Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Ο ιδανικός άνθρωπος κατά τον Αριστοτέλη


Δεν εκθέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο για ασήμαντους λόγους, αφού ελάχιστα είναι τα πράγματα που θεωρεί πολύτιμα. Όμως θα διακιν­δυνεύσει για έναν σημαντικό σκοπό και θα είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του, αφού πιστεύει, ότι δεν αξίζει τον κόπο να προστατεύει κανείς τη ζωή του με οποιοδήποτε τίμημα.

Του αρέσει να ευεργετεί, αλλά ντρέπεται να τον ευεργετούν, γιατί το πρώτο είναι ένδειξη ανωτερότητας και το δεύτερο κατωτερότητας…

Πρέπει να εκδηλώνει ανοιχτά και την αγάπη και το μίσος, αφού η απόκρυψη δείχνει δειλία.

Δεν μπορεί να αφήσει τη ζωή του να στρέφεται γύρω από κάποιον άλλο, εκτός αν είναι ένας φίλος, γιατί μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν δουλική.

Σπάνια θαυμάζει κάτι, αφού τίποτα δεν είναι σπουδαίο γι’ αυτόν.

Ούτε είναι μνησίκακος, γιατί δεν είναι ένδειξη μεγαλόψυχου ανθρώπου, το να θυμάται τις αδικίες που έχει υποστεί, αλλά ο μεγαλόψυχος άνδρας τις παραβλέπει.

Δεν μιλά για τους ανθρώπους, ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους άλλους, γιατί δεν επιθυμεί ούτε να επαινούν αυτόν ούτε να ψέγουν τους άλλους. Και ο ίδιος ούτε επαινεί ούτε κακολογεί, ούτε καν τους εχθρούς του, παρά μόνο αν προσβληθεί.

Για αναπόφευκτα ή ασήμαντα ζητήματα δεν διαμαρτύρεται ούτε ζητά βοήθεια, αφού μόνο όποιος τα θεωρεί σοβαρά θα φερόταν έτσι.

Η κίνησή του είναι αργή, η φωνή του βαριά και τα λόγια του μετρημένα. Γιατί δεν βιάζεται αυτός, που ελάχιστα ζητήματα θεωρεί σοβαρά, ούτε εξάπτεται εκείνος που τίποτα δεν θεωρεί σπουδαίο. Γιατί στη βιασύνη και στην έξαψη οφείλεται η στριγκέ φωνή και η βιασύνη…

Υπομένει κάθε είδους ατυχίες με αξιοπρέπεια και κάνει πάντα ότι καλύτερο μπορεί ανάλογα με τις συνθήκες, όπως ο ικανός στρατηγός χρησιμοποιεί με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, τις δυνάμεις που έχει στη διάθεσή του…

Είναι ο καλύτερος φίλος του εαυτού του και του αρέσει η απομόνωση, ενώ ο άνθρωπος χωρίς αρετή ή ικανότητες είναι ο χειρότερος φίλος του εαυτού του και φοβάται τη μοναξιά.

