Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2019

Δείπνο με ένα υπέροχο πλάσμα


Η γυναίκα μου μού πρότεινε, να βγω με μια άλλη γυναίκα.
'' Γνωρίζω πολύ καλά πως την αγαπάς, '' μου είπε μια μέρα, ξαφνιάζοντάς με. '' Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της χρόνο. ''
'' Μα εγώ  ΕΣΕΝΑ αγαπώ! '' της είπα έντονα.
'' Το ξέρω. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη. ''
Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που.
Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά για κινηματογράφο.
'' Τι συμβαίνει; Είσαι καλά; '' με ρώτησε.
Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους, που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.
'' Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα, να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί, '' της απάντησα. '' Οι δυο μας μόνοι. Τι λες; ''
Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: 

'' Θα το ήθελα πολύ. ''
Εκείνη την Παρασκευή καθώς οδηγούσα μετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός, που προηγείται ενός ραντεβού. Και πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια, ήταν φοβερά συγκινημένη!
Με περίμενε στην πόρτα, φορώντας το παλιό καλό παλτό της, είχε περιποιηθεί τα μαλλιά της και ήταν ντυμένη με το φόρεμα, με το οποίο είχε εορτάσει την τελευταία επέτειο του γάμου της. Το πρόσωπό της χαμογελούσε, ακτινοβολούσε φως όπως το πρόσωπο ενός αγγέλου.
'' Είπα στις φίλες μου ότι θα βγω με το γιο μου και όλες τους συγκινήθηκαν, '' μου είπε καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητό μου. '' Ανυπομονούν να έρθει  η αυριανή μέρα, για να μάθουν τα πάντα για τη βραδινή έξοδό μας. ''
Πήγαμε σε ένα εστιατόριο  με ζεστή ατμόσφαιρα. Η μητέρα μου με έπιασε από το μπράτσο, σαν να ήταν η Πρώτη Κυρία της χώρας.
Μόλις καθίσαμε, έπρεπε εγώ να της διαβάσω τον κατάλογο με τα φαγητά. Το μόνο που έπιαναν τα μάτια της, ήταν κάτι μεγάλες φιγούρες.
Μόλις έφθασα στη μέση του καταλόγου, σήκωσα το πρόσωπό μου. Η μαμά μου καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού και με χάζευε. Ένα νοσταλγικό χαμόγελο πέρασε από τα χείλη της.
'' Εγώ ήμουν αυτή που σου διάβαζε τον κατάλογο, όταν ήσουν μικρός, θυμάσαι; ''
'' Ήρθε η ώρα, λοιπόν, να ξεκουραστείς και να μου επιτρέψεις, να  ανταποδώσω τη χάρη, '' απάντησα.
Κατά τη διάρκεια του γεύματος είχαμε μια ευχάριστη συζήτηση, τίποτα το εξαιρετικό, απλά το πώς περνάει ο καθένας μας κάθε μέρα.
Μιλούσαμε για ώρες, που τελικά χάσαμε την ταινία στον κινηματογράφο.
'' Θα βγω μαζί σου την επόμενη φορά, αν μου επιτρέψεις να κάνω εγώ το τραπέζι, '' μου είπε η μητέρα μου, καθώς την επέστρεφα στο σπίτι. Τη φίλησα και  την αγκάλιασα.
'' Πώς πήγε το ραντεβού; '' θέλησε να μάθει η γυναίκα μου, μόλις μπήκα στο σπίτι εκείνο το βράδυ.
'' Πολύ όμορφα, σ' ευχαριστώ. Περισσότερο κι απ' ότι περίμενα, '' της απάντησα.
Μερικές μέρες αργότερα η μητέρα μου έφυγε από ανακοπή της καρδιάς. Όλα συνέβησαν τόσο γρήγορα, δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα.
Λίγο καιρό μετά, έλαβα έναν φάκελο από το εστιατόριο, όπου είχαμε δειπνήσει η μητέρα μου κι εγώ. Μέσα είχε ένα σημείωμα που έγραφε:
'' Το δείπνο είναι προπληρωμένο. Ήμουν σχεδόν βέβαιη, πως δεν θα μπορούσα να παρευρεθώ κι έτσι πλήρωσα για δύο άτομα, για σένα και τη σύζυγό σου. Δεν θα μπορέσεις ποτέ σου να αισθανθείς, τι σήμαινε εκείνη η βραδιά για μένα. Σε αγαπώ! ''
Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα τη σπουδαιότητα, του να λέει κάποιος  εγκαίρως '' ΣΕ ΑΓΑΠΩ. ''
Συνειδητοποίησα ακόμη τη σπουδαιότητα, του να δίνουμε στους αγαπημένους μας, το χρόνο που τους αξίζει. Τίποτα στη ζωή δεν είναι και δεν θα είναι πιο σημαντικό από την οικογένεια σου. Αφιέρωσε χρόνο σ΄αυτούς που αγαπάς, γιατί αυτοί δεν μπορούν να περιμένουν.
Ο χρόνος ποτέ δεν συγχωρεί.
Ούτε μπορεί να γυρίσει πίσω.

