το όμορφο πουλί όφειλε ευγνωμοσύνη στον γέρο, γιατί το είχε απελευθερώσει από μια παγίδα στο δάσος. Από τότε, έγινε φίλος και προστάτης του, αφού ο γέρος ήταν τυφλός.
Αφού συλλογίστηκε για λίγο, ο δάσκαλος μίλησε στον νεαρό, που είχε έρθει να του πει για τις φήμες που κυκλοφορούσαν στο χωριό. Τον ρώτησε:
« Αυτό που ήρθες να μου πεις, είναι κάτι που θα είναι καλό για μένα ή για τον φίλο μου τον γερανό; »
Ο νεαρός σκέφτηκε για μια στιγμή και είπε:
« Όχι. Για να είμαι ειλικρινής είναι το αντίθετο. Αυτό που μου είπαν, ότι κάποιοι λένε για εσάς, είναι κάτι που θα σας ταράξει. Εσάς και τον φίλο σας, » είπε ο νεαρός κοιτώντας τον γερανό.
Ο γέρος και ο γερανός έμειναν ακίνητοι για ακόμα μια στιγμή. Τότε ο δάσκαλος είπε:
« Έχω μια τελευταία ερώτηση. Είναι απαραίτητο να ξέρω, τι λένε οι άλλοι για μένα και για τον γερανό μου; »
« Στην πραγματικότητα, όχι », είπε ο νεαρός, αφού το σκέφτηκε πολύ.
« Τότε φύγε », είπε ο γέρος. « Αν δεν είσαι σίγουρος για κάτι, δεν κάνεις καλό με το να το πεις και δεν υπάρχει ανάγκη να το πεις, δεν αξίζει να μιλάς γι αυτό! »
Ο κύκλος του 99


Μια φορά και έναν καιρό, υπήρχε ένα πολύ μακρινό βασίλειο με έναν πολύ λυπημένο κυβερνήτη. Δεν καταλάβαινε τον λόγο της μελαγχολίας του, μέχρι που ένας από τους σοφούς άντρες του τον βοήθησε να καταλάβει, πως όλα είχαν να κάνουν με τον κύκλο του 99. Ήταν ένα μάθημα, που δεν θα ξεχνούσε ποτέ.
Όλα ξεκίνησαν ένα πρωί, όταν ο βασιλιάς πολύ θλιμμένος και στενάχωρος είδε έναν από τους υπηρέτες του, να μπαίνει στο δωμάτιο. Ο ταπεινός άντρας χαμογέλασε και άρχισε να σφυρίζει μια ευχάριστη μελωδία. Ο βασιλιάς συνειδητοποίησε, πως ο υπηρέτης ήταν πάντα χαρούμενος και αναρωτήθηκε το γιατί. Πως μπορούσε ένας υπηρέτης να είναι τόσο χαρούμενος, όταν ο ίδιος, ο βασιλιάς δεν μπορούσε να βρει την γαλήνη;
Ο βασιλιάς ρώτησε τον άντρα:
« Γιατί είσαι τόσο χαρούμενος; »
Ο υπηρέτης δεν ήξερε, πώς να απαντήσει.
« Γιατί να μην είμαι; » απάντησε τελικά. «Ζω σε ένα παλάτι, σερβίροντας το πιο ισχυρό άτομο του βασιλείου. Τι άλλο θα μπορούσα να θέλω; Δεν βλέπω το γιατί δεν θα έπρεπε, να είμαι χαρούμενος με την ζωή μου. »
Αυτό αναστάτωσε τον βασιλιά. Δεν πίστεψε ούτε λέξη. Πως μπορούσε ένας άντρας με ένα σπίτι και μια ζωή πολύ πιο μέτρια από τα δικά του, να είναι τόσο χαρούμενος; Ο βασιλιάς τον απείλησε, ότι θα τον αποκεφαλίσει, αν δεν του αποκάλυπτε το μυστικό της ευτυχίας του. Ο υπηρέτης ζήτησε συγγνώμη, που πρόσβαλε τον βασιλιά, αλλά δεν ήξερε τι να πει.
