Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

Φροντίδα μου είναι ο εαυτός μου


Η άμεση φροντίδα μου είναι ο εαυτός μου, όχι η κοινωνία
Η κοινωνία είναι, ότι είναι ο άνθρωπος. Ανάλογα με το πώς είναι η σχέση του ενός με τον άλλο, είναι και η δομή της κοινωνίας μιας χώρας.
Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε μια ειρηνική κοινωνία που να έχει νοημοσύνη, αν το άτομο είναι αδιάλλακτο, βάναυσο και ανταγωνιστικό. Αν από κάθε άνθρωπο λείπει η ευγένεια, η στοργή, η φροντίδα στη σχέση του με τους άλλους, δεν μπορεί παρά να δημιουργεί σύγκρουση, ανταγωνισμό και σύγχυση.
Η κοινωνία είναι επέκταση των ανθρώπων, η κοινωνία είναι προβολή του εαυτού μας. Μέχρι να το συλλάβουμε αυτό, να κατανοήσουμε βαθιά τον εαυτό μας και να τον αλλάξουμε ριζικά, η αλλαγή απλώς του έξω δεν θα δημιουργήσει ειρήνη στον κόσμο, ούτε θα φέρει αυτή την ηρεμία και τη γαλήνη, που είναι απαραίτητες για ευτυχισμένες σχέσεις σε μια κοινωνία.
Ας μη σκεφτόμαστε λοιπόν ν' αλλάξουμε το περιβάλλον. Αυτό θα συμβεί και πρέπει να συμβεί, αν ολόκληρη η προσοχή μας κατευθύνεται στη μεταμόρφωση του ατόμου, του εαυτού μας και της σχέσης μας με τον άλλο.
Προσωπικά νιώθω ότι ο κόσμος είναι ο εαυτός μου και πως ότι κάνω δημιουργεί είτε ειρήνη είτε θλίψη στον κόσμο, που είναι ο εαυτός μου  και όσο δεν καταλαβαίνω τον εαυτό μου, δεν μπορώ να φέρω ειρήνη στον κόσμο.
Η άμεση λοιπόν φροντίδα μου είναι ο εαυτός μου, όχι εγωιστικά, όχι απλώς ν' αλλάξω τον εαυτό μου για να αποκτήσω μεγαλύτερη ευτυχία, μεγαλύτερες απολαύσεις, μεγαλύτερες επιτυχίες, αλλά γιατί όσο δεν καταλαβαίνω τον εαυτό μου, θα ζω μέσα στον πόνο και στη θλίψη και δεν θα μπορώ ν' ανακαλύψω μια διαρκή ειρήνη και ευτυχία.
Το τελευταίο φύλλο


