Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Κόρακας και Τεισίας



Ο Κόρακας ή Κόραξ ο Συρακούσιος (5ος π.Χ. αιώνας) ήταν δεινός ρήτορας. Καταγόταν από τις Συρακούσες, έχοντας μάλιστα διατελέσει σύμβουλος του Ιέρωνα. Ο Τεισίας τον πλησίασε λοιπόν, για να μαθητεύσει κοντά του. Όμως, δεν είχε την οικονομική δυνατότητα, να πληρώσει τις υπηρεσίες του δασκάλου του. Έτσι ο Κόρακας συμφώνησε, ότι θα πληρωθεί τα δίδακτρά του, μόνο όταν ο Τεισίας θα κέρδιζε την πρώτη του δίκη.
Ο Τεισίας, με το πέρας της τετραετούς εκπαίδευσής του δίπλα στον Κόρακα, έγινε ένας δεινός ρήτορας, ισάξιος του δασκάλου του. Ωστόσο, ο Τεισίας ήθελε να αποφύγει την πληρωμή των διδάκτρων του και ως εκ τούτου, δεν αναλάμβανε να συνηγορήσει σε κανένα δικαστήριο. Αν κέρδιζε, θα έπρεπε να πληρώσει τον Κόρακα. Αν έχανε, θα έχανε επίσης τη φήμη του ως εξαίρετου ρήτορα. Έτσι, προτιμούσε να απέχει…
Ο Κόρακας αγανακτισμένος από τη συμπεριφορά του μαθητή του, τον κατήγγειλε και πήγαν στο δικαστήριο, το οποίο παρακολούθησαν πολλοί άνθρωποι της εποχής.
Ο Κόρακας αφού εξήγησε στους δικαστές τη συμφωνία που είχε συνάψει με τον Τεισία, τέλειωσε με αυτά τα αλαζονικά λόγια:
« Κύριοι δικαστές ο μαθητής μου πρέπει οπωσδήποτε να μου πληρώσει τα δίδακτρα που μου χρωστάει, όποια κι αν θα είναι η απόφασή σας. Αν μεν με δικαιώσετε, πρέπει να με πληρώσει για να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση. Αν όμως δε με δικαιώσετε εμένα αλλά εκείνον, τότε ο μαθητής μου κερδίζει την πρώτη του δίκη, αποδεικνύεται η καλή του κατάρτιση και η δική μου καλή διδασκαλία και πρέπει να με πληρώσει, για να τηρήσει τη συμφωνία μας. »
Οι δικαστές έμειναν έκπληκτοι. Αλλά ανέβηκε τότε στο βήμα ο νεαρός Τεισίας και είπε:
« Κύριοι δικαστές εγώ δεν έχω καμιά υποχρέωση πληρωμής, όποια και αν είναι η απόφασή σας. Αν μεν με δικαιώσετε, παρόλο που θα κερδίσω τη δίκη , η εφαρμογή της απόφασής σας θα απαιτήσει να μη πληρώσω, αν δε δεν με δικαιώσετε, γιατί τότε δεν θα έχω κερδίσει ακόμα την πρώτη μου δίκη και επομένως, κατά τη συμφωνία μας, δεν έχω ακόμα υποχρέωση καταβολής της αμοιβής. »
Οι δικαστές, μη ξέροντας ποιον να δικαιώσουν, το δάσκαλο ή το μαθητή είπαν τότε την παροιμιώδη έκτοτε φράση:
«Εκ κακού κόρακος κακόν ωόν ».
Πατέρας και Γιος