Τελικά ο βασιλιάς είπε στον υπηρέτη να φύγει. Δεν μπορούσε να αντέξει το αδιάκοπο χαμόγελο του. Ούτε καν η απειλή του θανάτου δεν τον αναστάτωσε. Αφού έφυγε ο ταπεινός υπηρέτης, αμέσως κάλεσε τους σοφούς άντρες του παλατιού. Το μυστήριο έπρεπε να λυθεί.
Όταν μαζεύτηκαν όλοι οι σοφοί άντρες, διέταξε να του πουν, γιατί ο υπηρέτης ήταν τόσο χαρούμενος με την μίζερη ζωή του, ενώ ο ίδιος δεν μπορούσε να σταματήσει, να αισθάνεται τόσο στεναχωρημένος. Ένας από τους σοφούς άντρες σηκώθηκε και είπε:
« Είναι απλό. Ο υπηρέτης είναι χαρούμενος, επειδή δεν έχει μπει στον κύκλο του 99. »
Αυτό κίνησε το ενδιαφέρον του βασιλιά. Τι στο καλό ήταν ο κύκλος του 99;
Ο σοφός άντρας του είπε, ότι ήταν άχρηστο να εξηγήσει τον κύκλο του 99 με λόγια. Χρειαζόταν να τον δει με τα μάτια του. Το μόνο που χρειαζόταν ο βασιλιάς, ήταν 99 νομίσματα από καθαρό χρυσό και θα του έδειχνε, πως κάθε χαρούμενος άνθρωπος, αφού μπει στον κύκλο του 99, χάνει την καλή του διάθεση και γίνεται καταθλιπτικός. Ο βασιλιάς αποδέχτηκε την πρόκληση.
Ο βασιλιάς διέταξε να φτιαχτούν 99 νομίσματα από καθαρό χρυσό τον πιο πολύτιμο στο βασίλειο. Τα έβαλε σε μια τσάντα και τα πήγε στο σπίτι του υπηρέτη, συνοδευόμενος από τον σοφό άντρα. Άφησαν την τσάντα στην πόρτα με ένα σημείωμα: « Ένα δώρο για την πιστή και ανιδιοτελή υπηρεσία σου. Απόλαυσε το. » Τότε κρύφτηκαν, για να δουν τι θα συμβεί.
Ο υπηρέτης γύρισε σπίτι, είδε την τσάντα και έμεινε έκπληκτος. Κοίταξε γύρω του και μετά μπήκε στο σπίτι του γεμάτος περιέργεια. Ο βασιλιάς και ο σοφός τον παρακολουθούσαν απ’ έξω ακόμα κρυμμένοι. Ο ταπεινός άντρας πήρε τα νομίσματα και τα έριξε στο τραπέζι.
Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Άρχισε να μετρά την νέα του περιουσία, βάζοντας τα νομίσματα σε στοίβες των 10. Όταν τελείωσε και την τελευταία, νόμιζε ότι κάτι ήταν λάθος. Η τελευταία στοίβα είχε 9 νομίσματα αντί για 10.
Ο υπηρέτης νόμιζε, ότι ένα νόμισμα θα είχε πέσει από το τραπέζι και το έψαξε παντού, αλλά δεν μπόρεσε να το βρει. Τότε σκέφτηκε φωναχτά: « Κάποιος είδε την τσάντα και έκλεψε ένα νόμισμα. » Τότε αναρωτήθηκε, πόσο θα του έπαιρνε να κερδίσει ένα χρυσό νόμισμα. Έκανε κάποιους υπολογισμούς.
Δουλεύοντας κανονικά, θα χρειαζόταν 5 χρόνια. Αλλά αν δούλευε περισσότερο; Ίσως θα μπορούσε να το κερδίσει σε 2 χρόνια. Αν ζητούσε και από την γυναίκα του, να βρει ακόμα μια δουλειά; Τότε ίσως να έφτανε στον στόχο του σε μόνο έναν χρόνο.
Από εκείνη την μέρα ο υπηρέτης έγινε πολύ καχύποπτος και δεν εμπιστευόταν κανέναν. Υποπτευόταν, πως κάποιος από το παλάτι είχε πάρει το νόμισμα, που σύμφωνα με τον ίδιο, έλειπε από την περιουσία του. Επίσης ανησυχούσε, μήπως τον  ληστέψουν ξανά.