Η Ιωάννα ήταν μια νεαρή γυναίκα, που αρρώστησε από πνευμονία και βρισκόταν πολύ κοντά στο θάνατο. Έξω ακριβώς από το παράθυρο του δωματίου της υπήρχε ένα αμπέλι. Η Ιωάννα παρατηρούσε καθημερινά τα φύλλα του, που έπεφταν. Πίστευε, ότι όταν πέσει και το τελευταίο φύλλο, θα έχει φτάσει κι η ώρα να πεθάνει κι αυτή. Όμως η καλύτερη φίλη της, η Ελένη, η οποία έμενε μαζί της, προσπαθούσε να τη πείσει, να σταματήσει να σκέφτεται τόσο απαισιόδοξα.
Στην ίδια πολυκατοικία ζούσε και ο Ζήσης, ένας ηλικιωμένος κύριος, αποτυχημένος καλλιτέχνης. Ισχυριζόταν συνεχώς, ότι σύντομα θα ζωγραφίσει έναν πίνακα αριστούργημα, όμως ακόμα δεν τον είχε καν ξεκινήσει. Η Ελένη επισκέφτηκε τον Ζήση και τον ενημέρωσε, πως η Ιωάννα είναι άρρωστη κι ότι χάνει σιγά-σιγά την επιθυμία για ζωή. Του φανέρωσε κι ότι η Ιωάννα πιστεύει, πως μόλις πέσει από το αμπέλι και το τελευταίο φύλλο, θα πεθάνει. Ο Ζήσης χαρακτήρισε αυτό τον ισχυρισμό σαν ανοησία, όμως παρόλα αυτά πήγε να επισκεφθεί τη Ιωάννα και να δει το αμπέλι.
Την επόμενη νύχτα ξέσπασε μια μεγάλη καταιγίδα, ο άνεμος λυσσομανούσε και οι σταγόνες της βροχής χτυπούσαν ανελέητα το παράθυρο. Η Ελένη έκλεισε τις κουρτίνες κι είπε στην Ιωάννα να κοιμηθεί. Στο αμπέλι είχε πια μείνει μόνο ένα φύλλο. Αν κι η Ιωάννα επέμενε να  αφήσει τις κουρτίνες ανοιχτές, η Ελένη επέμενε να τις κλείσουν, αφού δεν ήθελε να δει η Ιωάννα την πτώση του τελευταίου φύλλου. Το πρωί αμέσως η Ιωάννα ξανάνοιξε τις κουρτίνες κι έψαχνε με το βλέμμα της το αμπέλι, για να βεβαιωθεί ότι είχαν πέσει πια όλα τα φύλλα, όμως παρόλα αυτά αυτό το τελευταίο  που απέμεινε , ήταν ακόμη εκεί!
Παρόλο που η Ιωάννα εντυπωσιάστηκε από το γεγονός, συνέχισε να πιστεύει, ότι θα πέσει το φύλλο μέσα στη μέρα. Αλλά αυτό δεν συνέβη. Και δεν έπεσε ούτε τη νύχτα , αλλά ούτε και την επόμενη ημέρα. Η Ιωάννα άρχισε πια να πιστεύει, ότι το φύλλο παρέμενε εκεί, για να της δείξει πόσο λάθος έκανε, να θέλει να πεθάνει. Άρχισε να ανακτά την επιθυμία της να ζήσει, κάτι που είχε άμεσα θετικό αντίκτυπο στην υγεία της.
" Έχω κάτι να σου ανακοινώσω '', της είπε η Ελένη εκείνο το απόγευμα. " Ο κ. Ζήσης πέθανε σήμερα από πνευμονία στο νοσοκομείο. Ήταν πολύ άρρωστος τις τελευταίες δύο ημέρες. Ο επιστάτης του τον βρήκε χθες το πρωί στο δωμάτιό του πεσμένο κάτω, αβοήθητο, με δυνατούς πόνους. Τα παπούτσια και τα ρούχα του ήταν υγρά και παγωμένα.
Δεν μπορούσαν να φανταστούν τι είχε γίνει εκείνη τη φοβερή νύχτα που είχε ξεσπάσει η μεγάλη καταιγίδα. Στη συνέχεια όμως βρήκαν ένα φανάρι, που ήταν ακόμα αναμμένο, μια σκάλα, μερικές βούρτσες πεταμένες από δω κι από κει, και μια παλέτα ζωγραφικής με πράσινα και κίτρινα χρώματα.
Για κοίταξε, έξω από το παράθυρο αυτό το τελευταίο φύλλο του αμπελιού. Δεν αναρωτιέσαι, γιατί δεν κουνιέται, όταν φυσάει ο άνεμος; Αχ, καλή μου, αυτό είναι το αριστούργημα του κ. Ζήση. Το ζωγράφισε εκείνο το βράδυ, που έπεσε το τελευταίο φύλλο. "
Ποιος είναι ο αφελής 