Ένας πατέρας γυρίζει σπίτι από την εργασία αργά, κουρασμένος και εκνευρισμένος , για να βρει τον πέντε ετών γιο του να τον περιμένει στην πόρτα.
Γιος: «Μπαμπά, μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;»
Πατέρας: «Ναι βεβαίως , τι είναι;»
Γιος: «Μπαμπάς, πόσα παίρνεις στη μια ώρα;»…
Πατέρας: «Αυτό δεν είναι δική σου δουλειά. Γιατί ρωτάς ένα τέτοιο πράγμα;» ρώτησε θυμωμένα.
Γιος: «Θέλω ακριβώς να ξέρω. Παρακαλώ πες μου, πόσα παίρνεις στη μια ώρα;»
Πατέρας: «Εάν πρέπει να ξέρεις, παίρνω 50€ την ώρα.»
Γιος: «Ωχ, απάντησε το παιδί, με το κεφάλι του κάτω.
Γιος: «Μπαμπά σε παρακαλώ μπορείς να μου δανείσεις 25€;»
Ο πατέρας εξαγριωμένος: «Εάν ο μόνος λόγος που εσύ ρώτησες είναι,  να δανειστείς κάποια χρήματα για να αγοράσεις ένα ανόητο παιχνίδι ή κάποιες άλλες αηδίες, τότε να πας κατ’ ευθείαν στο δωμάτιό σου και στο κρεβάτι σου.»
Tο μικρό παιδί πήγε ήσυχα στο δωμάτιό του και έκλεισε την πόρτα.
Ο μπαμπάς κάθισε σκεπτόμενος την ερώτηση του παιδιού και νευρίαζε περισσότερο. Πώς τόλμησε να υποβάλλει τέτοια ερώτηση, για να πάρει μόνο κάποια χρήματα;
Μετά από μια περίπου ώρα, ο μπαμπάς είχε ηρεμήσει και είχε αρχίσει να σκέφτεται:
Ίσως είναι κάτι που πρέπει πραγματικά να αγοράσει ο μικρός με τα 25€ και δεν ζητάει χρήματα πολύ συχνά. Πήγε στην πόρτα του δωματίου του παιδιού και άνοιξε την πόρτα.
«Κοιμάσαι γιε μου;» Ρώτησε.
«Δεν κοιμάμαι » απάντησε το αγόρι.
«Σκεφτόμουν ,ότι ίσως ήμουν πάρα πολύ σκληρός μαζί σου νωρίτερα» είπε ο μπαμπάς .«Ήταν μια μεγάλη ημέρα και έβγαλα την κούραση μου σε σένα. Εδώ είναι τα 25€ που μου ζήτησες .»
Το παιδί έτρεξε κατ’ ευθείαν επάνω του 

χαμογελώντας . 
«Σε ευχαριστώ μπαμπά!» φώναξε. 
Κατόπιν, πάει στο μαξιλάρι του και βγάζει από κάτω κάποια τσαλακωμένα χρήματα.
Ο πατέρας μόλις βλέπει, ότι το παιδί έχει ήδη κάποια χρήματα, αρχίζει να νευριάζει.
Το μικρό παιδί αρχίζει να μετράει σιγά τα χρήματά του και κοιτάζει τον μπαμπά του.
«Γιατί θέλεις περισσότερα χρήματα, εφόσον έχεις ήδη μερικά;» ο πατέρας του γκρινιάζει .
«Επειδή δεν είχα αρκετά, αλλά τώρα έχω,» το μικρό παιδί απάντησε.
«Μπαμπά, έχω 50€ τώρα. Μπορώ να αγοράσω μια ώρα του χρόνου σου; Σε παρακαλώ έλα νωρίς αύριο σπίτι . Θα ήθελα πολύ να φάμε μαζί.»
Ο πατέρας συνετρίβη. Αγκάλιασε τον μικρό γιο του και ζήτησε συγνώμη.
Είναι ακριβώς μια σύντομη υπενθύμιση σε όλους μας, που εργαζόμαστε τόσο σκληρά στη ζωή. Δεν πρέπει να αφήσουμε το χρόνο να περνάει από τα χέρια μας, χωρίς να περνάμε χρόνο με εκείνους που πραγματικά σημαίνουν κάτι για εμάς , εκείνους που είναι κοντά στις καρδιές μας.
Εάν πεθάνουμε αύριο, η επιχείρηση για την οποία εργαζόμαστε, θα μπορέσει εύκολα να μας αντικαταστήσει μέσα σε λίγες ώρες . Αλλά η οικογένεια και οι φίλοι που αφήνουμε πίσω, θα αισθανθούν την απώλεια για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Πόσο κοστίζει ένα θαύμα


