Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Ο γέρο-πωλητής αυγών


Ένας ηλικιωμένος κύριος με σκαμμένο από 
ρυτίδες πρόσωπο , με τα πολλά χρόνια να βαραίνουν την πλάτη του , σε μια γωνιά του δρόμου άπλωσε για πώληση την πραμάτειά του , που ήταν ταπεινά αυγά.
Μία κυρία εμφανώς ευκατάστατη, που πέρασε από μπροστά του , ρώτησε:
« Πόσο κάνουν τα αυγά; »
Ο γέρος πωλητής απάντησε:
« 30 λεπτά το ένα αυγό, κυρία. »
Του είπε:
« Θα πάρω 10 αυγά και θα σου δώσω 2,50 Ευρώ, διαφορετικά θα φύγω. »
Ο γέρος πωλητής απάντησε:
« Εντάξει, πάρτε τα στην τιμή που θέλετε. Και ίσως μου φέρει γούρι η επίσκεψη σας, γιατί σήμερα δεν έχω πουλήσει ούτε ένα αυγό μέχρι τώρα. »
Η κυρία πήρε τα αυγά και έφυγε, με χαμόγελο ικανοποίησης να διαγράφεται στο πρόσωπό της. Έκανε παζάρι και έγινε αυτό που ήθελε αυτή . Έβαλε τα αυγά στο διθέσιο αυτοκίνητο της και πήγε στο απέναντι εστιατόριο με τη φίλη της. Εκεί παρήγγειλαν, για να γευματίσουν. Και παρόλο που πήραν πολλά πιάτα, έφαγαν τόσο λίγο , που τα πιάτα που άφησαν πάνω στο τραπέζι, ήταν σχεδόν ανέγγιχτα.
Αφού τελειώσανε το γεύμα τους η κυρία ζήτησε τον λογαριασμό. Ήταν €37,30 και έδωσε €40,00, λέγοντας στον σερβιτόρο να κρατήσει τα ρέστα.
Αυτό το περιστατικό ήταν αρκετά φυσιολογικό για τον σερβιτόρο, αλλά έδειχνε επώδυνο για τον φτωχό πωλητή αυγών, που κοιτούσε από μακριά , όλα όσα διαδραματίστηκαν στο εστιατόριο. Του κακοφάνηκε, που η κυρία εξήντλησε όλη της τη '' τσιγγουνιά '' σε αυτόν , ενώ φάνηκε τόσο γαλαντόμα στον σερβιτόρο.
Αλήθεια φαίνεται πως συμβαίνει συχνά, να δείχνουμε πάντα την δύναμη μας, όταν βλέπουμε έναν φτωχότερο άνθρωπο, που εμφανώς του λείπουνε τα αναγκαία , ενώ γινόμαστε απλόχεροι, σε όσους δεν έχουν και τόσο ανάγκη την γενναιοδωρία μας;
Κάποτε κάποιος έγραψε :
« Ο πατέρας μου αγόραζε απλά πράγματα από φτωχούς πλανόδιους σε τιμή μεγαλύτερη από την αντίστοιχη σε καταστήματα , παρόλο που δεν τα χρειαζόταν. Μερικές φορές μάλιστα συνήθιζε να τους δίνει πολύ παραπάνω χρήματα, από όσα αυτοί ζητούσαν.
Με παραξένεψε αυτή η συνήθεια του και έτσι τον ρώτησα, γιατί το κάνει αυτό.
Ο πατέρας μου απάντησε , ότι το κάνει επειδή το θεωρεί σαν μια πράξη φιλανθρωπίας , τυλιγμένη σε αξιοπρέπεια. »
Παγωτό με αμύγδαλα