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019

Οι τρεις κανόνες της ζωής


Κάποτε ένας κυνηγός κατάφερε να πιάσει ένα πουλί . Ξαφνιασμένος, άκουσε το πουλί να του μιλά με ανθρώπινη φωνή και να του λέει :
« Άσε με ελεύθερο κι εγώ θα σου διδάξω τρεις κανόνες της ζωής, που θα σου φανούν πολύ 
χρήσιμοι. »
« Πες μου τους κανόνες και θα σ’ αφήσω ελεύθερο, » απάντησε ο θηρευτής.
« Πρώτα θα μου υποσχεθείς, » ανταπάντησε το έξυπνο πουλί, « ότι θα κρατήσεις την υπόσχεσή σου και όντως θα μ’ ελευθερώσεις. »
Κι όταν ο άντρας ορκίστηκε να τηρήσει την υπόσχεσή του, το πουλί είπε:
« Ο πρώτος κανόνας είναι, ποτέ μη μετανιώνεις, για όσα συνέβησαν.
Ο δεύτερος κανόνας είναι, ποτέ μην πιστέψεις, κάτι που καταλαβαίνεις, πως είναι αδύνατο ή απίθανο να συμβεί.
Ο τρίτος κανόνας τέλος είναι, ποτέ μην προσπαθήσεις να πιάσεις κάτι, που από τη φύση του είναι άπιαστο. »
Έχοντας μιλήσει, το πουλί ζήτησε από το θηρευτή να εκπληρώσει την υπόσχεσή του, αφήνοντάς το ελεύθερο κι έτσι ο άντρας με τη σειρά του άνοιξε τα χέρια του και το άφησε να πετάξει μακριά.
Το πουλί προσγειώθηκε στην κορυφή του πιο ψηλού δέντρου και λάλησε κοροϊδευτικά στον άνθρωπο, που στεκόταν από κάτω:
« Ανόητε, μου επέτρεψες να πετάξω μακριά, δίχως να γνωρίζεις ότι κρύβω ένα πολύτιμο μαργαριτάρι στο σώμα μου, την πηγή της ίδιας της σοφίας μου. »
Μόλις ο θηρευτής άκουσε τα λόγια του πουλιού, μετάνιωσε πικρά, που το είχε αφήσει να πετάξει και προχώρησε βιαστικά προς το δέντρο. Προσπάθησε να το σκαρφαλώσει, αλλά δεν τα κατάφερε και πέφτοντας έσπασε τα πόδια του.
Το πουλί γέλασε δυνατά και ξαναλάλησε:
« Ανόητε! Δεν έχει περάσει ούτε μία ώρα από τη στιγμή, που σε δίδαξα τους τρεις κανόνες και ήδη τους έχεις ξεχάσει! Σου είπα ποτέ να μη μετανιώνεις, για όσα συνέβησαν στο παρελθόν κι εσύ μετάνιωσες, που μ’ άφησες ελεύθερο. Σου είπα ποτέ να μην πιστεύεις, ότι είναι εμφανώς αναληθές κι εσύ ήσουν τόσο αφελής που πίστεψες, πως πράγματι κουβαλώ ένα πολύτιμο πετράδι στο σώμα μου. Είμαι απλώς ένα φτωχό άγριο πουλί, που καταφέρνει να επιβιώνει λεπτό προς λεπτό με σκόρπιους κόκκους τροφής.
Και τέλος, σε συμβούλεψα, ποτέ να μην παλεύεις μάταια για το ανέφικτο κι εσύ προσπάθησες να πιάσεις ένα πουλί με γυμνά χέρια και τώρα βρίσκεσαι πεσμένος καταγής στο έδαφος με τα δύο σου πόδια σπασμένα. Για μερικούς σαν εσένα έχουν πει οι φιλόσοφοι πως , '' πιο πιθανό είναι να συνετίσεις ένα σοφό με μια επίπληξη, παρά έναν ανόητο με εκατό μαστιγώματα. '' Αλλά αλίμονο, δεν αποτελείς εξαίρεση στον κόσμο αυτό, καθώς άνθρωποι σαν εσένα υπάρχουν πολλοί! 
»
Και αποσώνοντας τα λόγια του, το σοφό πουλί πέταξε μακριά, για να βρει την τροφή του.
Ο αγρότης στο κατώφλι του σπιτιού του


Κάποια μέρα κατά το σούρουπο, ένας αγρότης, καθότανε στο κατώφλι του ταπεινού σπιτιού του και απολάμβανε το δροσερό αεράκι.
Το σπίτι του αγρότη ήταν σε δρόμο , που οδηγούσε στην πλατεία του χωριού.
Ένας άνδρας, καθώς περνούσε, είδε τον αγρότη και σκέφθηκε:
« Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να είναι τεμπέλης. Δεν εργάζεται κι όλη τη μέρα την περνά ρεμβάζοντας στο κατώφλι του σπιτιού του! »
Λίγο αργότερα, φάνηκε στην άκρη του δρόμου ένας άλλος περαστικός. Είδε τον γεωργό και σκέφθηκε:
« Να ένας γυναικάς! Την άραξε παρατηρώντας τα κορίτσια και τις γυναίκες που περνούν. Δεν είναι απίθανο να τα παρενοχλεί κιόλας! »
Πριν σκοτεινιάσει, πέρασε κι ένας ξένος. Είδε το γεωργό και σκέφθηκε:
« Ο άνθρωπος αυτός σίγουρα εργάσθηκε σκληρά όλη μέρα. Τώρα μπορεί να χαρεί και να ξεκουραστεί. Το αξίζει! »
Γεγονός είναι, ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πολλά για το αγρότη, που καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού του. Αντιθέτως μπορούμε να καταλάβουμε πολλά, για τον χαρακτήρα και τις συνήθειες των τριών περαστικών !
Ο Άγιος άνθρωπος