Ο Δεκάλογος των Συζύγων



1. Μην κάνετε το δάσκαλο στο σύντροφό σας. Ο καλύτερος τρόπος να τον διδάξετε, είναι να τον κάνετε ευτυχισμένο.
2. Ο γάμος είναι μια διαρκής περιπέτεια, που μας βοηθάει εν τούτοις να ανακαλύψουμε τον αληθινό μας εαυτό και τον ψυχικό κόσμο του άλλου φύλου .
3. Η οικογένεια είναι «παλαίστρα» και 
«γυμναστήριο.» Το σύντροφό σας επομένως θα τον αποδέχεστε όπως είναι, με τις αδυναμίες και τις ιδιοτροπίες του και όχι όπως θα θέλατε να είναι.
4. Προσπαθήστε να καταλάβετε τον ή τη σύζυγό σας. Μη λησμονείτε, ότι ο άνδρας σκέπτεται με την στεγνή λογική και η γυναίκα με την καρδιά.
5. Μην προσπαθείτε να επιβάλλετε την γνώμη σας και να διορθώσετε με τη βία τον σύντροφό σας. Φροντίστε καλύτερα να διορθώσετε τον εαυτό σας. «Η αγάπη ζει με την αρμονία των αντιθέσεων».
6. Με την πίστη, την υπομονή και την αγάπη αντιμετωπίζουμε νικηφόρα όλες τις δυσκολίες.
7. Ο μεγαλύτερος εχθρός της συζυγικής ζωής είναι ο εγωισμός. Δεν μας σώζει η επίθεση κατά του συζύγου μας, αλλά η επίθεση κατά του εγώ μας.
8. Το καλύτερο παράδειγμα για τα παιδιά μας, είναι να αγαπάει ο πατέρας την μητέρα τους και η μητέρα τον πατέρα τους.
9. Το μυστικό της οικογενειακής γαλήνης είναι, να μπορεί κανείς να συγχωρεί.
10. Ο γάμος είναι «μυστήριο μέγα» .
Ο παπάς ο γείτονας του Κλεμανσώ ( Κι άλλες ιστοριούλες ) 