Τον καιρό που τα παγωτά ήταν πιο φθηνά απ’ ότι σήμερα, ένα παιδάκι δέκα ετών μπήκε στο ζαχαροπλαστείο και κάθισε σ’ ένα τραπέζι. Η σερβιτόρα τον πλησίασε , φέρνοντάς του ένα ποτήρι νερό και περίμενε την παραγγελία.
« Πόσο κάνει ένα παγωτό σοκολάτα και με αμύγδαλα από επάνω; » τη ρώτησε το παιδί.
« Εξήντα δραχμές, » απάντησε εκείνη.
Το παιδί έβγαλε από την τσέπη μία χούφτα νομίσματα και άρχισε να μετράει.
« Και πόσο κάνει χωρίς αμύγδαλα; » ρώτησε πάλι σχεδόν ντροπιασμένος.
Άλλοι πελάτες περίμεναν να δώσουν παραγγελία και η κοπέλα άρχισε να χάνει την υπομονή της.
« Σαράντα πέντε δραχμές, » του είπε κάπως απότομα.
Το παιδί άρχισε να μετράει πάλι τα νομίσματα και είπε αποφασιστικά :
« Θέλω ένα παγωτό σοκολάτα, χωρίς αμύγδαλα 
από 
επάνω. »
Η σερβιτόρα του έφερε τη παραγγελία μαζί με την απόδειξη και έφυγε.
Το παιδί έφαγε το παγωτό, πλήρωσε στο ταμείο και έφυγε.
Όταν η σερβιτόρα ήρθε να καθαρίσει το τραπεζάκι , παρατήρησε πως δίπλα στο άδειο μπωλ και το ποτήρι με το νερό, βρίσκονταν όμορφα τακτοποιημένα, νομίσματα αξίας δεκαπέντε δραχμών.
Η σερβιτόρα κάθισε αποκαμωμένη στο τραπέζι με βουρκωμένα μάτια , πιάνοντας τα μαλλιά της με τα χέρια της . Αντιλήφθηκε πως η καθυστέρηση στην παραγγελία δεν είχε σαν αιτία, το ότι το παιδί δεν είχε τα χρήματα για παγωτό με αμύγδαλα , αλλά στο ότι επιθυμούσε το παιδί να της αφήσει φιλοδώρημα , στερώντας από το ίδιο την χαρά να απολαύσει το παγωτό του όπως το επιθυμούσε ! Επιπλέον το παιδί παράβλεψε την αγενή συμπεριφορά της απέναντί 

του .

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Τελευταίος δημιουργήθηκε ο άνθρωπος


Κάποτε μια ομάδα σοφών συγκεντρώθηκε, για να συζητήσει για το έργο της Δημιουργίας. Ήθελαν να μάθουν, γιατί ο Θεός άφησε για την έκτη μέρα τη δημιουργία του ανθρώπου.
« Σκέφτηκε πρώτα να οργανώσει καλά το Σύμπαν, ώστε να χαιρόμαστε όλα τα θαυμάσια, που έχουμε στη διάθεσή μας, » είπε ένας από αυτούς.
« Πρώτα απ' όλα θέλησε να κάμει μερικές δοκιμές στα ζώα, έτσι ώστε να μην κάνει τα ίδια λάθη μαζί μας, » υποστήριξε κάποιος άλλος.
Καθώς πλησίασε ένας σοφός γέροντας να τους χαιρετήσει, άδραξαν την ευκαιρία και τον ρώτησαν:
« Γέροντα, κατά τη γνώμη σου, γιατί ο Θεός άφησε την τελευταία ημέρα για να δημιουργήσει τον άνθρωπο; »
« Είναι πολύ απλό, » σχολίασε ο σοφός γέροντας.
« Όταν φουσκώνουμε από υπερηφάνεια και έπαρση, να θυμόμαστε ότι ακόμη και ένα απλό κουνούπι, είχε προτεραιότητα στο έργο της δημιουργίας του κόσμου από τον Θεό. »
Δέντρα κατάλληλα για κοπή


Κάποτε ένα περίφημος ξυλουργός και οι μαθητευόμενοί του πήγαν στο δάσος, για να βρουν κατάλληλη ξυλεία για τη δουλειά τους. Βρέθηκαν μπροστά σε ένα δέντρο γίγαντα, που η κορυφή του άγγιζε τα σύννεφα και τον κορμό του δεν μπορούσαν, να τον αγκαλιάσουν τα χέρια επτά μεγαλόσωμων ανδρών μαζί.
« Ας μη σπαταλάμε το χρόνο μας με το δέντρο αυτό. Θα μας έπαιρνε ολόκληρη ζωή, αν θέλαμε να το κόψουμε. Αν σκοπεύαμε να κατασκευάσουμε ένα πλοίο, που να αντέχει στις θαλασσοταραχές, από το ασήκωτο βάρος του θα βούλιαζε. Αλλά και αν το χρησιμοποιούσαμε για σκεπή, θα έπρεπε να ενισχύσουμε τους τοίχους με σιδερένια 

υποστυλώματα. »
Έτσι η ομάδα το άφησε πίσω της και συνέχισε την πορεία της, αναζητώντας καταλληλότερα δέντρα.
« Ένα τόσο μεγάλο δέντρο για καμιά χρήση και για κανένα σκοπό, » σχολίασε δυνατά, με ειρωνεία ο νεότερος της ομάδας, για να το ακούσει μάλλον ο ξυλουργός.
« Έχεις λάθος, » του απάντησε ο ξυλουργός και κοιτάζοντάς τον στα μάτια συνέχισε.
« Το δέντρο εκπλήρωσε τον προορισμό του. Αν ήταν όμοιο με τα άλλα δέντρα, θα το κόβαμε. Επειδή όμως είχε το θάρρος να παραμείνει διαφορετικό, θα συνεχίσει να ζει για πάρα πολλά χρόνια ακόμη. »
Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε στοχαστικά
« Ο καθένας μας είναι διαφορετικός. Ας μη συστοιχιζόμαστε με τις ορέξεις των άλλων, που νομοτελειακά μας οδηγούν σε συνεχείς αλλαγές, καθώς οι ορέξεις τους μεταβάλλονται, όπως ένας ανεμόμυλος. »
Ο μαθητευόμενος έσκυψε το κεφάλι του και συνέχισε να αναζητά κατάλληλα δέντρα.
Όταν πέθανε ο ζητιάνος