Ο υπηρέτης ποτέ δεν σταμάτησε να κάνει σχέδια, για το πώς να κερδίσει ακόμα ένα χρυσό νόμισμα. Είχε παγιδευτεί στον κύκλο του 99. Από τότε ποτέ δεν σκεφτόταν τα πράγματα που είχε, μόνο αυτά που του έλειπαν. Τελικά ο σοφός είχε δίκιο.
Η χώρα των κλεφτών ( Το μαύρο πρόβατο )

Υπήρχε μια χώρα, όπου όλοι ήταν κλέφτες. Τη νύχτα κάθε κάτοικος έβγαινε με αντικλείδια κι ένα φανάρι και πήγαινε να διαρρήξει το σπίτι ενός γείτονα. Επέστρεφε την αυγή φορτωμένος κι έβρισκε το σπίτι του διαρρηγμένο. Κι έτσι όλοι ζούσαν αρμονικά και χωρίς προβλήματα, αφού ο ένας έκλεβε τον άλλον κι αυτός έναν άλλον ακόμα και ούτω καθεξής, μέχρι να έρθει η σειρά του τελευταίου, που έκλεβε τον πρώτο.
Το εμπόριο σε εκείνη τη χώρα ασκείτο με τη μορφή της απάτης, τόσο από την πλευρά εκείνου που πουλούσε, όσο και από την πλευρά εκείνου που αγόραζε. Η κυβέρνηση ήταν μια εταιρία, που εγκληματούσε σε βάρος των πολιτών και οι πολίτες από τη μεριά τους νοιάζονταν μόνο, να εξαπατούν την κυβέρνηση. Έτσι η ζωή συνεχιζόταν, χωρίς δυσκολίες και δεν υπήρχαν ούτε πλούσιοι ούτε φτωχοί.
Τότε, κανείς δεν ξέρει πώς, βρέθηκε στη χώρα ένας τίμιος άνθρωπος. Τη νύχτα, αντί να βγαίνει με τον σάκο και το φανάρι, έμενε στο σπίτι του να καπνίζει και να διαβάζει μυθιστορήματα. Έρχονταν οι κλέφτες, έβλεπαν το φως αναμμένο και δεν ανέβαιναν.
Αυτή η κατάσταση διήρκεσε για λίγο. Μετά έπρεπε να τον κάνουν να καταλάβει, ότι εάν ήθελε να ζει χωρίς να κάνει τίποτα, αυτός δεν ήταν λόγος να μην αφήνει τους άλλους να κλέβουν. Για κάθε νύχτα, που αυτός περνούσε στο σπίτι του, μία οικογένεια δεν έτρωγε την επόμενη ημέρα.
Μπροστά σε αυτά τα επιχειρήματα ο τίμιος άνθρωπος δεν μπορούσε να εναντιωθεί. Άρχισε κι αυτός να βγαίνει το βράδυ και να γυρίζει την αυγή, όμως δεν πήγαινε να κλέψει. Τίμιος ήταν, δεν υπήρχε τίποτα να κάνει. Πήγαινε μέχρι τη γέφυρα κι έμενε να κοιτάζει το νερό, να περνάει από κάτω. Επέστρεφε στο σπίτι του και το έβρισκε διαρρηγμένο.
Σε λιγότερο από μία εβδομάδα, ο τίμιος άνθρωπος βρέθηκε απένταρος, χωρίς να έχει τίποτα να φάει, με το σπίτι άδειο. Όμως, μέχρι εδώ, μικρό το κακό, γιατί η ευθύνη ήταν δική του. Το πρόβλημα ήταν, ότι με αυτόν τον τρόπο που έπραττε, δημιουργείτο ένα χάος. Γιατί άφηνε τους άλλους να του κλέβουν τα πάντα, ενώ αυτός δεν έκλεβε κανέναν. Έτσι, υπήρχε πάντα κάποιος, που επιστρέφοντας την αυγή στο σπίτι του το έβρισκε άθικτο, γιατί ήταν το σπίτι που έπρεπε να διαρρήξει αυτός.