Ο Ζ. Κλεμανσώ (πρωθυπουργός της Γαλλίας), που ήταν κεκηρυγμένος άθεος, έμενε σ' ένα σπίτι που γειτόνευε με την κατοικία ενός Ιερέα. Το σπίτι του Ιερέα είχε μια μικρή αυλή , που μέσα της μεγάλωνε ένα δέντρο.  
Μεγαλώνοντας το δέντρο είχε κρύψει τη θέα σ’ ένα από τα παράθυρα του Κλεμανσώ. Ο τελευταίος 
κάλεσε λοιπόν μια μέρα τον Ιερέα και του έκανε παράπονα για το ζήτημα αυτό.
Ο Ιερέας, που εκτός από το ότι ήταν άγιος άνθρωπος, είχε και χιούμορ, του απάντησε:
- Αστειεύεστε, που δε θα σας κάνω αυτή τη χάρη, Κύριε Πρωθυπουργέ. Θέλετε ν’ ακούσω αύριο στη Μέλλουσα Κρίση '' Αιδεσιμώτατε είστε ένοχος. Έκρυψες από τον Κλεμανσώ τη θέα του 
Ουρανού !!!''


Ο δικαστής που δίκασε τον παιδικό του φίλο
Σε πολύ δύσκολη θέση βρέθηκε ένας δικαστής, που εκείνο το πρωινό έπρεπε να δικάσει ένα παιδικό του φίλο.
Σαν ευσυνείδητος δικαστής καταδίκασε το φίλο του σε καταβολή μεγάλου χρηματικού ποσού προς κατάπληξη του κοινού.
Αλλά η κατάπληξη μετατράπηκε σε θαυμασμό, όταν μετά το τέλος της δίκης, ο δικαστής σηκώθηκε, άνοιξε το πορτοφόλι του και κατέθεσε στο ταμείο το ποσό.



Δεν γνωρίζω
Ο ονομαστός άραβας γιατρός Αμπού, ρωτήθηκε κάποτε πάνω σε ένα ζήτημα πολύ δύσκολο σχετικό με την επιστήμη του κι απάντησε, χωρίς να διστάσει:
– Δεν ξέρω τίποτα απολύτως γι’ αυτό!
– Μα πως; του απάντησαν. Ο χαλίφης σε πληρώνει τόσο ακριβά για την επιστήμη σου.
– Βεβαίως αποκρίθηκε εκείνος. Με πληρώνει για όσα ξέρω. Αν επρόκειτο να με πληρώσει για όσα δεν ξέρω, δεν θα του αρκούσε το χρυσάφι όλου του κόσμου!
Έτσι και ο σοφός Νεύτων έλεγε: Μοιάζω σαν το παιδάκι, που με το κουβαδάκι του κουβαλάει νερό στην ακρογιαλιά. Αυτές είναι οι γνώσεις μου. Ο ωκεανός του αγνώστου εκτείνεται μπροστά μου.



Η αρχοντιά
Η αρχοντιά δεν είναι συνώνυμο με την αριστοκρατικότητα, δεν σημαίνει καμιά ταξική διαφορά ή μια διαφορά πλούτου. Αλλά δεν είναι και ένα ηθικό απλώς γνώρισμα. Είναι μια σύνθεση υπερηφάνειας, ευπρέπειας, αυτοπεποίθησης, μεγαλοψυχίας. Άρχοντες βρίσκεις εγκατεσπαρμένους σε όλα τα είδη ανθρώπων. Ο άρχοντας δεν γίνεται ποτέ μάζα, σε όποια τάξη και αν ανήκει, μένει πάντα πρόσωπο.
Δεν μπορούμε με μια φράση, να την ορίσουμε την αρχοντιά. Αλλά όταν συναντούμε κάποιον, που έχει αυτό το σύμπλεγμα των αρετών που την απαρτίζουν, τότε την αναγνωρίζουμε. Λέμε μέσα μας: '' Αυτός είναι άρχοντας. Ανήκει σε αυτή την εκλεκτή κατηγορία ανθρώπων. ''
Έχομε άρχοντες κατά την νομική έννοια, που δεν έχουν αρχοντιά. Έχομε όμως χειρώνακτες, που έχουν αρχοντιά.