Ένα κοριτσάκι, πήρε τον κουμπαρά του κι άδειασε το περιεχόμενο. Μέτρησε τρεις φορές τα κέρματα του, για να μην κάνει κανένα λάθος. Ήταν ένα δολάριο και 11 σέντς. Πήρε τα κέρματα και πήγε στο φαρμακείο της γειτονιάς.
Ο φαρμακοποιός εκείνη την στιγμή, μιλούσε με ένα καλοντυμένο κύριο και δεν πρόσεξε την μικρή. Το κοριτσάκι έκανε κάποιο θόρυβο με τα πόδια του αλλά τίποτε. Τότε πήρε ένα από τα κέρματα της και το χτύπησε πάνω στο γραφείο του.
– Τι θέλεις; την ρωτά κάπως εκνευρισμένος εκείνος. Δεν βλέπεις, ότι μιλώ με τον αδελφό μου, που έχω χρόνια να τον δω;
Τότε η μικρή του είπε:
– Θέλω να σου μιλήσω για τον δικό μου αδελφό , που είναι πολύ άρρωστος και θέλω να αγοράσω ένα θαύμα!
– Συγγνώμη, της απάντησε αυτός, αλλά δεν πουλάμε θαύματα.
– Ξέρετε, είπε το κοριτσάκι, ο αδελφός μου έχει κάτι στο κεφάλι του, που μεγαλώνει, κι ο μπαμπάς μου λέει, ότι μόνο ένα θαύμα θα μας σώσει. Λοιπόν, ποσό κάνει ένα θαύμα για να το αγοράσω. Έχω χρήματα !
Ο αδελφός του φαρμακοποιού, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την συζήτηση, ρώτησε την μικρή τι είδους θαύμα χρειαζόταν ο αδελφός της.
– Δεν ξέρω, του απάντησε με μάτια βουρκωμένα. Εκείνο που ξέρω είναι, ότι χρειάζεται εγχείρηση και ο μπαμπάς δεν έχει τα χρήματα. Γι’ αυτό, θέλω να πληρώσω εγώ, με τα δικά μου χρήματα.
Στην ερώτηση του καλοντυμένου κυρίου, πόσα λεπτά έχει. Η μικρή του απάντησε «Ένα δολάριο και 11 σέντς κι αν χρειασθούν και άλλα, θα τα βρω».
– Τι σύμπτωση, χαμογέλασε ο καλοντυμένος κύριος. Είναι το ακριβές αντίτιμο για ένα θαύμα, για ένα μικρό αδελφό: Ένα δολάριο και 11 σεντς!
Πήρε τα λεπτά, έπιασε την μικρή απ’ το χεράκι, και της είπε:
- Πάμε μαζί στο σπίτι σου για να δω τον αδελφό σου και τους γονείς σου και να κάνουμε το θαύμα.
Ο καλοντυμένος κύριος ήταν γνωστός νευροχειρουργός.
Η εγχείρηση έγινε με επιτυχία και ο μικρός αδελφός επέστρεψε στο σπίτι του υγιής.
– Η εγχείρηση ήταν ένα αληθινό θαύμα, ψιθύρισε η μαμά. Απορώ πόσο θα κόστισε.
Η μικρούλα χαμογέλασε. Ήξερε ακριβώς πόσο κοστίζει ένα θαύμα: Ένα δολάριο και 11 σέντς, συν την πίστη ενός μικρού παιδιού…».
Υπέροχα γράμματα παιδιών στο Θεό