Ένας ζητιάνος είχε πεθάνει σε μια μεγάλη πόλη. Είχε πεθάνει ζητιανεύοντας στο ίδιο μέρος επί σαράντα χρόνια. Νόμιζε ότι θα γινόταν βασιλιάς με τη ζητιανιά, μα πώς μπορεί κανείς να γίνει βασιλιάς ζητιανεύοντας; Όσο πιο πολύ ζητιανεύει ένας άνθρωπος, τόσο πιο ζητιάνος γίνεται.
Τη μέρα που άρχισε, ήταν ένας ζητιάνος μικρής ηλικίας και τη μέρα που πέθανε, ήταν ένας μεγάλος ζητιάνος, μα δεν έγινε βασιλιάς. Πέθανε. Έτσι οι γείτονες πήραν το πτώμα και το έκαψαν μαζί με τα κουρέλια του. Έπειτα θεώρησαν, ότι αυτός ο ζητιάνος πρέπει να είχε βρωμίσει πολύ τη γη, όπου καθόταν για σαράντα χρόνια, οπότε έσκαψαν λίγο, για να καθαρίσουν και να πετάξουν τη βρωμιά. Και έζησαν μια μεγάλη έκπληξη.
Αν ζούσε ο ζητιάνος, θα είχε τρελαθεί.
Μέσα στη γη βρήκαν ένα θησαυρό ακριβώς κάτω από το σημείο, που καθόταν ο ζητιάνος και ζητιάνευε. Δεν ήξερε πως, αν έσκαβε λίγο την γη από κάτω του, θα μπορούσε να έχει γίνει βασιλιάς και δεν θα υπήρχε καμιά ανάγκη, να ζητιανεύει. Μα τι ήξερε αυτός ο άνθρωπος; Τα μάτια του κοίταζαν προς τα έξω, τα χέρια του ήταν απλωμένα και ζητιάνευε.
Όλοι οι άνθρωποι της γειτονιάς στάθηκαν εκεί σοκαρισμένοι.
« Τι είδους ζητιάνος ήταν αυτός; Αυτός ο ηλίθιος δεν είχε καταλάβει, πως ο θησαυρός ήταν θαμμένος ακριβώς κάτω από το σημείο όπου καθόταν; »
Αυτά έλεγαν και γελούσαν. Κάποιος περαστικός , που είχαν δει πολλά τα μάτια του, αφού πληροφορήθηκε το τι συνέβη , είπε στους ανθρώπους που γελούσαν :
« Εσείς είστε οι ηλίθιοι! Μην κατηγορείτε το ζητιάνο. Θα έπρεπε και εσείς κάποτε να σκάψετε τη γη από κάτω σας, επειδή μπορεί, όταν πεθάνετε, να γελούν οι άλλοι μαζί σας.
Οι ζωντανοί γελούν μ’ εκείνον που πεθαίνει, όμως, αν ένας ζωντανός μπορούσε να γελάσει με τον εαυτό του, όσο ήταν ακόμα ζωντανός, τότε θα μπορούσε να μεταμορφωθεί η ζωή του. Θα μπορούσε να γίνει διαφορετικός άνθρωπος.
Αν κάποιος θυμάται να γελά με τον εαυτό του, αν μπορεί να θυμάται να σκάβει το σημείο, όπου στέκεται την κάθε στιγμή, τότε δεν θα πεθάνει ποτέ σαν ζητιάνος, αλλά θα πεθάνει σαν βασιλιάς. Θα έχει μοιραστεί με όλους τα δώρα που θα του έχει φέρει η ζωή, θα έχει συναντήσει τον θεϊκό μέσα του, θα ζει γεμάτος ευδαιμονία και θα είναι γεμάτος ευγνωμοσύνη για την Ύπαρξη. »
Ένα φίδι στο ξυλουργείο


Ένα φίδι μπήκε μέσα σε ένα ξυλουργείο. Πήγε σε μία γωνία. Εκεί ήταν ένα πριόνι. Το φίδι γρατζουνίστηκε. Τότε δάγκωσε το πριόνι και πλήγωσε το στόμα του. Χωρίς να έχει αντιληφθεί τι συμβαίνει και νομίζοντας ότι το πριόνι του κάνει επίθεση, τύλιξε το σώμα του γύρω από το πριόνι, για να του προκαλέσει ασφυξία. Το αποτέλεσμα ήταν, το φίδι να σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό.
Μερικές φορές αντιδρούμε με τον θυμό, ως οδηγό. Θέλουμε να εκδικηθούμε και να πληγώσουμε, όσους μας πλήγωσαν και στην ουσία πληγώνουμε κι άλλο τον ίδιο μας τον εαυτό. Στην ζωή πολλές φορές είναι καλύτερο να ξεπερνάμε τις καταστάσεις, τους ανθρώπους και τις αδικίες. Αν δεν το κάνουμε, οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές και μη αναστρέψιμες.
Η κατανόηση της πεθεράς