Καθημερινά ο Ναστραντίν ζητιάνευε στην κεντρική αγορά της πόλης. Οι άνθρωποι τον περιέπαιζαν,  γιατί τον θεωρούσαν αφελή. Του πρότειναν πάντα δύο κέρματα∙ το ένα ήταν δεκαπλάσιας αξίας από το άλλο κι εκείνος διάλεγε πάντοτε το μικρότερο. Η ιστορία αυτή έκανε το γύρο της περιοχής .
Μέρα με τη μέρα κατέφθαναν ομάδες ανδρών και γυναικών να τον δουν και να διασκεδάσουν μαζί του, περιγελώντας τον , δίνοντάς του δύο κέρματα . Όπως πάντα, ο Ναστραντίν διάλεγε το μικρότερο!
Κάποια μέρα ένας γενναιόδωρος και ευαίσθητος άνδρας αγανάκτησε, να βλέπει τον Ναστραντίν να γίνεται περίγελως του πλήθους. Τον πήρε παράμερα και του είπε:
« Ναστραντίν, όταν οι άνθρωποι σου προσφέρουν δύο κέρματα, να διαλέγεις το μεγαλύτερο. Θα κερδίζεις περισσότερα και δεν θα σε θεωρούν αφελή. »
« Φίλε μου, αυτό ακούγεται σαν καλή συμβουλή, » είπε ο Ναστραντίν, « αλλά αν επέλεγα το μεγαλύτερο κέρμα, οι άνθρωποι θα έπαυαν να έρχονται καραβάνια και να μου ζητούν, να διαλέξω ποιο κέρμα θα πάρω. Νιώθουν την ανάγκη να πιστεύουν, ότι είμαι πιο αφελής από αυτούς! Δεν έχεις ιδέα, πόσα χρήματα έχω μαζέψει με το κόλπο αυτό! Δεν είναι λάθος να φαίνεσαι αφελής, όταν πράγματι είσαι έξυπνος.»
Ο καθηγητής και ο βαρκάρης


Κάποια μέρα, ένας από τους μεγαλύτερους πανεπιστημιακούς καθηγητές και υποψήφιος του βραβείου Νόμπελ, διάσημος σε όλο τον κόσμο, έφθασε στις όχθες μια λίμνης.
Ζήτησε από τον βαρκάρη να του κάνει το γύρο της λίμνης για να ξεκουραστεί και να απολαύσει τη σπάνια ομορφιά της. Ο βαρκάρης ανταποκρίθηκε με πολύ προθυμία. Όταν απομακρύνθηκαν από την ακτή, ο καθηγητής άρχισε τις πειρακτικές ερωτήσεις του.
-Φίλε μου, γνωρίζεις μαθηματικά, τον ρώτησε.
-Όχι, απάντησε συνεσταλμένα ο βαρκάρης.
-Έχεις χάσει το ένα τέταρτο της ζωής σου, ήταν η απάντηση του καθηγητή.
-Μήπως ξέρεις αστρονομία; συνέχισε το πείραγμα.
-Όχι, απάντησε ο βαρκάρης.
-Έχεις χάσει τα δύο τρίτα της ζωής σου. Τότε θα γνωρίζεις φιλοσοφία.
-Όχι, απάντησε και στην τρίτη ερώτηση ο βαρκάρης.
-Κρίμα! Έχεις χάσει τα τρία τέταρτα της ζωής σου, αποφάνθηκε ο σοφός καθηγητής.
Ξαφνικά μια καλοκαιριάτικη καταιγίδα ξέσπασε. Η βάρκα, καταμεσής της λίμνης, χοροπηδούσε σαν καρυδότσουφλο. Ο αγέρας σφύριζε δαιμονισμένα. Απεγνωσμένα προσπαθούσε ο βαρκάρης να κρατήσει τη βάρκα του. Γύρισε τότε προς τον καθηγητή και τον ρώτησε:
-Καθηγητά μου, ξέρετε να κολυμπάτε;
-Όχι, απάντησε εκείνος ξέψυχα.
-Λυπάμαι, αλλά εσείς χάσατε όλη σας τη ζωή!
Ένα δυνατό κύμα αναποδογύρισε τη βάρκα…

