Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Όταν πέθανε ο ζητιάνος


Ένας ζητιάνος είχε πεθάνει σε μια μεγάλη πόλη. Είχε πεθάνει ζητιανεύοντας στο ίδιο μέρος επί σαράντα χρόνια. Νόμιζε ότι θα γινόταν βασιλιάς με τη ζητιανιά, μα πώς μπορεί κανείς να γίνει βασιλιάς ζητιανεύοντας; Όσο πιο πολύ ζητιανεύει ένας άνθρωπος, τόσο πιο ζητιάνος γίνεται.
Τη μέρα που άρχισε, ήταν ένας ζητιάνος μικρής ηλικίας και τη μέρα που πέθανε, ήταν ένας μεγάλος ζητιάνος, μα δεν έγινε βασιλιάς. Πέθανε. Έτσι οι γείτονες πήραν το πτώμα και το έκαψαν μαζί με τα κουρέλια του. Έπειτα θεώρησαν, ότι αυτός ο ζητιάνος πρέπει να είχε βρωμίσει πολύ τη γη, όπου καθόταν για σαράντα χρόνια, οπότε έσκαψαν λίγο, για να καθαρίσουν και να πετάξουν τη βρωμιά. Και έζησαν μια μεγάλη έκπληξη.
Αν ζούσε ο ζητιάνος, θα είχε τρελαθεί.
Μέσα στη γη βρήκαν ένα θησαυρό ακριβώς κάτω από το σημείο, που καθόταν ο ζητιάνος και ζητιάνευε. Δεν ήξερε πως, αν έσκαβε λίγο την γη από κάτω του, θα μπορούσε να έχει γίνει βασιλιάς και δεν θα υπήρχε καμιά ανάγκη, να ζητιανεύει. Μα τι ήξερε αυτός ο άνθρωπος; Τα μάτια του κοίταζαν προς τα έξω, τα χέρια του ήταν απλωμένα και ζητιάνευε.
Όλοι οι άνθρωποι της γειτονιάς στάθηκαν εκεί σοκαρισμένοι.
« Τι είδους ζητιάνος ήταν αυτός; Αυτός ο ηλίθιος δεν είχε καταλάβει, πως ο θησαυρός ήταν θαμμένος ακριβώς κάτω από το σημείο όπου καθόταν; »
Αυτά έλεγαν και γελούσαν. Κάποιος περαστικός , που είχαν δει πολλά τα μάτια του, αφού πληροφορήθηκε το τι συνέβη , είπε στους ανθρώπους που γελούσαν :
« Εσείς είστε οι ηλίθιοι! Μην κατηγορείτε το ζητιάνο. Θα έπρεπε και εσείς κάποτε να σκάψετε τη γη από κάτω σας, επειδή μπορεί, όταν πεθάνετε, να γελούν οι άλλοι μαζί σας.
Οι ζωντανοί γελούν μ’ εκείνον που πεθαίνει, όμως, αν ένας ζωντανός μπορούσε να γελάσει με τον εαυτό του, όσο ήταν ακόμα ζωντανός, τότε θα μπορούσε να μεταμορφωθεί η ζωή του. Θα μπορούσε να γίνει διαφορετικός άνθρωπος.
Αν κάποιος θυμάται να γελά με τον εαυτό του, αν μπορεί να θυμάται να σκάβει το σημείο, όπου στέκεται την κάθε στιγμή, τότε δεν θα πεθάνει ποτέ σαν ζητιάνος, αλλά θα πεθάνει σαν βασιλιάς. Θα έχει μοιραστεί με όλους τα δώρα που θα του έχει φέρει η ζωή, θα έχει συναντήσει τον θεϊκό μέσα του, θα ζει γεμάτος ευδαιμονία και θα είναι γεμάτος ευγνωμοσύνη για την Ύπαρξη. »
Ένα φίδι στο ξυλουργείο


