Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

Ο Άγαμος γέροντας


Έχω ακούσει για έναν άνδρα, που παρέμεινε άγαμος όλη του τη ζωή και όταν πέθαινε, ενενήντα χρονών, κάποιος τον ρώτησε:
" Έχετε παραμείνει ανύπαντρος ολόκληρη τη ζωή σας, αλλά ποτέ δεν έχετε, πει ποιος είναι ο λόγος. Τώρα πεθαίνετε, τουλάχιστον ικανοποιήστε την περιέργειά μας. Αν υπάρχει κάποιο μυστικό, τώρα μπορείτε να το πείτε, αφού πλέον πεθαίνετε. Θα φύγετε. Ακόμη και αν το μυστικό είναι γνωστό, δεν μπορεί να σας βλάψει. "
Ο γέροντας είπε:
" Ναι, υπάρχει ένα μυστικό. Δεν είναι ότι είμαι ενάντια στο γάμο, αλλά έψαχνα για μια τέλεια γυναίκα. Έψαξα και έψαξα και όλη μου η ζωή γλίστρησε μέσα από τα χέρια μου "
Ο συνομιλητής του τον ρώτησε:
" Αλλά πάνω σε όλη τη γη υπάρχουν δισεκατομμύρια άνθρωποι και πάνω από το μισό είναι γυναίκες, δεν θα μπορούσατε να βρείτε μια τέλεια γυναίκα; "
Ένα δάκρυ κύλησε κάτω από το μάτι του γέροντα. Είπε:
" Ναι, είχα βρει την τέλεια γυναίκα."
Ο συνομιλητής συγκλονίστηκε κυριολεκτικά και μπόρεσε να ψελλίσει σιγανά :
" Τότε τι συνέβη; Γιατί δεν την παντρευτήκατε; "
Και ο γέρος είπε:
" Δεν ήθελε αυτή να παντρευτούμε , επειδή κι εκείνη έψαχνε για έναν τέλειο σύζυγο. "


Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Κάποιος που θα καταλαβαίνει



Πήγε κάποτε ένας πιτσιρίκος να αγοράσει ένα σκυλάκι από petshop. Μπαίνει, λοιπόν, στο μαγαζί και ρωτάει τον ιδιοκτήτη πόσο στοιχίζει ένα κουταβάκι.
« 100 ευρώ » του λέει εκείνος.
« Τι κρίμα, » λέει ο μικρός « δεν έχω τόσα χρήματα. »
Ψάχνει τις τσέπες του και βλέπει ότι έχει 7,58 ευρώ.
« Έχω μόνο τόσα, » λέει. «Μπορώ με αυτά να δω τουλάχιστον τα κουτάβια και να τα χαϊδέψω λιγάκι;
» 
Ο καταστηματάρχης το σκέφτεται λίγο, σφυρίζει, και τα κουτάβια έρχονται τρέχοντας κοντά του. Ένα από τα κουτάβια κούτσαινε λίγο και ήρθε τελευταίο στην παρέα. Μόλις το είδε ο μικρός, είπε:
« Αυτό θέλω να αγοράσω! »
« Μα, αυτό είναι ανάπηρο ξέρεις και δε θα μπορέσει ποτέ να παίξει μαζί σου όπως τα άλλα, » του λέει ο ιδιοκτήτης. « Εγώ δε σου συνιστώ να πάρεις αυτό, διάλεξε κανένα άλλο. »
« Όχι, » λέει ο μικρός. « Εγώ αυτό θα αγοράσω, όταν μαζέψω τα χρήματα. »
Αφού με τα πολλά ο καταστηματάρχης βλέπει ότι ο μικρός δεν αλλάζει γνώμη, του λέει:
« Εντάξει, μπορείς να πάρεις αυτό το κουτάβι δωρεάν, δε θέλω χρήματα. » 

Έξαλλος ο μικρός τού αποκρίνεται:
« Όχι, αυτό το κουτάβι αξίζει τα ίδια χρήματα με τα άλλα, έχει την ίδια αξία. » 

Βγάζει, λοιπόν, τα 7,58 ευρώ που είχε πάνω του, τα δίνει στον κύριο και του λέει:
« Τα υπόλοιπα θα σου τα δίνω ένα ευρώ την ημέρα, ώσπου να σε ξεχρεώσω. »
Ο καταστηματάρχης δεν κατάλαβε την εμμονή του μικρού να αγοράσει ένα ανάπηρο ζώο και τότε ο μικρός σηκώνει το παντελόνι του και δείχνει το πόδι του που ήταν τεχνητό (πρόσθετο μεταλλικό) και λέει:
« Δε χρειάζομαι ένα σκύλο να τρέχει, γιατί και εγώ δεν μπορώ να τρέξω βλέπετε και νομίζω, ότι ο σκύλος χρειάζεται κάποιον, που θα τον καταλαβαίνει! »
Ποιος ο προορισμός