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Το παγιδευμένο αγόρι


Η παραπάνω εικόνα απεικονίζει έναν άνθρωπο νεαρής ηλικίας ,που καθώς είναι σκαρφαλωμένο στον κορμό ενός δέντρου, αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο από τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις :
- Από το φίδι , που είναι κουλουριασμένο στο κλαδί του δέντρου.
- Από τον κροκόδειλο στο ποτάμι αριστερά .
- Από το λιοντάρι δεξιά κάτω από το δέντρο.
Υπάρχει προς βοήθειά του ένα όπλο ακουμπισμένο στον κορμό του δέντρου, που δύσκολα όμως μπορεί να το πιάσει , επειδή είναι πολύ κοντά το λιοντάρι.
Εμείς , επειδή σύμφωνα με την παροιμία είμαστε με τον Γιάννη και όχι με το θεριό , σκεπτόμαστε δύο σενάρια , που και τα δύο εξασφαλίζουν την επιβίωση του νεαρού αγοριού.


Σενάριο 1 :
Το αγόρι αρπάζει με το ένα χέρι το φίδι και το πετάει στο λιοντάρι. Το λιοντάρι τρομαγμένο υποχωρεί και δίνει την προσοχή του στο φίδι , οπότε το αγόρι προλαβαίνει να κατέβει , να πάρει το όπλο και να πυροβολήσει , σκοτώνοντας το λιοντάρι. Στην συνέχεια πετάει το σκοτωμένο λιοντάρι μέσα στο ποτάμι, για να το φάει ο κροκόδειλος και πλέον είναι ελεύθερος να φύγει !

Σενάριο 2 :
Το αγόρι βλέπει εφιάλτη, πως είναι παγιδευμένο πάνω στο δέντρο , απειλούμενο από φίδι , λιοντάρι και κροκόδειλο. Ανοίγει το αγόρι τα μάτια του, λουσμένο στον ιδρώτα , ανακουφισμένο, που η απειλή ήταν ένα κακό όνειρο !
Όταν η επικοινωνία δυσκολεύει


Μια μέρα ο επιβλέπων μηχανικός κατασκευής ενός κτηρίου από τον 3ο όροφο κάλεσε με δυνατή φωνή τον αρχιτεχνίτη, που βρισκότανε στο ισόγειο. Λόγω όμως του θορύβου της κατασκευής, ο αρχιτεχνίτης στο ισόγειο, δεν άκουσε τον επιβλέποντα να τον φωνάζει.
Τότε, ο μηχανικός για να τραβήξει την προσοχή του αρχιτεχνίτη,  έριξε ένα νόμισμα των 2 ευρώ, που αναπήδησε μπροστά στα πόδια του αρχιτεχνίτη.
Ο αρχιτεχνίτης έσκυψε και πήρε το νόμισμα , το έβαλε στη τσέπη του , χωρίς όμως να γυρίσει να κοιτάξει προς τα 

πάνω , ώστε να δει ποιος το έριξε και συνέχισε τη δουλειά του.
Ο μηχανικός ξαναφώναξε , αλλά πάλι δεν τον άκουσε ο αρχιτεχνίτης , οπότε ο μηχανικός έριξε πέντε 