Γεγονός είναι ότι μετά από λίγο, εκείνοι που δεν έπεφταν θύματα κλοπής, βρέθηκαν να είναι πιο πλούσιοι από άλλους και να μην θέλουν πλέον να κλέβουν. Κι αυτοί που πήγαιναν να κλέψουν το σπίτι του τίμιου ανθρώπου, το έβρισκαν πάντα άδειο κι έτσι γίνονταν φτωχοί. Εν τω μεταξύ, εκείνοι που έγιναν πλούσιοι, απέκτησαν κι αυτοί τη συνήθεια, να πηγαίνουν τη νύχτα στη γέφυρα, να κοιτάζουν το νερό, που περνούσε από κάτω. Αυτό μεγάλωσε το χάος, γιατί υπήρξαν πολλοί άλλοι, που έγιναν φτωχοί.
Τότε, οι πλούσιοι είδαν ότι, με το να πηγαίνουν τη νύχτα στη γέφυρα, θα γίνονταν φτωχοί μετά από λίγο. Και σκέφτηκαν: «Να πληρώσουμε τους φτωχούς να πηγαίνουν να κλέβουν για λογαριασμό μας». Έκαναν τα συμβόλαια, ορίστηκαν οι μισθοί, τα ποσοστά. Φυσικά, πάντα κλέφτες ήταν και προσπαθούσαν να εξαπατήσουν οι μεν τους δε. Όμως, όπως συνήθως συμβαίνει, οι πλούσιοι γίνονταν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι.
Υπήρχαν πλούσιοι τόσο πλούσιοι, που δεν είχαν πια ανάγκη να κλέβουν και να βάζουν άλλους να κλέβουν, για να συνεχίζουν να είναι πλούσιοι. Όμως, εάν σταματούσαν να κλέβουν, θα γίνονταν φτωχοί, γιατί οι φτωχοί τούς έκλεβαν. Πλήρωσαν, λοιπόν, τους πιο φτωχούς από τους φτωχούς, για να προφυλάσσουν την περιουσία τους από τους άλλους φτωχούς κι έτσι ίδρυσαν την αστυνομία και δημιούργησαν τις φυλακές.
Με αυτόν τον τρόπο, λίγα μόλις χρόνια μετά την άφιξη του τίμιου ανθρώπου, κανείς δεν μιλούσε πια για κλοπές, αλλά μόνο για πλούσιους ή φτωχούς, παρότι ήταν πάντα όλοι κλέφτες.
Τίμιος υπήρξε μόνο εκείνος ο ένας, αυτός που έκανε την αρχή, αυτός που πέθανε σύντομα.
Από πείνα!
Το πορτοφόλι με τις χρυσές λίρες


Μια φορά ένας ραβίνος στεκόταν δίπλα στην πόρτα της συναγωγής και παρακολουθούσε τους περαστικούς. Μετά σταμάτησε έναν απ' αυτούς και τον ρώτησε:
- Σε παρακαλώ, πες μου τι θα κάνεις, αν βρεις ένα πορτοφόλι με χρυσές λίρες, θα το επιστρέψεις στον ιδιοκτήτη;
- Βεβαίως, απάντησε εκείνος, αν ήξερα ποιανού είναι να είσαι σίγουρος, θα το επέστρεφα χωρίς κανένα δισταγμό.
- Είσαι ανόητος, είπε ο ραβίνος .
Μετά σταμάτησε έναν άλλο περαστικό και του έθεσε το ίδιο ερώτημα.
- Δεν είμαι βλάκας, να επιστρέψω το πορτοφόλι που βρήκα, είπε εκείνος.
- Δεν είσαι καλός άνθρωπος, είπε ο ραβίνος και φώναξε τον τρίτο.
Εκείνος απάντησε:
- Ραβίνε, πώς μπορώ να γνωρίζω, τι θα έκανα, όταν θα έβρισκα το πορτοφόλι με τις χρυσές λίρες; Δεν ξέρω, αν θα μπορούσα να αποφύγω την κακή σκέψη. Μπορεί να συμβεί το χειρότερο και να με νικήσει και να σφετεριστώ αυτό, που ανήκει σε άλλον. Όμως, μπορεί να συμβεί και το αντίθετο και δίπλα μου να βρεθεί ο παντοδύναμος Θεός. Είναι εύσπλαχνος , θα με βοηθήσει να φερθώ τίμια και να επιστρέψω το πορτοφόλι στον ιδιοκτήτη του.