Ο ναυαγός και η καμένη καλύβα του


Κάποτε ένας ναυτικός βρέθηκε ναυαγός σ΄ ένα ακατοίκητο τροπικό νησί μόνος κι έρημος. Με πολλούς κόπους, χωρίς εργαλεία εργαζόμενος μόνο με τα χέρια του. κατάφερε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα, για να μπορέσει να προστατευτεί κατά την περίοδο των βροχών.
Πράγματι είχε μόλις τελειώσει την καλύβα, όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Όμως την δεύτερη κιόλας μέρα ένας κεραυνός έκαψε την καλύβα του και την έκανε στάχτη. Ο ναυαγός, που πρώτα δόξαζε το Θεό για τη σωτηρία του, ξέσπασε σε δάκρυα.
'' Γιατί Θεέ μου '', άρχισε να λέει και να παραπονιέται για την καταστροφή, ενώ η απελπισία πλημμύριζε την καρδιά του. 

Ξαφνικά άκουσε από το πέλαγος το σφύριγμα ενός μεγάλου πλοίου. Σε λίγο μια βάρκα ήταν στην παραλία.
'' Πως με βρήκατε σε τούτη την ερημιά; '' τους ρώτησε.
'' Είδαμε,'' του είπαν, '' το σινιάλο του καπνού, απ’ την φωτιά που άναψες! ''
Όταν βλέπεις τα όνειρα, τις επιδιώξεις και τα έργα σου κάποιες φορές να γίνονται στάχτη κι αποκαΐδια, μην απελπίζεσαι.
Περίμενε και θα προβάλει ανέλπιστα το υπερωκεάνιο του Θεού.
Συμβουλές ζωής από ένα γέρο αγρότη


Οι φράχτες σας θα πρέπει να είναι υψηλοί για τ’ άλογα, στενοί για τα γουρούνια και ανθεκτικοί για τους ταύρους.
Κρατήστε σε απόσταση τα κουνάβια και τους τραπεζίτες .
Μια αγριομέλισσα είναι πολύ ταχύτερη ακόμα και από ένα τρακτέρ μάρκας John Deere.
Συγχωρέστε τους εχθρούς σας. Τσακίζει το μυαλό τους.
Ένας αξιόλογος άνθρωπος δεν μπορεί να είναι μνησίκακος.
Δεν μπορείτε να αναιρέσετε μια σκληρή λέξη, που είπατε σε κάποιον.
Όλοι οι δρόμοι έχουν κάποιες λακκούβες.
Όταν ασχολείσαι με γουρούνια, θα βρωμίσεις και εσύ.
Τα καλύτερα διδάγματα μας τα δίνει η ίδια η ζωή και όχι αυτοί, που τα κηρύσσουν.
Τα περισσότερα από αυτά για τα οποία ανησυχούμε, δεν θα συμβούν ποτέ.
Μην κρίνεις τους άλλους από τους συγγενείς τους.
Να θυμάστε, ότι κάποιες φορές η σιωπή είναι η καλύτερη απάντηση.
Ζήστε μια καλή, έντιμη ζωή. Όταν γεράστε και κοιτάξτε πίσω, θα την απολαύσετε για μια δεύτερη φορά.
Αν αισθανθείτε ότι βρίσκεστε σε μια τρύπα, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνετε, είναι να σταματήσετε να σκάβετε.
Αυτός που σας δημιουργεί τα μεγαλύτερα προβλήματα και πρέπει να αντιμετωπίσετε, είναι αυτός, που σας κοιτάζει από τον καθρέφτη κάθε πρωί.
Μην επιλέξτε να παλέψτε με έναν γέρο. Αν είναι πολύ γέρος για να σας αντιμετωπίσει, απλά θα σας σκοτώσει.

