Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

Το κοράκι και τα άλλα πουλιά


Ένα κοράκι ήταν απόλυτα ικανοποιημένο στη ζωή.
Αλλά μια μέρα είδε έναν κύκνο. « Αυτός ο κύκνος είναι τόσο λευκός και εγώ είμαι τόσο μαύρος, »  σκέφτηκε.
« Αυτός ο κύκνος πρέπει να είναι το πιο ευτυχισμένο πουλί στον κόσμο ! »
Αμέσως το κοράκι φανέρωσε τις σκέψεις του στον κύκνο. 

« Στην πραγματικότητα, » απάντησε ο κύκνος
« αισθάνθηκα ότι ήμουν το πιο ευτυχισμένο πουλί του κόσμου , μέχρι που είδα έναν παπαγάλο, που είχε δύο χρώματα. Τώρα πιστεύω, ότι ο παπαγάλος είναι το πιο ευτυχισμένο πουλί στη δημιουργία. »
Το κοράκι πλησίασε στη συνέχεια τον παπαγάλο.
« Μου είπανε, πως πρέπει να είσαι το πιο ευτυχισμένο πουλί στον κόσμο. Είναι αλήθεια ; »
Ο παπαγάλος απάντησε :
« Έζησα μια πολύ χαρούμενη ζωή , μέχρι που είδα ένα παγώνι. Εγώ έχω μόνο δύο χρώματα, αλλά το παγώνι έχει πολλά χρώματα. »
Το κοράκι επισκέφθηκε ένα παγώνι στο ζωολογικό κήπο και είδε ότι εκατοντάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί, για να το θαυμάσουν.
Μετά την αποχώρηση των ανθρώπων, το κοράκι πλησίασε το παγώνι :
« Αγαπητό παγώνι , είσαι πάρα πολύ όμορφο. Κάθε μέρα εκατοντάδες άνθρωποι έρχονται να σε δουν. Νομίζω, πως είσαι το πιο ευτυχισμένο πουλί στον πλανήτη. »
Το παγώνι απάντησε :
« Πάντα πίστευα, ότι ήμουν το πιο όμορφο και ευτυχισμένο πουλί στον πλανήτη. Αλλά λόγω της ομορφιάς μου, είμαι παγιδευμένος σε αυτόν τον ζωολογικό κήπο. Έχω εξετάσει προσεκτικά τον ζωολογικό κήπο και έχω συνειδητοποιήσει, ότι το κοράκι είναι το μόνο πουλί, που δεν φυλακίζεται σε κλουβί. Έτσι τις τελευταίες μέρες σκέφτηκα, ότι αν ήμουν κοράκι, θα ήμουν πολύ ευτυχισμένο, επειδή κανένας δεν θα με φυλάκιζε και θα μπορούσα να περιπλανηθώ οπουδήποτε στον κόσμο ελεύθερα! »
Αυτό είναι και το πρόβλημά μας. Κάνουμε περιττές συγκρίσεις με τους άλλους και στενοχωριόμαστε άδικα. Δεν εκτιμούμε συχνά, αυτό που είμαστε κι αυτά που έχουμε και βλέποντας γύρω μας, ζητάμε να γίνουμε κάτι άλλο ή να έχουμε άλλα πράγματα. Όλα αυτά οδηγούν στον φαύλο κύκλο της δυστυχίας.
Ας εκτιμήσουμε, όσα μας έχει δώσει ο Θεός και όσα η χάρη Του, μας αξίωσε να γίνουμε. Η σύγκριση με άλλους πολλές φορές μας οδηγεί στην απογοήτευση, στη ζήλια και στον φθόνο. Με τον τρόπο αυτό απομακρυνόμαστε από τον στόχο μας , που είναι να ζήσουμε ευτυχισμένοι.
Εμπιστοσύνη και Σεβασμός