Η φήμη για έναν Άγιο άνθρωπο που ζούσε σ’ ένα μικρό σπιτάκι στην κορυφή ενός βουνού, εξαπλώθηκε σ’ όλη την επαρχία. Έτσι, ένας χωρικός αποφάσισε να κάνει το δύσκολο ταξίδι στην κορυφή, για να τον συναντήσει. Όταν έφτασε στο σπίτι, είδε έναν γέροντα , που τον υποδέχτηκε στην πόρτα.
« Θα ήθελα να δω τον Άγιο άνθρωπο, » είπε ο χωρικός.
Ο γέροντας του χαμογέλασε και τον άφησε να περάσει μέσα. Καθώς προχωρούσαν μέσα στο σπίτι, ο χωρικός κοιτούσε ανυπόμονα γύρω του, αναζητώντας τον Άγιο άνθρωπο. Μα προτού το καταλάβει, έφτασαν στην πίσω πόρτα και ο γέροντας τον συνόδευσε έξω. Ο χωρικός σταμάτησε και είπε στον υπηρέτη, « μα, θέλω να δω τον Άγιο άνθρωπο! »
« Τον είδες » του απάντησε ο γέρος. « Όποιον συναντάς στην ζωή σου, ακόμα κι αν φαίνεται απλός και ασήμαντος, να τον βλέπεις ως Άγιο άνθρωπο. Εάν κάνεις αυτό, τότε ότι πρόβλημα σου κι αν είναι αυτό, που σε έφερε σήμερα εδώ, θα μπορείς να το αντιμετωπίσεις. »
Κάνε το καλό και ρίχ'το στο γιαλό