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Κόρακας και Τεισίας



Ο Κόρακας ή Κόραξ ο Συρακούσιος (5ος π.Χ. αιώνας) ήταν δεινός ρήτορας. Καταγόταν από τις Συρακούσες, έχοντας μάλιστα διατελέσει σύμβουλος του Ιέρωνα. Ο Τεισίας τον πλησίασε λοιπόν, για να μαθητεύσει κοντά του. Όμως, δεν είχε την οικονομική δυνατότητα, να πληρώσει τις υπηρεσίες του δασκάλου του. Έτσι ο Κόρακας συμφώνησε, ότι θα πληρωθεί τα δίδακτρά του, μόνο όταν ο Τεισίας θα κέρδιζε την πρώτη του δίκη.
Ο Τεισίας, με το πέρας της τετραετούς εκπαίδευσής του δίπλα στον Κόρακα, έγινε ένας δεινός ρήτορας, ισάξιος του δασκάλου του. Ωστόσο, ο Τεισίας ήθελε να αποφύγει την πληρωμή των διδάκτρων του και ως εκ τούτου, δεν αναλάμβανε να συνηγορήσει σε κανένα δικαστήριο. Αν κέρδιζε, θα έπρεπε να πληρώσει τον Κόρακα. Αν έχανε, θα έχανε επίσης τη φήμη του ως εξαίρετου ρήτορα. Έτσι, προτιμούσε να απέχει…
Ο Κόρακας αγανακτισμένος από τη συμπεριφορά του μαθητή του, τον κατήγγειλε και πήγαν στο δικαστήριο, το οποίο παρακολούθησαν πολλοί άνθρωποι της εποχής.
Ο Κόρακας αφού εξήγησε στους δικαστές τη συμφωνία που είχε συνάψει με τον Τεισία, τέλειωσε με αυτά τα αλαζονικά λόγια:
« Κύριοι δικαστές ο μαθητής μου πρέπει οπωσδήποτε να μου πληρώσει τα δίδακτρα που μου χρωστάει, όποια κι αν θα είναι η απόφασή σας. Αν μεν με δικαιώσετε, πρέπει να με πληρώσει για να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση. Αν όμως δε με δικαιώσετε εμένα αλλά εκείνον, τότε ο μαθητής μου κερδίζει την πρώτη του δίκη, αποδεικνύεται η καλή του κατάρτιση και η δική μου καλή διδασκαλία και πρέπει να με πληρώσει, για να τηρήσει τη συμφωνία μας. »
Οι δικαστές έμειναν έκπληκτοι. Αλλά ανέβηκε τότε στο βήμα ο νεαρός Τεισίας και είπε:
« Κύριοι δικαστές εγώ δεν έχω καμιά υποχρέωση πληρωμής, όποια και αν είναι η απόφασή σας. Αν μεν με δικαιώσετε, παρόλο που θα κερδίσω τη δίκη , η εφαρμογή της απόφασής σας θα απαιτήσει να μη πληρώσω, αν δε δεν με δικαιώσετε, γιατί τότε δεν θα έχω κερδίσει ακόμα την πρώτη μου δίκη και επομένως, κατά τη συμφωνία μας, δεν έχω ακόμα υποχρέωση καταβολής της αμοιβής. »
Οι δικαστές, μη ξέροντας ποιον να δικαιώσουν, το δάσκαλο ή το μαθητή είπαν τότε την παροιμιώδη έκτοτε φράση:
«Εκ κακού κόρακος κακόν ωόν ».
Πατέρας και Γιος