Ένα φίδι μπήκε μέσα σε ένα ξυλουργείο. Πήγε σε μία γωνία. Εκεί ήταν ένα πριόνι. Το φίδι γρατζουνίστηκε. Τότε δάγκωσε το πριόνι και πλήγωσε το στόμα του. Χωρίς να έχει αντιληφθεί τι συμβαίνει και νομίζοντας ότι το πριόνι του κάνει επίθεση, τύλιξε το σώμα του γύρω από το πριόνι, για να του προκαλέσει ασφυξία. Το αποτέλεσμα ήταν, το φίδι να σκοτώσει τον ίδιο του τον εαυτό.
Μερικές φορές αντιδρούμε με τον θυμό, ως οδηγό. Θέλουμε να εκδικηθούμε και να πληγώσουμε, όσους μας πλήγωσαν και στην ουσία πληγώνουμε κι άλλο τον ίδιο μας τον εαυτό. Στην ζωή πολλές φορές είναι καλύτερο να ξεπερνάμε τις καταστάσεις, τους ανθρώπους και τις αδικίες. Αν δεν το κάνουμε, οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές και μη αναστρέψιμες.
Η κατανόηση της πεθεράς


Όλη νύχτα η Νίκη η νεαρή μάνα με τα δύο μικρά παιδιά, γύριζε στο στρώμα της.
Πως θα το κρατούσε μυστικό, το ότι μεγάλωνε μέσα της ένα νέο παιδί, που δεν ήταν του άνδρα της, ο οποίος έλειπε στην ξενιτιά;
Είχε σχεδόν αποφασίσει να πάει και να τελειώσει τη ζωή της, πέφτοντας στο ποτάμι με τη μεγάλη ρουφήχτρα παρακάτω από το χωριό.
Τα παιδιά θα τα άφηνε στην πεθερά της, που έμενε μαζί τους και ήταν χρυσός άνθρωπος.
Το πρωί αποφάσισε να της πει την τρομερή της απόφαση.
« Το κακό δεν θεραπεύεται με κακό αλλά μόνο με καλό, θα το λύσουμε το θέμα. » της απάντησε η πεθερά της , όταν άκουσε την εξομολόγησή της.
Η Αρετή η εφευρετική πεθερά, είχε ένα αγροτόσπιτο σε ένα δικό της σιτοχώραφο λίγο πιο έξω από το χωριό και μέσα σε 20 μέρες, αφού το άσπρισε και το ετοίμασε, μετακόμισαν εκεί μάνα, δύο παιδιά και η πεθερά. Στο χωριό είπαν, ότι πήγαν νωρίτερα, για να παρακολουθούν το σιτάρι και να ετοιμαστούν καλύτερα για τη συγκομιδή.
Πέρασαν 5 μήνες.
Η Νίκη γέννησε και η πεθερά σαν μαμή την ξεγέννησε και άρχισε να περιποιείται το νεογέννητο.
Μετά από 25 μέρες η πεθερά έβαλε σε ένα καλαθάκι το μωρό , πήγε στο έμπα του χωριού και το άφησε στην άκρη του δρόμου, κρυμμένη κοντά για να δει τι θα γίνει.
Το μωρό ξύπνησε, άρχισε να κλαίει και δύο περαστικοί άκουσαν το κλάμα του και έκπληκτοι πλησίασαν το καλάθι.
Η Αρετή που παραφύλαγε πετάχτηκε πάνω , άρπαξε το μωρό και άρχισε να το χορεύει στα χέρια της λέγοντας:
« Το είχα τάμα να μεγαλώσω ένα ορφανό και να που μου το έστειλε ο Θεός. Ας έρθουν να το αναζητήσουν οι δικοί του από εμένα. »
Γρήγορα απομακρύνθηκε με το μωράκι στην αγκαλιά. Το χωριό έμαθε ότι η καλόψυχη Αρετή μάζεψε ένα ορφανό και έτσι μεγάλωνε μαζί με τα άλλα, ώσπου ήρθε ο πατέρας.
« Τίνος είναι το παιδί μάνα; » ρώτησε.
« Είναι δικό μου και θα το μεγαλώσω » απάντησε η Αρετή, « γιατί το βρήκα πεντάρφανο στο δρόμο. »
Η Νίκη πρόλαβε και σκούπισε δύο δάκρυα, πριν τη δει ο άνδρας της, ο οποίος δέχθηκε την ευεργεσία της μάνας του.
Ο άνδρας δεν έφυγε πια για την ξενιτιά και η οικογένεια απέκτησε άλλα δύο παιδιά και μεγάλωναν όλα μαζί.
Μετά από χρόνια πέθανε η Αρετή. Στον τάφο της φύτρωσε ένας βασιλικός, που έγινε με τον καιρό θάμνος, που κατασκήνωναν τα πουλιά.
Η Νίκη, που παρέμενε ευγνωμονούσα για το μεγάλο καλό, που της είχε κάνει η πεθερά της, για χρόνια σιωπούσε, μα κάποτε αποκάλυψε το μυστικό στο σύζυγό της.
« Αφού η μάνα μου δεν σε κατέκρινε, δεν θα σε κατακρίνω ούτε και εγώ , » απάντησε ο 
άνδρας της « αν επιθυμείς τη συγχώρεσή μου , την δίνω με όλη μου τη καρδιά ! »
Ήταν ο γιος της μάνας του! Δεν μπορούσε να φερθεί διαφορετικά !
Ο γιος του βασιλιά