δίευρα , προκειμένου να τραβήξει την προσοχή του αρχιτεχνίτη. Αυτή τη φορά κάποια νομίσματα έπεσαν στο σώμα του αρχιτεχνίτη , πάλι αυτός έσκυψε και τα μάζεψε βάζοντάς τα στη τσέπη του και συνέχισε τη δουλειά του , χωρίς να ελέγξει. από που προέρχονται τα κέρματα.
Τώρα για να επιστήσει την προσοχή του αρχιτεχνίτη , αφού μέχρι τώρα οι τρόποι που χρησιμοποίησε φάνηκαν ατελέσφοροι , ο επιβλέπων πήρε μια μικρή πέτρα και την έριξε κάτω. Η πέτρα χτύπησε ακριβώς το κεφάλι του αρχιτεχνίτη. Εκνευρισμένος ο τελευταίος , επειδή πόνεσε το χτύπημα , σήκωσε αμέσως το κεφάλι του προς τα πάνω, έτοιμος να αρπαχτεί με αυτόν, που του τη πέταξε. Μόλις κατάλαβε, πως ο μηχανικός θέλει να επικοινωνήσει μαζί του, αμέσως μαλάκωσε και περίμενε να ακούσει τις οδηγίες του.
Αυτή η ιστορία συμβαίνει αναλογικά και στην ίδια μας τη ζωή. Ο Θεός από επάνω θέλει να επικοινωνήσει μαζί μας , αλλά εμείς απορροφημένοι με τις γήινες ασχολίες μας , δεν τον ακούμε. Ο Θεός τότε για να τραβήξει τη προσοχή μας , χωρίς όμως να μας αναστατώσει, μας στέλνει τις ευλογίες του σαν μικρά δώρα, που καλοδεχόμαστε και κρατάμε , χωρίς όμως να ψάχνουμε, από που μας έχουν χορηγηθεί.
Θεωρούμε πως είμαστε τυχεροί και δεν απευθύνουμε ούτε ένα λόγο ευχαριστίας προς Εκείνον, που μας τα έστειλε.
Στη συνέχεια, όταν μας χτυπήσει με μια μικρή πέτρα, την οποία ονομάζουμε προβλήματα, τότε κοιτάζουμε επάνω και ζητάμε την βοήθεια του Θεού , επικοινωνούμε με τον Θεό.
Ας γίνουμε λοιπόν ευγνώμονες , απολαμβάνοντας τα
δώρα , που μας χορηγεί η Θεϊκή Παρουσία γύρω μας και μέσα μας. Έτσι ίσως αποφύγουμε, να πέσει η μικρή πέτρα στο κεφάλι μας. Αλλά ακόμη κι αν η πέτρα πέσει στο κεφάλι μας , ίσως αποφύγουμε τις τύψεις κι ενοχές , επειδή θυμηθήκαμε τον Θεό στα δύσκολα , ενώ στα εύκολα τον κρατήσαμε έξω από τη ζωή μας !
Το ναυάγιο του κρουαζιερόπλοιου


Μέσα στην τάξη η δασκάλα ανοίγει ένα βιβλίο , ζητάει από τους μαθητές της να κάνουν ησυχία και αρχίζει να τους διαβάζει :
« Ένα κρουαζιερόπλοιο άρχισε να βουλιάζει στη θάλασσα και έπρεπε άμεσα να εκκενωθεί από τους επιβάτες. Ένα ζευγάρι έτρεξε γρήγορα προς τις σωσίβιες λέμβους. Όταν έφτασαν όμως, είδαν έντρομοι, ότι υπήρχε χώρος για να σωθεί μόνο ένα άτομο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο άντρας έσπρωξε τη σύζυγό του και πριν προλάβει εκείνη να αντιδράσει, πήδηξε αυτός μέσα στη σωσίβια λέμβο.
Τότε η γυναίκα του, η οποία στέκονταν στο πλοίο που βυθίζονταν, φώναξε στον σύζυγό της μια φράση . »
Η δασκάλα σταμάτησε την αφήγηση της, γύρισε προς τη τάξη και ρώτησε τα παιδιά:
« Τι νομίζετε, ότι του φώναξε; »
Οι περισσότεροι από τους μαθητές με πάθος απάντησαν, ότι η σύζυγος φώναξε:
«Σε μισώ!»,
«Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από εσένα» και
«Νόμιζα ότι με αγαπούσες».
Η δασκάλα παρατήρησε ένα αγόρι, που παρέμενε σιωπηλό. Τον ρώτησε τι πίστευε, ότι φώναξε η σύζυγος και αυτός της απάντησε:
« Κυρία, νομίζω ότι του φώναξε: '' Να προσέχεις το παιδί μας. ''»
Έκπληκτη η δασκάλα τον ρώτησε:
« Έχεις ακούσει ξανά αυτή την ιστορία; »
Το αγόρι κούνησε το κεφάλι του αρνητικά:
« Όχι, αλλά αυτό ήταν που είπε  η δική μου μαμά στον μπαμπά μου, λίγο πριν πεθάνει από την αρρώστια της ».
Η δασκάλα γύρισε προς τα παιδιά και τους είπε με χαμηλή φωνή:
« Αυτό πραγματικά φώναξε η κυρία στο κρουαζιερόπλοιο που βυθιζότανε , προς τον άντρα 
της , που φαίνεται πως την παράτησε. »
Και συνέχισε η δασκάλα να διαβάζει :
« Το πλοίο τελικά βυθίστηκε και όλοι όσοι δεν κατάφεραν να ξεφύγουν, πνίγηκαν. Ο άντρας πήγε στο σπίτι και μεγάλωσε την κόρη τους μόνος του. Πολλά χρόνια αργότερα, μετά το θάνατο του πατέρα της, η κόρη τους βρήκε τυχαία το ημερολόγιο του και διάβασε ολόκληρη την ιστορία. Ανακάλυψε ότι η μητέρα της, λίγο πριν επιβιβαστεί στο πλοίο, είχε διαγνωσθεί με μια ανίατη ασθένεια. Την κρίσιμη στιγμή, ο πατέρας έκανε αυτό, που πίστευε ότι ήταν σωστό. Όχι για αυτόν, αλλά για την κόρη τους.
« Ήθελα τόσο να μείνω μαζί σου στο πλοίο αγαπημένη μου. Ήθελα να πεθάνουμε μαζί. Αλλά για χάρη της κόρης μας, επέλεξα να σε αφήσω μόνη, » έγραφε στο ημερολόγιό 