Με συγχωρείς που δεν σου έγραψα νωρίτερα. Μόλις αυτή τη βδομάδα έμαθα να γράφω.
Μάρθα


Αγαπητέ Θεέ, γιατί πρέπει να προσεύχομαι αφού έτσι κι αλλιώς ξέρεις τι θέλω; Αν όμως σ’ ευχαριστεί αυτό θα προσεύχομαι.
Σιού


Αγαπητέ Θεέ, αν ζούμε μετά το θάνατό μας, τότε γιατί να πεθάνουμε;
Ρόν


Αγαπητέ Θεέ, το αντρόγυνο στο διπλανό διαμέρισμα τσακώνεται για τα καλά όλη την ώρα. Θα έπρεπε ν’ αφήνεις να παντρεύονται μόνο οι πολύ καλοί φίλοι.
Νάν


Αγαπητέ Θεέ, ξέρω που λέει να γυρίζεις και το άλλο σου μάγουλο, τι γίνεται όμως αν η αδερφή σου σε χτυπήσει στο μάτι;
Με αγάπη Τζέρεσσο


Αγαπητέ Θεέ, αν δεν πάρεις πίσω το μωρό, δεν θα καθαρίσω το δωμάτιό μου.
Τζόυ


Αγαπητέ Θεέ, θα μπορούσες να γράψεις μερικές ακόμα ιστορίες; Τις διαβάσαμε όλες αυτές που έγραψες και τις ξαναρχίσαμε.
Με ευγνωμοσύνη
Έμιλυ


Διαβάσαμε ότι ο Θωμάς Έντισον ανακάλυψε το φως. Εγώ νόμιζα ότι το είχες ανακαλύψει εσύ.
Ντόνα


Αγαπητέ Θεέ, είσαι πλούσιος ή μόνο διάσημος;
Στήβεν


Αγαπητέ Θεέ, στις απόκριες θα ντυθώ διάβολος. Σε πειράζει;
Μάρνιε


Αντί ν’ αφήνεις τους ανθρώπους να πεθαίνουν και να φτιάχνεις άλλους, γιατί δεν κρατάς αυτούς που έχεις τώρα;
Τζέην


Αγαπητέ Θεέ, είναι καλύτερα τ’ αγόρια από τα κορίτσια; Ξέρω πως είσαι αγόρι, αλλά προσπάθησε να είσαι δίκαιος.
Σύλβια


Αγαπητέ Θεέ, ελπίζω να μην έχουν καμιά ιδιαίτερη αξία τα μυρμήγκια, γιατί τα πατάω όλη την ώρα.
Ντένις!


Αγαπητέ Θεέ, ο Ντόναλντ έσπασε τη γυάλα, όχι εγώ.
Τώρα πια το έχεις και γραμμένο.
Τζαίην
Ισορροπία


Κάποιος που ήθελε να απαλλαγεί από τα βάσανα της καθημερινότητας, πήγε σε ένα βουδιστικό ναό κι αναζήτησε τη βοήθεια ενός δασκάλου.
«Δάσκαλε», του είπε, «αν κάνω τέσσερις ώρες διαλογισμό την ημέρα, σε πόσο καιρό θα πετύχω την υπέρβαση;
»
Ο δάσκαλος τον κοίταξε κι αποκρίθηκε:
«Με τέσσερις ώρες διαλογισμό την ημέρα, ίσως πετύχεις την υπέρβαση σε δέκα χρόνια».
Με τη σκέψη ότι μπορεί να αφιερώσει περισσότερο ακόμα χρόνο για την επίτευξη του σκοπού του, ο άνδρας είπε: 