Κάποτε ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος είχε ένα γιο πονηρό. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για αλλαγή προς το καλύτερο, ο πατέρας καταδίκασε τον γιο του σε θάνατο. Του έδωσε ένα μήνα περιθώριο, για να προετοιμαστεί.
Πέρασε ο μήνας, και ο πατέρας ζήτησε να παρουσιασθεί ο γιος του. Προς μεγάλη του έκπληξη, παρατήρησε, πως ο νεαρός ήταν αισθητά αλλαγμένος. Το πρόσωπό του ήταν αδύνατο και χλωμό, και ολόκληρο το κορμί του έμοιαζε, να είχε υποφέρει.
« Πως και σου συνέβη τέτοια μεταμόρφωση, γιε 

μου; » ρώτησε ο πατέρας.
« Πατέρα μου και κύριέ μου, » απάντησε ο γιος, 

« πως είναι δυνατόν να μην έχω αλλάξει, αφού η κάθε μέρα με έφερνε πιο κοντά στον θάνατο; »
« Καλώς, παιδί μου, » παρατήρησε ο βασιλιάς.
« Επειδή προφανώς έχεις έρθει στα συγκαλά σου, θα σε συγχωρήσω. Όμως θα χρειαστεί, να τηρήσεις αυτή την διάθεση επιφυλακής της ψυχής σου για την υπόλοιπη ζωή σου. »
« Πατέρα μου, » απάντησε ο γιος, « αυτό είναι αδύνατο. Πως θα μπορέσω, να αντισταθώ στα αμέτρητα ξελογιάσματα και τους πειρασμούς; »
Ο βασιλιάς τότε διέταξε, να του φέρουν ένα βαζάκι γεμάτο λάδι μέχρι επάνω στο χείλος του στόμιου και είπε στον γιο του:
« Πάρε αυτό το βαζάκι με το λάδι, και μετέφερέ το στα χέρια σου, διασχίζοντας όλους τους δρόμους της πόλεως. Θα σε ακολουθούν δύο στρατιώτες με κοφτερά σπαθιά. Εάν χυθεί έστω και μία σταγόνα από το λάδι, θα σε αποκεφαλίσουν. »
Ο γιος υπάκουσε. Με ανάλαφρα, προσεκτικά βήματα, διέσχισε όλους τους δρόμους της πόλεως, με τους στρατιώτες να τον συνοδεύουν συνεχώς και δεν του χύθηκε ούτε μία σταγόνα λάδι από το βαζάκι.
Όταν επέστρεψε στο κάστρο, ο πατέρας τον ρώτησε:
« Γιε μου τι πρόσεξες, καθώς τριγυρνούσες μέσα στους δρόμους της πόλεως; »
« Δεν πρόσεξα τίποτε. »
« Τι εννοείς, '' τίποτε; '' » τον ρώτησε ο βασιλιάς.
« Σήμερα ήταν μεγάλη γιορτή. Σίγουρα θα είδες τους πάγκους, που ήταν φορτωμένοι με πολλές πραμάτειες, τόσες άμαξες, τόσους ανθρώπους, ζώα. »