Όλη νύχτα η Νίκη η νεαρή μάνα με τα δύο μικρά παιδιά, γύριζε στο στρώμα της.
Πως θα το κρατούσε μυστικό, το ότι μεγάλωνε μέσα της ένα νέο παιδί, που δεν ήταν του άνδρα της, ο οποίος έλειπε στην ξενιτιά;
Είχε σχεδόν αποφασίσει να πάει και να τελειώσει τη ζωή της, πέφτοντας στο ποτάμι με τη μεγάλη ρουφήχτρα παρακάτω από το χωριό.
Τα παιδιά θα τα άφηνε στην πεθερά της, που έμενε μαζί τους και ήταν χρυσός άνθρωπος.
Το πρωί αποφάσισε να της πει την τρομερή της απόφαση.
« Το κακό δεν θεραπεύεται με κακό αλλά μόνο με καλό, θα το λύσουμε το θέμα. » της απάντησε η πεθερά της , όταν άκουσε την εξομολόγησή της.
Η Αρετή η εφευρετική πεθερά, είχε ένα αγροτόσπιτο σε ένα δικό της σιτοχώραφο λίγο πιο έξω από το χωριό και μέσα σε 20 μέρες, αφού το άσπρισε και το ετοίμασε, μετακόμισαν εκεί μάνα, δύο παιδιά και η πεθερά. Στο χωριό είπαν, ότι πήγαν νωρίτερα, για να παρακολουθούν το σιτάρι και να ετοιμαστούν καλύτερα για τη συγκομιδή.
Πέρασαν 5 μήνες.
Η Νίκη γέννησε και η πεθερά σαν μαμή την ξεγέννησε και άρχισε να περιποιείται το νεογέννητο.
Μετά από 25 μέρες η πεθερά έβαλε σε ένα καλαθάκι το μωρό , πήγε στο έμπα του χωριού και το άφησε στην άκρη του δρόμου, κρυμμένη κοντά για να δει τι θα γίνει.
Το μωρό ξύπνησε, άρχισε να κλαίει και δύο περαστικοί άκουσαν το κλάμα του και έκπληκτοι πλησίασαν το καλάθι.
Η Αρετή που παραφύλαγε πετάχτηκε πάνω , άρπαξε το μωρό και άρχισε να το χορεύει στα χέρια της λέγοντας:
« Το είχα τάμα να μεγαλώσω ένα ορφανό και να που μου το έστειλε ο Θεός. Ας έρθουν να το αναζητήσουν οι δικοί του από εμένα. »
Γρήγορα απομακρύνθηκε με το μωράκι στην αγκαλιά. Το χωριό έμαθε ότι η καλόψυχη Αρετή μάζεψε ένα ορφανό και έτσι μεγάλωνε μαζί με τα άλλα, ώσπου ήρθε ο πατέρας.
« Τίνος είναι το παιδί μάνα; » ρώτησε.
« Είναι δικό μου και θα το μεγαλώσω » απάντησε η Αρετή, « γιατί το βρήκα πεντάρφανο στο δρόμο. »
Η Νίκη πρόλαβε και σκούπισε δύο δάκρυα, πριν τη δει ο άνδρας της, ο οποίος δέχθηκε την ευεργεσία της μάνας του.
Ο άνδρας δεν έφυγε πια για την ξενιτιά και η οικογένεια απέκτησε άλλα δύο παιδιά και μεγάλωναν όλα μαζί.
Μετά από χρόνια πέθανε η Αρετή. Στον τάφο της φύτρωσε ένας βασιλικός, που έγινε με τον καιρό θάμνος, που κατασκήνωναν τα πουλιά.
Η Νίκη, που παρέμενε ευγνωμονούσα για το μεγάλο καλό, που της είχε κάνει η πεθερά της, για χρόνια σιωπούσε, μα κάποτε αποκάλυψε το μυστικό στο σύζυγό της.
« Αφού η μάνα μου δεν σε κατέκρινε, δεν θα σε κατακρίνω ούτε και εγώ , » απάντησε ο 
άνδρας της « αν επιθυμείς τη συγχώρεσή μου , την δίνω με όλη μου τη καρδιά ! »
Ήταν ο γιος της μάνας του! Δεν μπορούσε να φερθεί διαφορετικά !