«Δάσκαλέ μου, με οχτώ ώρες διαλογισμό την ημέρα, σε πόσο χρόνο θα πετύχω την υπέρβαση;»
Ο δάσκαλος τον κοίταξε πάλι κι αποκρίθηκε:
«Με οχτώ ώρες διαλογισμό την ημέρα, ίσως πετύχεις την υπέρβαση σε είκοσι χρόνια».
«Μα θα μου πάρει περισσότερο χρόνο, αν διαλογίζομαι πιο πολύ;» ρώτησε εκείνος απορημένος.
Κι ο δάσκαλος απάντησε:
«Δεν βρίσκεσαι εδώ για να θυσιάζεις τη χαρά της ζωής. Βρίσκεσαι εδώ για να ζεις, για να είσαι ευτυχισμένος και για να αγαπάς. Αν σου αρκούν δυο ώρες διαλογισμού αλλά εσύ αφιερώνεις οχτώ, το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να εξαντλείσαι, να χάνεις το νόημα των πραγμάτων και να μην απολαμβάνεις τη ζωή. Δίνε πάντα τον καλύτερο εαυτό σου κι ίσως κάποτε μάθεις, ότι άσχετα από το πόσο χρόνο αφιερώνεις στο διαλογισμό, μπορείς να ζεις, να αγαπάς και να είσαι ευτυχισμένος».
Ποιος είναι σκλάβος και ποιος είναι αφέντης;


Ο δάσκαλος περπατούσε στην εξοχή παρέα με τους μαθητές του, χρησιμοποιώντας κάθε ευκαιρία που έβρισκε μπροστά του, για να τους διδάξει. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ένας περαστικός άνδρας προχωρούσε τραβώντας την αγελάδα του, που την είχε δεμένη με ένα σχοινί. Ο δάσκαλος του φώναξε να περιμένει και είπε στους μαθητές του, να περικυκλώσουν αυτόν και την αγελάδα του. 
'' Θα ήθελα να σας κάνω μερικές ερωτήσεις για να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα '' είπε.
Ο άνδρας με την αγελάδα σταμάτησε και περίμενε με περιέργεια, να ακούσει τις ερωτήσεις του φημισμένου σοφού δάσκαλου της περιοχής. Ο δάσκαλος γύρισε προς τους μαθητές του και ρώτησε:
'' Ποιος είναι δεμένος σε ποιόν; Είναι η αγελάδα δεμένη στον άνδρα ή ο άνδρας στην αγελάδα; ''
Ο άνδρας δεν ήταν πολύ σίγουρος για την απάντηση και περίμενε να ακούσει με περιέργεια, τι θα έλεγαν οι μαθητές. Φυσικά οι μαθητές απάντησαν: 

'' Η αγελάδα είναι δεμένη στον άνδρα. Ο άνδρας είναι το αφεντικό, αυτός κρατάει το σχοινί και η αγελάδα τον ακολουθεί όπου και να πάει. Αυτός είναι ο αφέντης και η αγελάδα ο σκλάβος ''. 
Ο άνδρας χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση και συμφώνησε με τους μαθητές του δασκάλου.
Τότε ο δάσκαλος είπε: 