Κάποτε ένας φτωχός Σκωτσέζος αγρότης, ενώ καλλιεργούσε το χωράφι του, άκουσε τη φωνή ενός παιδιού, που κλαίγοντας ζητούσε βοήθεια.
Αμέσως παράτησε τα εργαλεία του κι έτρεξε προς το μέρος ενός βούρκου, απ' όπου προέρχονταν οι φωνές. Τι να δει; Ένα τρομοκρατημένο αγόρι, βυθισμένο κιόλας μέχρι τη μέση στη λάσπη, πάλευε μάταια να ελευθερωθεί ουρλιάζοντας. Χωρίς αργοπορία ο αγρότης έσωσε το αγόρι, που σίγουρα θα πέθαινε αργά και βασανιστικά.
Την επομένη, μια φανταχτερή άμαξα με δύο άλογα σταμάτησε μπροστά από την αγροικία του. Κατέβηκε ένας καλοντυμένος ευγενής κύριος, που του συστήθηκε ως ο πατέρας του αγοριού, που είχε σώσει ο αγρότης.
- Θα ήθελα να σας ανταμείψω για την πράξη σας, είπε ο κύριος. Σώσατε τη ζωή του γιου μου.
- Όχι, δεν είναι δυνατόν να πληρωθώ για ότι έκανα, απάντησε ο Σκωτσέζος αγρότης, απορρίπτοντας την προσφορά.
Την ίδια στιγμή, στην πόρτα του χαμόσπιτου εμφανίστηκε ο γιος του αγρότη.
- Αυτός είναι ο γιος σας; Ρώτησε ο καλοντυμένος κύριος.
- Μάλιστα, απάντησε με υπερηφάνεια ο αγρότης.
- Θα κάνουμε μια συμφωνία. Αφήστε με να προσφέρω στο γιο σας το ίδιο επίπεδο μόρφωσης, που απολαμβάνει ο δικός μου. Αν ο μικρός μοιάζει στον πατέρα του τότε, χωρίς αμφιβολία, μεγαλώνοντας θα γίνει κάτι, για το οποίο και οι δυο μας θα υπερηφανευόμαστε.
Έτσι κι έγινε.
Ο γιος του αγρότη παρακολούθησε τα καλύτερα σχολεία και αποφοίτησε από τη φημισμένη ιατρική σχολή του νοσοκομείου της Αγίας Μαρίας στο Λονδίνο.
Έπειτα από την αποφοίτηση του, ανακάλυψε την πενικιλίνη.
Το όνομα του Αλεξάντερ Φλέμινγκ.
Ο γιος του ευγενούς κυρίου, που σώθηκε από το βούρκο, χτυπήθηκε από βαριά πνευμονία μετά από χρόνια. Ο μόνος τρόπος να σωθεί ήταν τότε η πενικιλίνη.
Ποιο ήταν το όνομα εκείνου του ευγενούς κυρίου;
Λόρδος Ράντολφ Τσώρτσιλ.
Το όνομα του γιού του;
Σερ Ουίνστον Τσώρτσιλ!
Πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Ο αμόρφωτος αγρότης, πατέρας του πατέρα της πενικιλίνης, έσωσε τη ζωή ενός παιδιού, που, μεγαλώνοντας, θα κυβερνούσε τη Μεγάλη Βρετανία και θα ονομαζόταν, διεθνώς, «Πατέρας της Νίκης» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η έμπρακτη ευγνωμοσύνη του Λόρδου Ράντολφ Τσώρτσιλ άνοιξε το δρόμο στη δημιουργία του Φλέμινγκ, που ανακάλυψε την πενικιλίνη, που θα έσωζε - για δεύτερη φορά - τη ζωή του γιου του Ουίνστον Τσώρτσιλ.
Μια θαυμαστή ιστορία δυο διάσημων προσωπικοτήτων, που  κι επειδή ήταν διάσημοι,  έγινε γνωστή.
Πραγματικά, ο φτωχός Σκωτσέζος αγρότης έκανε ένα καλό με αγνότητα καρδιάς, χωρίς υπολογισμό, γιατί πίστευε απλά στη δύναμή του. Και το καλό αυτό πήγε ανυπολόγιστα μακριά.
Αυτό εκφράζει και ο λαός μας με τη γνωστή παρότρυνση «Κάνε το καλό και ρίχ'το στο γιαλό».
Πιστεύει, ότι θα το πάει μακριά. Ποτέ δεν ξέρεις σε πόσες και ποιες ακρογιαλιές θα το ταξιδέψει η μαγευτική, απέραντη, μυστηριώδης θάλασσα!
Η μέριμνα για το σήμερα


Ένας άνθρωπος βασανιζόταν συχνά από σκέψεις που έκανε, ανησυχώντας για διάφορες μελλοντικές υποθέσεις, που θεωρούσε ότι θα του δημιουργούσαν προβλήματα.
Ανησυχία του, το τι θα γίνει αύριο, τι θα γίνει μεθαύριο, τι τον περιμένει την επομένη εβδομάδα , μήνα , χρόνο και πάει λέγοντας…
Όλη αυτή η μέριμνα για μελλούμενα έπνιγε την ψυχή του, πράγμα που τον έκανε να αισθάνεται πολύ δυστυχισμένος , χωρίς χαρά και ελπίδα.
Μια νύχτα, ο άνθρωπος αυτός είδε ένα όνειρο.
Περπατούσε σ' ένα μακρινό δρόμο, φορτωμένος με ένα σακί στην πλάτη.
Το φορτίο του ήταν βαρύ και κάπου στάθηκε να ξαποστάσει.
Μα όταν θέλησε να σηκωθεί για να συνεχίσει το ταξίδι του, αντιλήφθηκε πως ήταν αδύνατο να σηκώσει το σακίδιό του.
Άνοιξε τότε να δει, τι έχει μέσα.
Και τι βλέπει!
Μικρά-μικρά δέματα.
Το ένα έγραφε απ' έξω: " Αυτό για αύριο. "
Ένα άλλο έγραφε: " Αυτό για μεθαύριο. "
Το τρίτο έγραφε: " Αυτό για σήμερα. "
Το τελευταίο δέμα του φάνηκε ανάλαφρο. Το σήκωσε
με χαρά και συνεχίζοντας το ταξίδι του, ξύπνησε.
Το όνειρο αυτό εκφράζει μια τραγική πραγματικότητα.
Η μέριμνα για το αύριο, για το μεθαύριο, για το μετά από μια εβδομάδα, για το μετά από ένα μήνα και ένα χρόνο, γεμίζει τις ψυχές μας με άγχος και ανησυχίες, που μας αφαιρούν την γαλήνη και μας κάνουν να θεωρούμε δυσβάστακτο το βάρος της ζωής.
Ας εκπαιδεύσουμε λοιπόν τον εαυτό μας να εστιάζεται στο παρόν και στις ανάγκες του παρόντος , ώστε να δίνουμε όλη τη προσοχή μας στην αντιμετώπιση αυτών. Κάθε φορά λοιπόν που σκέψεις ανάλογες βομβαρδίζουν το μυαλό μας , ας τις συμπεριφερθούμε σαν ταξιδιάρικα πουλιά. Δεν μπορούμε τα εμποδίσουμε να κάτσουνε στο κεφάλι μας , αλλά μπορούμε να αρνηθούμε να τα δώσουμε τροφή και έτσι είναι πολύ πιθανόν, να μας απαλλάξουν από την παρουσία τους.
Ο ιστός της αράχνης


Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ένας στρατιώτης αποκόπηκε από τη μονάδα του μέσα στον χαμό των εκρήξεων και τον πυροβόλων. Έψαξε για τους συμπολεμιστές του, αλλά προς μεγάλη του θλίψη δεν μπόρεσε να τους βρει.
Είχε μείνει μόνος του σε κείνο το τόπο. Άκουγε τους εχθρούς να έρχονται κατά το μέρος του. Απεγνωσμένα έψαχνε για καταφύγιο και κάποια στιγμή το μάτι του έπεσε σε κάποιες σπηλιές στα αντικρινά βράχια. Γρήγορα σκαρφάλωσε και χώθηκε σε μια από αυτές.
Παρότι ήταν για την ώρα ασφαλής, διαπίστωσε ότι οι εχθροί δεν θα αργούσαν να σκαρφαλώσουν κι αυτοί, να ψάξουν τις σπηλιές να τον βρουν και να τον σκοτώσουν.
Όση ώρα περίμενε, προσευχήθηκε στο Θεό…
« Σε παρακαλώ Θεέ μου, αν θέλεις προστάτεψε με. Παρόλα αυτά ότι είναι θέλημα σου , αυτό να γίνει. Σε αγαπώ και σε εμπιστεύομαι. »
Όταν τέλειωσε τη προσευχή του, ξάπλωσε ήρεμος και άκουγε τους εχθρούς, που πλησίαζαν.
Σκέφτηκε…
« Όπως βλέπω ο Θεός δεν πρόκειται να με βοηθήσει, να γλιτώσω αυτή τη φορά. »
Τότε παρατήρησε μια αράχνη, που ξεκίνησε να υφαίνει τον ιστό της στην είσοδο της σπηλιάς.
« Χα! » σκέφτηκε « Αυτό που θέλω είναι πέτρες και τούβλα και ο Θεός μου έστειλε μια αράχνη και τον ιστό της. Μα τη πίστη μου ο Θεός έχει χιούμορ! »
Καθώς πλησίαζε ο εχθρός από τη σκοτεινή μεριά της σπηλιάς έβλεπε τους στρατιώτες, που εξερευνούσαν την μια σπηλιά ύστερα από την άλλη. Όταν έφτασαν στη δική του, ήταν έτοιμος να δώσει την τελευταία του μάχη. Όμως προς μεγάλη του έκπληξη οι στρατιώτες έριξαν μόνο μια ματιά μέσα και συνέχισαν στην επόμενη.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε, ότι με τον ιστό να καλύπτει την είσοδο της σπηλιάς, φαινόταν πως πάρα πολύ καιρός θα είχε περάσει από τότε που κάποιος , άνθρωπο ή ζώο , μπήκε ή βγήκε από τη σπηλιά.!
« Θεέ μου, συγχώρεσε με, » είπε ο νεαρός στρατιώτης. « Είχα ξεχάσει, ότι ο ιστός της αράχνης είναι πιο δυνατός από ένα τοίχο φτιαγμένο από τούβλα . Είχα ξεχάσει, πως όταν δεν σου έρχεται αυτό που θέλεις , είναι επειδή ο Θεός σου στέλνει, αυτό που χρειάζεσαι εκείνη τη στιγμή! »