Ένα μικρό κορίτσι και ο πατέρας της διασχίζουν μια ξύλινη πρόχειρη γέφυρα πάνω σε ένα ρυάκι. Λόγω της επικινδυνότητας, φοβισμένος ο πατέρας λέει στην κόρη 
του :
« Γλυκιά μου σε παρακαλώ κράτησε το χέρι μου , για να μη πέσεις στο ρυάκι »
Το κοριτσάκι απαντάει:
« Όχι, μπαμπά. Να κρατήσεις εσύ το δικό μου χέρι.»
« Ποια είναι η διαφορά; » ρωτάει αμήχανα ο πατέρας.
« Υπάρχει μεγάλη διαφορά », απαντάει το κοριτσάκι.
« Αν κρατάω εγώ το χέρι σου και συμβεί κάτι σε εμένα, όπως αν ζαλιστώ ή χάσω την ισορροπία μου , είναι πιθανό να αφήσω το χέρι σου . Αλλά αν κρατάς εσύ το χέρι μου, είμαι σίγουρη, πως ότι και αν 
συμβεί , δεν θα αφήσεις ποτέ το δικό μου χέρι ! »
Την εμπιστοσύνη και των σεβασμό των άλλων δεν μπορούμε, ούτε να τα αγοράσουμε, άλλα ούτε και να τα απαιτήσουμε. Μπορούμε μόνο να τα κερδίσουμε , εφ’ όσον με τη συμπεριφορά μας αποδείξουμε, πως είμαστε άξιοι για να μας εμπιστευτούν και να μας σεβαστούν οι άνθρωποι του περιβάλλοντός μας
Μια τηλεφωνική συνομιλία


Ένα μικρό αγόρι κάλεσε από κοινόχρηστο τηλέφωνο εντός ενός καταστήματος, έναν τηλεφωνικό αριθμό. Εκείνη την ώρα μέσα στο κατάστημα επικρατούσε ησυχία ,ο ιδιοκτήτης του καταστήματος δεν είχε άλλο πελάτη , οπότε άκουγε όχι μόνο τον μικρό να μιλάει στο τηλέφωνο, αλλά άκουγε ευκρινώς και την κυρία, με την οποία συνομιλούσε :
Αγόρι: « Κυρία, μπορείτε να μου αναθέσετε την εργασία της κοπής του γκαζόν του κήπου σας; »
Γυναίκα: (στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής)
« Έχω ήδη κάποιον, που κάνει αυτήν την εργασία.»
Αγόρι: « Κυρία, αναλαμβάνω την κοπή του γκαζόν και παράλληλα σας ζητώ να με πληρώσετε με τα μισά χρήματα, από αυτά που πληρώνετε ήδη σε αυτόν. »
Γυναίκα: « Είμαι πολύ ικανοποιημένη με το πρόσωπο, που κόβει προς το παρόν το γκαζόν μου. »
Αγόρι: (με περισσότερη επιμονή) « Κυρία, θα σκουπίζω και το πάτωμα και τις σκάλες του σπιτιού σας δωρεάν. »
Γυναίκα: « Όχι, ευχαριστώ. »
Με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του, το μικρό αγόρι έκλεισε το τηλέφωνο. Ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, ο οποίος άκουγε όλα αυτά, είπε στο αγόρι. :
Ιδιοκτήτης καταστήματος: « Παιδί μου μού άρεσαν πολύ η συμπεριφορά σου και αυτά, που είπες στο τηλέφωνο . Μου αρέσει η θετική σου διάθεση και είμαι διατεθειμένος να σου προσφέρω δουλειά στο μαγαζί μου , αν φυσικά το θέλεις κι εσύ. »
Αγόρι: « Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά σας λόγια και την προσφορά σας, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να την δεχτώ. »
Ιδιοκτήτης καταστήματος: « Μα γιατί όχι ; Νόμιζα, πως πραγματικά ζητούσες δουλειά και γι’ αυτό σου την προσέφερα. »
Αγόρι: « Όχι κύριε δεν ψάχνω για δουλειά. Έχω δουλειά. Είμαι αυτός που περιποιείται το γκαζόν της κυρίας, με την οποία συνομιλούσα. Γνώριζα πως έκανα καλά τη δουλειά μου , αλλά ήθελα να βεβαιωθώ, πως η αφεντικίνα μου είναι ευχαριστημένη με μένα και πως δεν σκέφτεται, να με 

αντικαταστήσει , ακόμη κι αν ο αντικαταστάτης μου ζητούσε λιγότερα χρήματα κι έκαμνε περισσότερες εργασίες ! »
Όταν δίνεις τον καλύτερο εαυτό σου σε αυτό που κάνεις , σίγουρα ο άλλος το αντιλαμβάνεται και το εκτιμάει !

Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019

Η συμφωνία ανταλλαγής


Ένα αγόρι και ένα κορίτσι έπαιζαν μαζί.
Το αγόρι είχε μικρές πίτες με διαφορετική γέμιση η κάθε μια. Το κορίτσι είχε διαφορετικών ειδών σοκολατάκια μαζί της.
Το αγόρι πρότεινε στο κορίτσι, να ανταλλάξουν μεταξύ τους τις πίτες και τα σοκολατάκια. Το κορίτσι συμφώνησε.
Το αγόρι έκρυψε τη μεγαλύτερη και περισσότερο νόστιμη πίτα και έδωσε τις υπόλοιπες στο κορίτσι . Το κορίτσι του έδωσε όλα τα σοκολατάκια της, όπως είχε υποσχεθεί.
Εκείνη τη νύχτα, το κορίτσι κοιμόταν ήσυχα και ειρηνικά. Αλλά το αγόρι δεν μπόρεσε να κοιμηθεί, καθώς συνέχιζε να αναρωτιέται, αν το κορίτσι είχε κρυμμένα και άλλα σοκολατάκια , που δεν του τα έδωσε , όπως ακριβώς έκανε αυτός , που δεν της έδωσε τη πιο νόστιμη πίτα του !
Κάπως έτσι συμβαίνει και στις σχέσεις. Εάν δεν δίνετε το εκατό τοις εκατό σε μια σχέση, θα έχετε πάντα αμφιβολίες, μήπως και το άλλο πρόσωπο δεν έχει δώσει όλα όσα 

μπορεί !
Οι εγκληματίες λεπροί


Ήταν γιατρός ιεραπόστολος στην Ινδία και δούλευε κυρίως ανάμεσα στους λεπρούς.
Κάποια μέρα του έφεραν τρεις εγκληματίες λεπρούς. Με δική του ευθύνη ζήτησε, να τους βγάλουν τις χειροπέδες και περιποιήθηκε με αγάπη τις πληγές τους.
Λίγο καιρό αργότερα, χρειάστηκε να πάει μέσα στη νύχτα σε έναν ασθενή, που τον κάλεσε. Φοβόταν όμως να αφήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του μόνα τους, γνωρίζοντας ότι αυτοί οι τρεις εγκληματίες ήταν ελεύθεροι. Η γυναίκα του τον παρότρυνε παρ’ όλα αυτά να πάει, λέγοντας, ότι ο Θεός θα τους προστάτευε.
Έτσι λοιπόν έφυγε... Το άλλο πρωί η γυναίκα του έκπληκτη βρήκε τους τρεις άντρες ξαπλωμένους έξω από την πόρτα. Ο ένας της είπε:
-Μάθαμε ότι ο γιατρός έφυγε τη νύχτα. Μείναμε εδώ από έξω, ώστε να μην σας συμβεί τίποτε κακό.
Η μάνα του γιατρού