'' Πολύ ωραία, ας δούμε λοιπόν ποιος είναι ο αφέντης και ποιος ο σκλάβος ''. 
Έβγαλε ένα μαχαίρι από την τσέπη του και έκοψε το σχοινί. Η αγελάδα το έσκασε και ο καημένος άνδρας άρχισε να τρέχει απελπισμένα, στην προσπάθεια του να προλάβει και να ξαναπιάσει την ελεύθερη αγελάδα. Στο μεταξύ ο δάσκαλος συμπέρανε: 
'' Τώρα καταλαβαίνετε ποιος είναι ο αφέντης; Προφανώς, ο σκλάβος, η αγελάδα, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τον αφέντη της , αντίθετα, όπως όλοι είδατε η αγελάδα δραπέτευσε αμέσως μόλις κόπηκε το σχοινί και ο πρώην αφέντης, ο άνδρας που τρέχει ξοπίσω της απελπισμένα, είναι πολύ θυμωμένος. ''
Βλέποντας τους μαθητές του να τον κοιτάζουν με απορία ο δάσκαλος συνέχισε:
'' Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση σας, η κατάσταση του ανθρώπινου μυαλού. Όλες οι ανοησίες που εσείς κουβαλάτε μέσα του, δεν ενδιαφέρονται καθόλου για σας. Εσείς ενδιαφέρεστε γι’ αυτές, εσείς διασκεδάζετε μαζί τους, εσείς τις ταΐζετε και είστε εσείς που εξαγριώνεστε στην προσπάθεια, να τις κρατήσετε μαζί σας μέσα στο μυαλό σας. Την στιγμή που θα χάσετε το ενδιαφέρον σας γι’ αυτές, τη στιγμή που θα αντιληφθείτε τη ματαιότητά τους, τη στιγμή που συνειδητά θα τις εγκαταλείψετε, θα δραπετεύσουν από το μυαλό σας και θα εξαφανιστούν, ακριβώς όπως η αγελάδα.
Ελευθερώστε το μυαλό σας και ότι άχρηστο υπάρχει μέσα του θα εξαφανιστεί. Χρησιμοποιήστε το νοητικό μαχαίρι της θέλησής σας και κόψτε το αόρατο σχοινί των βλαβερών σκέψεων, των σκέψεων που δημιουργούν ενοχές, ντροπή, φόβο, αρνητικότητα ή των άχρηστων σκέψεων που απλώς σπαταλούν τον πολύτιμο χρόνο σας.
Η επιλογή είναι δική σας και το μαχαίρι της απελευθέρωσης βρίσκεται στην τσέπη του νου σας. ''
Η πένα


Το μικρό παιδί ήταν πολύ ενθουσιασμένο, που είχε βρει μία πένα. Οι ενήλικες χαμογέλασαν, επειδή ήξεραν, ότι μια πένα δεν αξίζει πολύ. Αλλά το παιδί δεν το ήξερε αυτό. Ήταν τόσο περήφανο για το εύρημά του, όσο ένας ενήλικας μπορεί να ήταν, αν έβρισκε ένα χαρτονόμισμα εκατό λιρών. Κάθε μέρα γυάλιζε τη πένα του και την επέστρεφε με σεβασμό στη τσέπη του. Μερικές μέρες δεν είχε καν τσέπη, έτσι τη μετέφερε στο παπούτσι του. Αλλά πάντα την είχε μαζί του.
Έγινε ένα φυλαχτό, ένα γούρι. Ήξερε ότι αυτό σήμαινε, πως κάτι ιδιαίτερο θα έρθει σ ‘αυτόν. Έκανε ακόμη να πιστεύει, ότι εφόσον είχε αυτή τη πένα και αυτός ο ίδιος ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ειδικά επειδή 