του. »
Τα παιδιά έμειναν για αρκετά λεπτά σιωπηλά, μόλις η δασκάλα τελείωσε την ιστορία της.
Η δασκάλα τότε προσπάθησε, να δώσει στα παιδιά να καταλάβουν το νόημα αυτής της ιστορίας:
« Το καλό και το κακό είναι περίπλοκα και πολλές φορές πολύ δύσκολο, να τα κατανοήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος, που δεν πρέπει να επικεντρώνεται κάποιος μόνο στην επιφάνεια και να κρίνει τον άλλον, χωρίς να προσπαθήσει πρώτα, να κατανοήσει τις πράξεις του.
· Αν έχετε βγει να φάτε με κάποιον φίλο και προσφερθείτε να πληρώσετε τον λογαριασμό, δεν το κάνετε γιατί έχετε πολλά χρήματα, αλλά γιατί βάζετε την φιλία σας πάνω από τα χρήματα.
· Εκείνοι που παίρνουν πρωτοβουλίες για να αντιμετωπιστεί μια δύσκολη κατάσταση , δεν το κάνουν, για να επιδειχτούν ή για να τους επαινέσει κάποιος, αλλά επειδή καταλαβαίνουν την έννοια της ευθύνης.
· Όσοι ζητούν συγγνώμη μετά από έναν καυγά, δεν το κάνουν, επειδή ξέρουν ότι υποστήριζαν την λάθος άποψη, αλλά επειδή εκτιμούν περισσότερο τον άνθρωπο δίπλα τους.
· Εκείνοι που είναι πρόθυμοι να σας βοηθήσουν, δεν το κάνουν, επειδή σας χρωστάνε κάτι, αλλά επειδή σας βλέπουν ως ένα αληθινό φίλο.
· Εκείνοι που σας τηλεφωνούν συχνά, δεν το κάνουν, γιατί δεν έχουν τίποτα άλλο να κάνουν, αλλά επειδή είστε στην καρδιά τους.
Μια ημέρα, όλοι θα αναγκαστούμε να χωρίσουμε από αυτούς, που έχουμε σήμερα δίπλα μας. Θα χάσετε τις κουβέντες σας, θα ξεχάσετε τα όνειρο που κάνατε μαζί τους. Οι ημέρες θα περάσουν, τα χρόνια θα φύγουν και μια μέρα τα παιδιά σας θα δουν μερικές φωτογραφίες και θα σας ρωτήσουν:
· « Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; »
Και εσείς θα χαμογελάσετε με αόρατα δάκρυα, και θα τους απαντήσετε:
· « Είναι οι άνθρωποι, με τους οποίους πέρασα τις καλύτερες μέρες της ζωής μου. »