Ένα ζευγάρι Αμερικανών αποφάσισε να πάει διακοπές στη Φλόριντα που είχε ζέστη, για να ξεφύγει από το κρύο της Αλάσκας, όπου ζούσε.
Κανόνισαν να μείνουν στο ίδιο ξενοδοχείο, όπου είχαν περάσει και τον μήνα του μέλιτος, αλλά είχαν πολλές υποχρεώσεις και θα ταξίδευαν χώρια. Ο άντρας θα έφτανε Τετάρτη και η γυναίκα Πέμπτη.
Φτάνει ο άντρας στο ξενοδοχείο, πηγαίνει στο δωμάτιό του και βλέπει, ότι τώρα πια υπάρχει εκεί και υπολογιστής και Ιnternet και αποφασίζει να κάνει μια έκπληξη και να στείλει e-mail στη γυναίκα του.
Κάνει όμως ένα λάθος στη διεύθυνση και το e-mail πηγαίνει σε μια άλλη διεύθυνση, στο Χιούστον του Τέξας, σε μια γυναίκα που μόλις είχε γυρίσει από την κηδεία του άνδρα της και τσέκαρε τα μηνύματα που έλαβε στον υπολογιστή της από φίλους και συγγενείς. Μόλις διαβάζει το πρώτο, πέφτει λιπόθυμη. Ο γιος της μπαίνει στο δωμάτιο, τη βλέπει πεσμένη στο πάτωμα, προσπαθεί να καταλάβει τι έγινε, κοιτάζει την οθόνη του υπολογιστή και διαβάζει:
« Προς: την αγαπημένη μου γυναίκα Θέμα: Έφτασα!
Ξέρω πως εκπλήσσεσαι, που παίρνεις email από μένα. Έχουν υπολογιστές πλέον εδώ κάτω και σύνδεση με Ιnternet και μπορείς να στείλεις, όπου θέλεις.
Μόλις έφτασα και μπήκα μέσα. Όλα είναι έτοιμα και για σένα, που θα έρθεις αύριο. Ανυπομονώ να σε δω. Ελπίζω να έχεις το ίδιο καλό ταξίδι με εμένα. Έχει πολλή ζέστη εδώ κάτω! »
Πατέρας και γιος στο δάσος


Ένα νεαρό αγόρι και ο πατέρας του περπατούσαν κατά μήκος ενός δασικού μονοπατιού. Κάποια στιγμή βρήκαν ένα μεγάλο κλαδί δέντρου στο έδαφος μπροστά τους.
Το αγόρι ρώτησε  τον πατέρα του:
« Αν προσπαθήσω, νομίζεις ότι θα μπορούσα να μετακινήσω εκείνο το κλαδί του δέντρου ; »
Ο πατέρας του απάντησε:
« Είμαι βέβαιος ότι μπορείς, αρκεί να χρησιμοποιήσεις όλες τις δυνατότητες , που σου προσφέρονται. »
Το αγόρι έβαλε τα δυνατά του, για να σηκώσει ή να μετακινήσει το κλαδί, αλλά δεν ήταν αρκετά δυνατός και δεν μπορούσε να τα καταφέρει. Είπε με απογοήτευση:
« Έκανες λάθος μπαμπά , που μου είπες, πως μπορώ να το μετακινήσω. Δυστυχώς δεν μπορώ, παρόλο που βάζω όλες τις δυνάμεις μου. »
« Προσπάθησε ξανά, » του πρότεινε ο πατέρας του.
Και πάλι, το αγόρι προσπάθησε σκληρά, να σπρώξει το κλαδί. Αγωνίστηκε, αλλά το κλαδί δεν μετακινήθηκε.
« Μπαμπά, δεν μπορώ να το κάνω, » είπε το αγόρι.
Τελικά ο πατέρας του είπε:
« Γιε μου σε συμβούλευσα, να χρησιμοποιήσεις όλες τις δυνατότητες που σου προσφέρονται , αλλά εσύ δεν το έκανες. Δεν ζήτησες την δική μου βοήθεια. »
Πολλές φορές μπορούμε με τις δικές μας δυνάμεις, να καταφέρουμε να πετύχουμε το στόχο μας. Άλλες φορές όμως αδυνατούμε , οπότε χρειάζεται να αναζητήσουμε την δύναμη και την υποστήριξη αυτών που είναι δίπλα μας και να τους παρακαλέσουμε να μας βοηθήσουν.
Η αλληλεγγύη η αλληλοβοήθεια και η αλληλεξάρτηση πολλαπλασιάζουν την δύναμη του κάθε ατόμου , ενώ η ανεξαρτησία και η απομόνωση εμποδίζουν την υπέρβαση των ορίων του.
Κανένα άτομο δεν έχει όλη τη δύναμη , όλους τους πόρους και όλη την αντοχή , που απαιτούνται για να κατακτήσει η ανθρώπινη κοινωνία τους στόχους και να υλοποιήσει τα οράματά της. Για να προοδεύσει και να εξελιχθεί η κοινωνία προς το συμφέρον των μελών της , απαιτείται η εμπνευσμένη συνεργασία των πολλών .
Το να ζητήσουμε βοήθεια και υποστήριξη όταν χρειαζόμαστε, δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά είναι ένα σημάδι σοφίας.
Όταν δεν παίρνουμε την βοήθεια που ζητάμε, αυτό σημαίνει απλώς ότι πρέπει να την ζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή, ή να την ζητήσουμε με άλλο τρόπο, ή να την ζητήσουμε από κάπου αλλού.