« Δεν είδα τίποτε απ’ όλα αυτά ,» είπε ο γιος. « Όλη η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο λάδι μέσα στο βαζάκι. Φοβήθηκα μην τυχόν μου χυθεί μια σταγόνα και έτσι χάσω τη ζωή μου. »
« Πολύ σωστή η παρατήρησή σου, » είπε ο βασιλιάς.
« Κράτα λοιπόν αυτό το μάθημα κατά νου για την υπόλοιπη ζωή σου. Να τηρείς την ίδια επιφυλακή για την ψυχή μέσα σου, όπως έκανες σήμερα για το λάδι μέσα στο βαζάκι. Να στρέφεις τους λογισμούς σου μακριά από εκείνα, που γρήγορα παρέρχονται και να τους προσηλώνεις σε εκείνα, που είναι αιώνια. Θα είσαι ακολουθούμενος, όχι από οπλισμένους στρατιώτες, αλλά από τον θάνατο, στον οποίον η κάθε μέρα μας φέρνει πιο κοντά. Να προσέχεις πάρα πολύ, να φυλάς την ψυχή σου από όλους τους καταστροφικούς πειρασμούς. »
Ο γιος υπάκουσε τον πατέρα και έζησε έκτοτε γαλήνιος κι ευτυχής.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

Δυο φίλοι στην έρημο


Η ιστορία δυο φίλων που περπατούσαν στην έρημο.
Κάποια στιγμή τσακώθηκαν και ο ένας από τους δύο έδωσε ένα χαστούκι στον άλλο.
Αυτός ο τελευταίος, πονεμένος, αλλά χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο: 

ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΧΑΣΤΟΥΚΙΣΕ.
Συνέχισαν να περπατούν μέχρι που βρήκαν μια όαση, όπου αποφάσισαν να κάνουν μπάνιο. Αλλά αυτός που είχε φάει το χαστούκι, παραλίγο να πνιγεί και ο φίλος του τον έσωσε.
Όταν συνήλθε, έγραψε πάνω σε μια πέτρα:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ.
Αυτός που τον είχε χαστουκίσει και στη συνέχεια του έσωσε τη ζωή, τον ρώτησε:
« Όταν σε χτύπησα, έγραψες πάνω στην άμμο , όταν σε γλύτωσα από τον πνιγμό, έγραψες πάνω στην πέτρα. 

Γιατί; »
Ο άλλος φίλος απάντησε :
« Όταν κάποιος μας πληγώνει, το γράφουμε στην άμμο, όπου οι άνεμοι της συγνώμης μπορούν να το σβήσουν. Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, το χαράζουμε στην πέτρα, όπου κανένας άνεμος και κανένα στοιχείο στης φύσης δεν μπορεί να το σβήσει. »
Γράφουμε τις τραυματικές εμπειρίες μας στην άμμο.
Χαράζουμε τις χαρούμενες αναμνήσεις μας στη 