Ζούσε, κάποτε, σ’ ένα χωριό μία χήρα πολύ φτωχιά με το μοναχογιό της. Για να μεγαλώσει το παιδί της ξενοδούλευε κι επειδή έβαλε σ’ αυτό όλο το μεράκι της, από τον καημό της αποφάσισε να το σπουδάσει.
Πήγε, λοιπόν, κι έπεσε στα γόνατα μπροστά στην Παναγία κι έλεγε:
«Παναγία μου, αξίωσέ με εμένα την αμαρτωλή, να σπουδάσω το μοναχογιό μου».
Έτσι με χίλιες στερήσεις και προσευχές κατάφερε η φτωχή χήρα, να σπουδάσει το γιο της γιατρό.
Κάποια μέρα, με το δίπλωμα στην τσάντα ξεκίνησε ο γιατρός να επισκεφτεί τη μάνα του, που είχε πια γεράσει, για να την ευχαριστήσει. Η μάνα τον υποδέχτηκε με πολλή χαρά και με βαθιά ευγνωμοσύνη στην Παναγία, που την αξίωσε, να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της.
Την άλλη μέρα, Κυριακή, πηγαίνει και ξυπνάει το γιο της και του λέει:
«Σήκω, γιε μου, να πάμε να ευχαριστήσουμε την Παναγία για την προκοπή σου.»
Ο γιατρός όμως αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία, γιατί δεν πίστευε, όπως είπε, στα λόγια της και τα θεωρεί ξεπερασμένα.
Η μάνα φαρμακώθηκε, δεν είπε τίποτε, μόνο πήγε μονάχη της κι έκλαψε μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης με ευχαριστία αλλά και πόνο και μετά έφυγε για την εκκλησία .
Όταν γύρισε στο σπίτι, ο γιος της, ο γιατρός, τη ρώτησε:
« Ε μάνα, τι κατάλαβες απ’ τα λόγια της εκκλησίας, εσύ, αγράμματη γυναίκα; »
Η χήρα δεν απάντησε, μόνο έπιασε ένα καλάθι από την αποθήκη και του λέει:
« Γιε μου, το πρωί δεν με άκουσες, να έρθεις μαζί μου στην εκκλησία. Συγχωρεμένος να είσαι. Τώρα, όμως, θέλω να μου κάνεις μία άλλη χάρη και μη μου την αρνηθείς. Θέλω να πάρεις το καλάθι και να πας στο ποτάμι, να μου φέρεις νερό. »
« Μα με το καλάθι να σου φέρω νερό, μάνα; Τόσο τα ’χεις χαμένα ; » λέει εκείνος.
« Πήγαινε εσύ για το χατίρι μου, 
» του απαντάει εκείνη, « κι ότι θέλει ας γίνει. »
Παραξενεμένος ο γιατρός πηγαίνει στο ποτάμι, βουτάει μέσα το καλάθι, το βγάζει και γυρίζει στο σπίτι με το καλάθι άδειο.
« Να, μάνα, το καλάθι σου, όπως μου το έδωσες. Σου την έκανα την χάρη. Βλέπεις εσύ να έχει νερό μέσα; », λέει ο γιατρός.
« Ευχαριστώ, γιε μου, που μ’ άκουσες. Βλέπεις όμως εσύ το καλάθι να είναι , όπως σου το έδωσα; » απαντάει η μάνα.
« Ε ναι, μόνο που είναι βρεγμένο. »
« Βλέπεις λοιπόν, γιε μου, ότι δεν είναι το ίδιο, όπως σου το έδωσα; Το πήρες στεγνό, κατάξερο και μου το έφερες μουσκεμένο. Έτσι κι εγώ πηγαίνω αγράμματη στην εκκλησία, δεν φέρνω τη σοφία της, αλλά είμαι δροσισμένη από τη χάρη της και αυτό με συντηρεί τόσα χρόνια και κατάφερα με τη χάρη της, να σε σπουδάσω. »
Τότε ο γιατρός συντετριμμένος ζήτησε συγνώμη από τη μάνα του και πήγαν ύστερα μαζί στην εκκλησία κι ευχαρίστησαν την Παναγία.
Γονείς και παιδιά


Ένας δάσκαλος ρώτησε ένα κοριτσάκι:
-Με τι ασχολείται ο μπαμπάς σου ;
Το κορίτσι απάντησε:
-Εργάζεται σε ένα εργοστάσιο σοκολάτας και μου φέρνει πολλές σοκολάτες.. Το βράδυ εργάζεται σε παγωτατζίδικο και όταν σχολάει, μου φέρνει να φάω την αγαπημένη μου γεύση ...Παράλληλα εργάζεται επίσης και σε ένα κατάστημα, που πουλάει παιχνίδια και μου φέρνει πολλές κουκλίτσες και μικρά λούτρινα αρκουδάκια...
Είναι επίσης πολύ καλός δάσκαλος,γιατί με βοηθά καθημερινά στα μαθήματά μου.
Είναι πολύ δυνατός και με σηκώνει στους ώμους του. Δεν ντρέπεται να πέσει στα γόνατα και να κάνει στο άλογο , να με βάλει στις πλάτες του και να με κάνει μια καλή βόλτα στο σπίτι.
Είναι ο αγαπημένος μου κλόουν και με κάνει να γελάω συνεχώς.
Είναι υπέροχος παραμυθάς και με νανουρίζει με παραμύθια, όταν ξαπλώνω το βράδυ στο κρεβάτι, για να κοιμηθώ.
Δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ, ποτέ δεν κουράζεται και όταν επιστρέφει στο σπίτι , πάντοτε έχει την  διάθεση, για να παίξει μαζί μου.
Η απάντηση του μικρού κοριτσιού μας δίνει μια ιδέα, του τι από όσα προσφέρουμε σαν γονείς , αξιολογούν τα παιδιά. Τα παιδιά περισσότερο εκτιμούν, αυτά που κάνουμε, για να τους δείξουμε την αγάπη μας . Λιγότερο τους ενδιαφέρουν τα υλικά αγαθά , που προσφέρουμε σε αυτά , με αντίτιμο την απουσία μας από τη ζωή και τις δραστηριότητές τους.
Ας προσπαθήσουμε λοιπόν, να τους κάνουμε το χατίρι.