Η απάντηση, μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί


Ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας Έρχαρτ Κέστνερ έκανε την εξής εξομολόγηση:
« Στα 1952 πήγα για πρώτη φορά μετά το πόλεμο στην Αθήνα. Η γερμανική πρεσβεία, όταν άκουσε πως είχα πρόθεση να πάω στη Κρήτη, μου συνέστησε, επειδή ήταν πολύ νωρίς ακόμα και οι πληγές από τη γερμανική κατοχή ανεπούλωτες, να λέω πως είμαι Ελβετός.
Αλλά εγώ τους ήξερα τους Κρήτες. Από την πρώτη στιγμή είπα πως ήμουν Γερμανός και όχι μόνο δεν κακόπαθα, αλλά ξανάζησα παντού όπου πέρασα, τη θρυλική κρητική φιλοξενία.
Ένα σούρουπο, καθώς ο ήλιος βασίλευε, πλησίασα το γερμανικό νεκροταφείο, έρημο με μόνο σύντροφο τις τελευταίες ηλιαχτίδες. Έκανα όμως λάθος. Υπήρχε εκεί και μια ζωντανή ψυχή, ήταν μια μαυροφορεμένη γυναίκα. Με μεγάλη μου έκπληξη την είδα, ν’ ανάβει κεριά στους τάφους των Γερμανών νεκρών του πολέμου και να πηγαίνει μεθοδικά από μνήμα σε μνήμα.
Την πλησίασα και τη ρώτησα.
- Είστε από εδώ;
- Μάλιστα.
- Και τότε γιατί το κάνετε αυτό; Οι άνθρωποι αυτοί σκότωσαν  Κρητικούς.»
Και γράφει ο Κέστνερ:
« Η απάντηση, μόνο στην Ελλάδα θα μπορούσε να δοθεί ». 

Απαντά η γυναίκα:
- Παιδί μου, από τη προφορά σου φαίνεσαι ξένος και δεν θα γνωρίζεις τι συνέβη εδώ στα 41 με 44. Ο άντρας μου σκοτώθηκε στη μάχη της Κρήτης κι έμεινα με το μονάκριβο γιο μου. Μου τον πήραν οι Γερμανοί όμηρο στα 1943 και πέθανε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο Σαξενχάουζεν.
Δεν ξέρω πού είναι θαμμένο το παιδί μου. Ξέρω όμως, πως όλα τούτα ήταν τα παιδιά μιας κάποιας μάνας σαν κι εμένα. Και ανάβω στη μνήμη τους, επειδή οι μάνες τους δεν μπορούν να έρθουν εδώ κάτω. Σίγουρα μια άλλη μάνα θα ανάβει το καντήλι στη μνήμη του γιου μου! »
Τα πάντα είναι θέμα προοπτικής