πέτρα .
Σταθμοί εργασίας στον Παράδεισο


Είδα στον ύπνο μου, πως επισκέφθηκα τον Παράδεισο κι ένας άγγελος ανέλαβε, να με ξεναγήσει.
Περπατούσαμε δίπλα-δίπλα σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη με αγγέλους. Ο άγγελος οδηγός μου σταμάτησε μπροστά στον πρώτο σταθμό εργασίας και είπε:
« Αυτό είναι το Τμήμα Παραλαβής. Εδώ παραλαμβάνουμε όλες τις αιτήσεις, που φτάνουν στον Θεό με τη μορφή προσευχής. »
Κοίταξα γύρω-γύρω στον χώρο. Έσφυζε από κίνηση, με τόσο πολλούς αγγέλους να βγάζουν και να ταξινομούν αιτήσεις γραμμένες σε ογκώδεις στοίβες από χαρτιά και σημειώματα, ανθρώπων από όλο τον κόσμο.
Μετά, προχωρήσαμε σε έναν μακρύ διάδρομο, μέχρι που φτάσαμε στον δεύτερο σταθμό. Ο άγγελος μου είπε:
« Αυτό είναι το Τμήμα Συσκευασίας και Παράδοσης. Εδώ οι χάρες και οι ευχές που έχουν ζητηθεί, προωθούνται και παραδίδονται σ' αυτούς, που τις ζήτησαν. »
Πρόσεξα και πάλι πόση κίνηση είχε και εδώ. Αμέτρητοι άγγελοι πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας σκληρά, αφού τόσες πολλές επιθυμίες είχαν ζητηθεί και συσκευάζονταν, για να παραδοθούν στη γη.
Τέλος, στην άκρη ενός μακρινού διαδρόμου, σταματήσαμε στην πόρτα ενός πολύ μικρού σταθμού. Προς μεγάλη μου έκπληξη μόνο ένας άγγελος καθόταν εκεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικά τίποτα.
« Αυτό είναι το Τμήμα των Ευχαριστιών, » μου είπε σιγανά ο φίλος άγγελός μου.
Έδειχνε λίγο ντροπιασμένος.
« Πώς γίνεται αυτό; Δεν υπάρχει δουλειά εδώ; » ρώτησα.
« Είναι λυπηρό, » αναστέναξε ο άγγελος. « Αφού παραλάβουν τις χάρες τους οι άνθρωποι, πολύ λίγοι στέλνουν ευχαριστήρια. »
« Πως μπορεί κάποιος να ευχαριστήσει τον Θεό, για τις ευλογίες που παρέλαβε; » ρώτησα πάλι.
« Πολύ απλά, » απάντησε. «Χρειάζεται μόνο να πεις: Ευχαριστώ Θεέ μου! »
Στο δωμάτιο του Νοσοκομείου