Ένας πατέρας γυρίζει σπίτι από την εργασία αργά, κουρασμένος και εκνευρισμένος , για να βρει τον πέντε ετών γιο του να τον περιμένει στην πόρτα.
Γιος: «Μπαμπά, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;»
Πατέρας: «Ναι βεβαίως , τι είναι;»
Γιος: «Μπαμπάς, πόσα παίρνεις στη μια ώρα;»…
Πατέρας: «Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά. Γιατί ρωτάς ένα τέτοιο πράγμα;» ρώτησε θυμωμένα.
Γιος: «Θέλω ακριβώς να ξέρω. Παρακαλώ πες μου, πόσα παίρνεις στη μια ώρα;»
Πατέρας: «Εάν πρέπει να ξέρεις, παίρνω 50€ την ώρα.»
Γιος: «Ωχ, απάντησε το παιδί, με το κεφάλι του κάτω.
Γιος: «Μπαμπά σε παρακαλώ μπορείς να μου δανείσεις 25€;»
Ο πατέρας εξαγριωμένος: «Εάν ο μόνος λόγος που εσύ ρώτησες είναι,  να δανειστείς κάποια χρήματα για να αγοράσεις ένα ανόητο παιχνίδι ή κάποιες άλλες αηδίες, τότε να πας κατ’ ευθείαν στο δωμάτιό σου και στο κρεβάτι σου.»
Tο μικρό παιδί πήγε ήσυχα στο δωμάτιό του και έκλεισε την πόρτα.
Ο μπαμπάς κάθισε σκεπτόμενος την ερώτηση του παιδιού και νευρίαζε περισσότερο. Πώς τόλμησε να υποβάλλει τέτοια ερώτηση, για να πάρει μόνο κάποια χρήματα;
Μετά από μια περίπου ώρα, ο μπαμπάς είχε ηρεμήσει και είχε αρχίσει να σκέφτεται:
Ίσως είναι κάτι που πρέπει πραγματικά να αγοράσει ο μικρός με τα 25€ και δεν ζητάει χρήματα πολύ συχνά. Πήγε στην πόρτα του δωματίου του παιδιού και άνοιξε την πόρτα.
«Κοιμάσαι γιε μου;» Ρώτησε.
«Δεν κοιμάμαι » απάντησε το αγόρι.
«Σκεφτόμουν ,ότι ίσως ήμουν πάρα πολύ σκληρός μαζί σου νωρίτερα» είπε ο μπαμπάς .«Ήταν μια μεγάλη ημέρα και έβγαλα την κούραση μου σε σένα. Εδώ είναι τα 25€ που μου ζήτησες .»
Το παιδί έτρεξε κατ’ ευθείαν επάνω του 

χαμογελώντας . 
«Σε ευχαριστώ μπαμπά!» φώναξε. 
Κατόπιν, πάει στο μαξιλάρι του και βγάζει από κάτω κάποια τσαλακωμένα χρήματα.
Ο πατέρας μόλις βλέπει, ότι το παιδί έχει ήδη κάποια χρήματα, αρχίζει να νευριάζει.
Το μικρό παιδί αρχίζει να μετράει σιγά τα χρήματά του και κοιτάζει τον μπαμπά του.
«Γιατί θέλεις περισσότερα χρήματα, εφόσον έχεις ήδη μερικά;» ο πατέρας του γκρινιάζει .
«Επειδή δεν είχα αρκετά, αλλά τώρα έχω,» το μικρό παιδί απάντησε.
«Μπαμπά, έχω 50€ τώρα. Μπορώ να αγοράσω μια ώρα του χρόνου σου; Σε παρακαλώ έλα νωρίς αύριο σπίτι . Θα ήθελα πολύ να φάμε μαζί.»
Ο πατέρας συνετρίβη. Αγκάλιασε τον μικρό γιο του και ζήτησε συγνώμη.
Είναι ακριβώς μια σύντομη υπενθύμιση σε όλους μας, που εργαζόμαστε τόσο σκληρά στη ζωή. Δεν πρέπει να αφήσουμε το χρόνο να περνάει από τα χέρια μας, χωρίς να περνάμε χρόνο με εκείνους που πραγματικά σημαίνουν κάτι για εμάς , εκείνους που είναι κοντά στις καρδιές μας.
Εάν πεθάνουμε αύριο, η επιχείρηση για την οποία εργαζόμαστε, θα μπορέσει εύκολα να μας αντικαταστήσει μέσα σε λίγες ώρες . Αλλά η οικογένεια και οι φίλοι που αφήνουμε πίσω, θα αισθανθούν την απώλεια για το υπόλοιπο της ζωής τους.