Ήταν κάποτε ένας μαθητής κάποιου αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου, που ο δάσκαλός του τού επέβαλε επί τρία χρόνια, να δίνει χρήματα σε όποιον τον πρόσβαλε.
Όταν έληξε αυτή η περίοδος δοκιμασίας, ο δάσκαλος του είπε:
« Τώρα μπορείς να μπεις στην Αθήνα και να σπουδάσεις φιλοσοφία. »
Καθώς ο μαθητής έμπαινε στην Αθήνα, συνάντησε κάποιον σοφό άνθρωπο, που καθόταν μπροστά στην πύλη και πρόσβαλε όποιον έφευγε και όποιον ερχόταν.
Αυτός φυσικά πρόσβαλε και τον μαθητή, ο οποίος όμως ξέσπασε σε γέλια.
« Γιατί γελάς, ενώ εγώ σε προσβάλλω; » ρώτησε ο σοφός άνθρωπος.
« Γιατί, » είπε ο μαθητής « επί τρία χρόνια εγώ πλήρωνα για κάτι τέτοιο και τώρα εσύ μου το προσφέρεις δωρεάν. »
« Μπες στην πόλη, » είπε ο σοφός άνθρωπος « είναι όλη δική σου. »
Τα πάντα είναι θέμα προοπτικής.
Μια διαφορετική γωνία παρατήρησης, αλλάζει το όλο σκηνικό.
Όταν δονείσαι σε διαφορετική συχνότητα, από εκείνον που σε προσβάλει, σε υποτιμά, σε προκαλεί με κάθε τρόπο, τίποτα από όσα σου εκπέμπει, δε μπορεί να σε αγγίξει.
Η μεγαλύτερη προστασία από την αρνητικότητα κάθε είδους είναι, το να δονείσαι σε διαφορετική συχνότητα.
Κύπρος 1974


Ήταν το καλοκαίρι του 1974. Τα τουρκικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Κύπρο.
Στην Μόρφου συμβαίνει ένα συνταρακτικό γεγονός. Τούρκοι στρατιώτες συλλαμβάνουν 15 χριστιανούς. Τους φέρνουν στην αυλή του σπιτιού ενός Ελληνοκυπρίου δασκάλου. Και τους καταδικάζουν σε θάνατο. Ετοιμάζουν τα όπλα. Και στρέφουν τους αιχμαλώτους (άνδρες, γυναίκες, μικρά παιδιά) στον τοίχο. Θρήνος, κλαυθμός, οδυρμός. Τραγικές στιγμές για τους μελλοθανάτους. Περιμένουν μέσα σε κλίμα φόβου και αγωνίας τον Τούρκο αξιωματικό να έλθει και να διατάξει «πυρ».
Στρέφουν τότε το νου τους και την καρδιά τους στην Ελπίδα των Απελπισμένων. Και προσεύχονται όλοι τους θερμά για το τελευταίο τους ταξίδι και ιδιαίτερα ο δάσκαλος:
« Θεέ μου, συγχώρεσέ μας και δέξου μας κοντά Σου. Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου ».
Ο Τούρκος αξιωματικός έρχεται. Κοιτάζει τους στρατιώτες του με τα όπλα, κοιτάζει βλοσυρός και τους μελλοθάνατους. Ρίχνει μια ματιά προς τα πάνω. Μια κληματαριά απλώνεται και σκεπάζει την αυλή. Ζητάει ένα τσαμπί σταφύλι, για να παρατείνει έτσι σκόπιμα την αγωνία των αιχμαλώτων. Παίρνει το τσαμπί. Μα, ενώ ετοιμάζεται να το φάει, ακούγεται δυνατή η φωνή του δασκάλου:
« Μην το φας! Προχτές το ράντισα με φάρμακο. Είναι ισχυρό δηλητήριο! Θα πεθάνεις! »
Ο αξιωματικός μένει άναυδος. Και γεμάτος κατάπληξη ρωτάει:
« Καλά, αφού ξέρεις, ότι σε λίγο θα δώσω διαταγή να σας σκοτώσουν, γιατί δεν με άφησες να το φάω και έτσι να με εκδικηθείς; »
Του απάντησε ο δάσκαλος, με ειρήνη και γαλήνη:
« Είμαι χριστιανός. Και τώρα που πρόκειται να φύγω από τον κόσμο αυτό και να παρουσιασθώ ενώπιον του Θεού, δεν θα ήθελα να βαρύνω την ψυχή μου με μια αμαρτία τόσο βαριά. »
Ο Τούρκος αξιωματικός συγκλονίζεται, για μια ακόμα φορά. Στρέφεται και λέει στους στρατιώτες του:
« Μαζέψτε τα όπλα και αφήστε τους ελεύθερους όλους! »