- Είναι ορθά τα λόγια σου, φώναξε ο ραβίνος, είσαι σοφός άνθρωπος.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2019

Ο αιμοβόρος Σουλτάνος


Μία φορά ήτανε ένας σουλτάνος αιμοβόρος και τον καταριότανε όλος ο κόσμος. Τη νύχτα έβαζε παλιά ρούχα και γύριζε μέσα στα σοκάκια και στα μαγαζιά, για να δει τι έλεγε ο κόσμος γι’ αυτόν. Από παντού άκουγε κατάρες και βλαστήμιες. Μα δεν απελπιζότανε.
Δυο-τρία χρόνια έβγαινε στη βόλτα, μα δεν άκουσε μήτε έναν άνθρωπο να πει καλόν λόγο για τον σουλτάνο. Απάνω στα τρία χρόνια, εκεί που περπατούσε ένα βράδυ σ΄ έναν δρόμο, μια γριά, πολύ γριά, τον γνώρισε, κι είπε: 
« Πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, μέρες να κόβει ο Αλλάχ από μένα, χρόνια να σου τις δίνει. »
Ο σουλτάνος παραξενεύτηκε, πως βρέθηκε άνθρωπος να τον ευχηθεί και ρώτησε τη γριά, τι καλό είχε δει από αυτόν και τον ευχότανε. Κι η γριά του είπε:
« Εγώ θα σου πω την αλήθεια και δεν με μέλει αν με σκοτώσεις, γιατί είμαι γριά . Εγώ πρόλαβα τρεις σουλτάνους, τον παππού σου, τον πατέρα σου κι εσένα. » 
« Λοιπόν, » της λέγει ο σουλτάνος « τι άνθρωπος ήτανε ο παππούς μου; »
« Ο παππούς σου, » λέγει η γριά « ήτανε κακός άνθρωπος. Κρέμαγε, παλούκωνε, έσφαζε. »
« Κι ο πατέρας μου; » τη ρωτά ο σουλτάνος.
« Ο πατέρας σου ήτανε χειρότερος από τον παππού σου, » λέγει η γριά.
« Κι εγώ; » τη ρωτά ο σουλτάνος, 
« τι άνθρωπος είμαι;»
« Εσύ είσαι πιο παλιάνθρωπος από τον πατέρα σου. »
« Και τότε, γιατί με πολυχρονίζεις; » τη ρωτά πάλι ο σουλτάνος.
« Σε πολυχρονίζω, επειδή ο πατέρας σου ήτανε χειρότερος από τον παππού σου κι εσύ χειρότερος από τον πατέρα σου. Παρακαλώ τον Θεό να σε πολυχρονίζει, γιατί αυτός που θα ’ρθει ύστερα από σένα, θα είναι ακόμα χειρότερος! »


Το άρρωστο άλογο και το γουρούνι



Υπήρχε κάποτε ένας πολύ πλούσιος αγρότης, που είχε μια μεγάλη φάρμα. Ο αγρότης αυτός ήταν συλλέκτης αλόγων. Σε ολόκληρή του τη ζωή συγκέντρωνε στη φάρμα του άλογα από ολόκληρο τον κόσμο. Του έλλειπε λοιπόν μια συγκεκριμένη σπάνια ράτσα αλόγου, για να ολοκληρώσει τη συλλογή του.
Μια μέρα ανακάλυψε, ότι στην γειτονική πόλη υπήρχε η συγκεκριμένη ράτσα. Έτσι προτείνον
τας στον ιδιοκτήτη του αλόγου μια γενναία προσφορά, κατάφερε να τον πείσει, να του το πουλήσει. Το σπάνιο αυτό απόκτημα ολοκλήρωνε και τη συλλογή μιας ζωής!
Ένα μήνα αργότερα, το άλογο αυτό αρρώστησε και ο αγρότης κάλεσε επειγόντως τον κτηνίατρο, ο οποίος αφού το εξέτασε είπε:
'' Το άλογο έχει ένα μικρόβιο. Πρέπει να πάρει αυτή την αντιβίωση για τρεις μέρες. Θα επιστρέψω την τρίτη μέρα και αν δεν είναι καλύτερα, θα αναγκαστούμε να του κάνουμε ευθανασία.''