είχε βρει την πένα. Οι ενήλικες το έβρισκαν «χαριτωμένο».
Μέχρι που ξεκίνησε
Κανείς δεν μπορούσε να πει πότε ξεκίνησε ή ακόμα και το πώς, αλλά σιγά-σιγά, πολύ αργά, η πένα άρχισε να λάμπει. Στην αρχή όλοι νόμιζαν, ότι ήταν επειδή το παιδί τη γυάλιζε τόσο πολύ. Όμως, σταδιακά κατέστη προφανές, ότι μια συνηθισμένη πένα δεν θα μπορούσε να λάμπει σαν αυτή, χωρίς να έχει σημασία πόσο προσεκτικά ήταν γυαλισμένη. Και επιπλέον, η λάμψη άρχισε να αλλάζει. Μερικές ημέρες ήταν χρυσή, άλλες μέρες ήταν μπλε ή πορτοκαλί και μερικές φορές, τα χρώματα έλαμπαν μέσα και έξω σαν ακτίνες του ουράνιου τόξου.
Όλοι ήταν έκπληκτοι και σοκαρισμένοι, εκτός από το ίδιο παιδί. Για το παιδί ανέκαθεν η πένα ήταν ιδιαίτερη και ήταν ιδιαίτερο το ότι την βρήκε.
Δυστυχώς, η ζωή είναι όπως είναι, και κάποιος (και δεν θα πούμε ποιος) πόθησε αυτή τη πένα τόσο πολύ, που αποφάσισε να τη κλέψει από το παιδί.
Ένα βράδυ, όταν το παιδί κοιμόταν, ο κλέφτης μπήκε στο δωμάτιό του, πήρε τη λαμπερή πένα, και την έβαλε στην τσέπη του. Ωστόσο, εκείνο το βράδυ το παιδί είχε ένα όνειρο. Στο όνειρο ένας σοφός γέρος ήρθε σε αυτόν και είπε,
«Κάποιος θέλει αυτό που έχεις, και θα σου το κλέψει ενώ κοιμάσαι.»
«Όχι, όχι!», Έκλαψε το παιδί. «Αυτό δεν μπορεί να γίνει! Χρειάζομαι αυτή τη πένα! »
«Όχι, παιδί μου, δεν έχεις δίκιο. Βλέπεις, η πένα που είχες είναι απλά μία συνηθισμένη πένα και την έκανες ιδιαίτερη… Επειδή Εσύ είσαι ιδιαίτερος! Εσύ είσαι μοναδικός! Η λάμψη έρχεται, όχι από την πένα, αλλά από εσένα Η πένα ήταν απλά κάτι, που αγαπούσες έξω από τον εαυτό σου, γιατί δεν γνώριζες ακόμη την εσωτερική σου αξία. Η πένα εξαφανίστηκε τώρα, γιατί δεν τη χρειάζεσαι πλέον. »
-«Αλλά εγώ χρειάζομαι ακόμα την πένα.»
-«Να,», απάντησε ευγενικά ο άνθρωπος, «πάρε αυτή. Αυτή είναι μια πένα που έρχεται από μέσα σου και ας είναι το σύμβολο της εσωτερικής αυτοεκτίμησης 

σου. »
«Αλλά είναι μόνο μια συνηθισμένη πένα! Δεν μπορεί να αξίζει πολύ! 
» είπε το αγόρι.
«Μόνο μια πένα; Προτίμησες να ακούσεις τους άλλους, αντί για τον εαυτό σου; Ακόμα και το μεγαλύτερο δέντρο μεγαλώνει από ένα μικρό σπόρο. Εάν ο σπόρος έχει αγαπηθεί και έχει φροντίδα από την αρχή, το δέντρο θα αναπτυχθεί υγιές και ψηλό. Αυτή η πένα είναι σαν το σπόρο σου. Πρόκειται για μια ειδική πένα, γιατί είναι δική σου, ένα κομμάτι του Εαυτού σου. »
Το παιδί ξύπνησε μόνο με τη μνήμη ενός δέντρου. Άρπαξε την πένα του, από εκεί που του την άφησε ο σοφός γέρος και πήγε στο σχολείο του.
Ο κλέφτης της πένας ήταν γεμάτος με ενοχή και δεν μπορούσε να καταλάβει, γιατί το παιδί δεν ήταν αναστατωμένο. Τέλος, ο κλέφτης του είπε,
«Πώς είναι η πένα σου σήμερα;»
Το παιδί χαμογέλασε και έπιασε κάτι στην τσέπη του. Έβγαλε κάτι που έλαμπε δυνατότερα από ποτέ. Μάλιστα, η λάμψη ήταν τόσο ισχυρή, που κανείς δεν μπορούσε καν να δει μια πένα μέσα από αυτή. Αμέσως, ο πονηρός κλέφτης έτρεξε να δει τη κλεμμένη πένα που είχε.
Η πένα που είχε, δεν είχε πια καμία λάμψη, ήταν μία συνηθισμένη πένα!
Η φωνή της ενοχής του ψιθύρισε στο αυτί του:
«Βλέπεις; Μπορείς να κλέψεις τη πένα κάποιου, αλλά δεν μπορείς ποτέ να κλέψεις τη λάμψη του!»