Δύο άνδρες και οι δύο σοβαρά άρρωστοι, έμεναν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Ο ένας άνδρας για θεραπευτικούς λόγους σηκωνότανε όρθιος δίπλα στο κρεβάτι του για μία ώρα κάθε απόγευμα.
Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου.
Ο άλλος άνδρας έπρεπε να περνάει όλη την ώρα του βασανιστικά ξαπλωμένος.
Οι άνδρες μιλούσαν για ώρες αδιάκοπα. Μιλούσαν για τις γυναίκες τους και τις οικογένειές τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, τη θητεία τους στο στρατό, που πήγαν διακοπές.
Κάθε απόγευμα, ο άνδρας που ήτανε δίπλα στο παράθυρο, επειδή μπορούσε να σηκωθεί, σηκωνότανε και περνούσε την ώρα του περιγράφοντας στον «συγκάτοικό» του, όλα όσα μπορούσε να δει έξω από το παράθυρο.
Ο άνδρας στο άλλο κρεβάτι που άκουγε, άρχιζε να ζει για αυτές τις περιόδους, άρχιζε να χαίρεται την ώρα αυτή της περιγραφής και έτσι μπορούσε να ανοιχτεί και να αναζωογονηθεί ο δικός του κόσμος από όλη τη δραστηριότητα και χρώμα από τον «έξω» κόσμο, που τόσο γλαφυρά του περιέγραφε ο «συγκάτοικός» του.
Το παράθυρο ,όπως του έλεγε, έβλεπε σε ένα πάρκο με μια όμορφη λιμνούλα.
Πάπιες και κύκνοι έπαιζαν στα νερά, ενώ παιδιά αρμένιζαν τα καραβάκια τους. Ερωτευμένοι νέοι περπατούσαν χέρι-χέρι ανάμεσα σε κάθε χρώματος λουλούδια και μια ωραία θέα του ορίζοντα της πόλης μπορούσε να ειδωθεί στο βάθος.
Καθώς ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε όλο αυτό το θέαμα με θεσπέσια λεπτομέρεια, ο άνδρας στο άλλο μέρος του δωματίου έκλεινε τα μάτια του και φανταζόταν αυτό το γραφικό σκηνικό. Έκλεινε τα μάτια του και ένοιωθε τον εαυτόν του εκεί έξω.
Ένα ζεστό απόγευμα, ο άνδρας στο παράθυρο περιέγραφε μία παρέλαση που περνούσε. Αν και ο άλλος άνδρας δεν μπορούσε να ακούσει τη φιλαρμονική , μπορούσε να τη δει μα τα μάτια του μυαλού του, καθώς ο κύριος δίπλα στο παράθυρο την απεικόνιζε με παραστατικές λέξεις .
Μέρες, βδομάδες και μήνες πέρασαν. Ο ένας σηκωνότανε και περιέγραφε στον άλλο που δεν μπορούσε να σηκωθεί, ότι έβλεπε έξω.
Ένα πρωί, η πρωινή νοσοκόμα στην επίσκεψή της στο δωμάτιο των ασθενών αντίκρισε το άψυχο σώμα του άνδρα δίπλα στο παράθυρο, ο οποίος πέθανε ειρηνικά στον ύπνο του.
Λίγες μέρες μετά, ο άλλος άνδρας ρώτησε αν θα μπορούσε να μεταφερθεί στη θέση που άφησε κενή ο «συγκάτοικος» του, δίπλα στο παράθυρο. Η νοσοκόμα ευχαρίστως έκανε την αλλαγή και εφόσον σιγουρεύτηκε ότι ο άνδρας αισθανόταν άνετα, τον άφησε μόνο.
Σιγά, επώδυνα, στήριξε τον εαυτό του στον ένα του αγκώνα να δει για πρώτη φορά του τον έξω κόσμο.
Πάσχισε να γείρει, να δει έξω από το παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι.
Όμως, αντίκρισε ένα λευκό τοίχο.
Ο άνδρας ρώτησε τη νοσοκόμα, αν ήτανε καλά στα μυαλά του ο συχωρεμένος συγκάτοικός του και τι τον ανάγκαζε, να του περιγράφει τόσο έξοχα πράγματα έξω από το παράθυρο κάθε απόγευμα.
Η νοσοκόμα αποκρίθηκε, πως ο άνδρας ήταν τυφλός και δεν μπορούσε να δει ούτε τον τοίχο. Πρόσθεσε, πως ίσως ο τυφλός ήθελε απλά να εμψυχώσει τον συγκάτοικό του.
Υπάρχει πελώρια ευτυχία στο να κάνεις τους άλλους ευτυχισμένους, ακόμη κι όταν εσύ βρίσκεσαι σε δύσκολη κατάσταση.
Μοιρασμένη λύπη είναι μισή λύπη, αλλά η ευτυχία, όταν μοιράζεται, διπλασιάζεται.
Αν θες να νιώθεις πλούσιος, απλά μέτρα όλα τα πράγματα που έχεις, τα οποία δεν αγοράζονται με χρήματα και χαμογέλα από τη καρδιά σου, για να φανεί και στο πρόσωπο σου.