Ο αγρότης ήταν φοβερά δυστυχισμένος. Σε κοντινή απόσταση, το γουρούνι άκουγε προσεκτικά τη συνομιλία τους. Την επόμενη μέρα οι εργάτες της φάρμας έδωσαν το φάρμακο στο άλογο και φύγανε. Το γουρούνι πλησίασε το άρρωστο ζώο και του είπε:
'' Προσπάθησε φίλε μου. Βρες τη δύναμη να σηκωθείς, αλλιώς θα σε βάλλουν σε μόνιμο ύπνο! ''
Τη δεύτερη μέρα επίσης του έδωσαν το φάρμακο και έφυγαν. Το γουρούνι ξαναγύρισε και είπε:
'' Φιλαράκο σήκω πάνω, αλλιώς θα πεθάνεις! Έλα, θα σε βοηθήσω εγώ να σταθείς στα πόδια σου. Πάμε!!! Ένα, δύο, τρία…'' τίποτα.
Την τρίτη ημέρα του έδωσαν το φάρμακο παρουσία του κτηνιάτρου, ο οποίος με λύπη είπε:
'' Δυστυχώς θα πρέπει να το θανατώσουμε αύριο. Διαφορετικά το μικρόβιο μπορεί να εξαπλωθεί και να μολύνει όλα τα άλλα άλογα. ''
Όταν έφυγαν, το γουρούνι πλησίασε το άλογο και είπε: 

'' Άκουσε φίλε μου, ή τώρα ή ποτέ! Σήκω πάνω. Σήηηηηκω! Έλα κουράγιο! Έεεεεεεελα! Σήκω! ΣΗΚΩ! Αυτό είναι, σιγά-σιγά. Βάλε τα δυνατά σου. Πάμε, ένα, δύο, τρία…. ΠΑΜΕ! Μπράβο! Φανταστικά! Τώρα πιο γρήγορα, ΕΛΑ. Τα πας υπέροχα! Τρέξε! Τρέχα πιο γρήγορα. Ναι, ΝΑΙ! Τα κατάφερες. Είσαι πρωταθλητής! ''
Εκείνη τη στιγμή ο ιδιοκτήτης της φάρμας επέστρεφε λυπημένος. Βλέποντας έκπληκτος το άλογο να καλπάζει στο λιβάδι, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τη χαρά του και άρχισε να φωνάζει:
'' Έγινε θαύμα! Το άλογό μου θεραπεύτηκε. Το άλογό μου έγινε καλά. Αυτό αξίζει πραγματικά να το γιορτάσουμε. Ετοιμάστε ένα πλούσιο τραπέζι. Ας σφάξουμε το γουρούνι! ''
Μήπως αυτό δε κάνουμε πολλές φορές κι εμείς οι ίδιοι στη ζωή μας; Το γουρούνι είναι ο θεμέλιος λίθος της επιτυχίας σ’ αυτό το παραμύθι. Θα μπορούσε για μας, να συμβολίζει έναν πιστό σύντροφο, που μας υποστηρίζει συνεχώς. Έναν καλό φίλο, που βρίσκεται πάντα κοντά μας, όταν τον έχουμε ανάγκη. Έναν αληθινό δάσκαλο, που μας καθοδηγεί με αγάπη.
Μα εμείς '' σφάζουμε '' το γουρούνι! Τον σύντροφό μας, τον φίλο μας, τον δάσκαλο μας. Τον σφάζουμε, γιατί νοιαζόμαστε μόνο για τις φιλοδοξίες μας, την απληστία μας, τη ζήλια μας, την επιτυχία στη δουλειά μας, την υψηλότερη αμοιβή μας, για να πάρουμε μεγαλύτερο σπίτι, καλύτερο αυτοκίνητο κ.λ.π. Τον σφάζουμε, γιατί όπως ο αγρότης, δεν έχουμε την επίγνωση, ότι ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας μας οφείλεται σ’ αυτόν τον αφανή ήρωα
.