Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2019

Πόσο κοστίζει ένα θαύμα


Ένα κοριτσάκι, πήρε τον κουμπαρά του κι άδειασε το περιεχόμενο. Μέτρησε τρεις φορές τα κέρματα του, για να μην κάνει κανένα λάθος. Ήταν ένα δολάριο και 11 σέντς. Πήρε τα κέρματα και πήγε στο φαρμακείο της γειτονιάς.
Ο φαρμακοποιός εκείνη την στιγμή, μιλούσε με ένα καλοντυμένο κύριο και δεν πρόσεξε την μικρή. Το κοριτσάκι έκανε κάποιο θόρυβο με τα πόδια του αλλά τίποτε. Τότε πήρε ένα από τα κέρματα της και το χτύπησε πάνω στο γραφείο του.
– Τι θέλεις; την ρωτά κάπως εκνευρισμένος εκείνος. Δεν βλέπεις, ότι μιλώ με τον αδελφό μου, που έχω χρόνια να τον δω;
Τότε η μικρή του είπε:
– Θέλω να σου μιλήσω για τον δικό μου αδελφό , που είναι πολύ άρρωστος και θέλω να αγοράσω ένα θαύμα!
– Συγγνώμη, της απάντησε αυτός, αλλά δεν πουλάμε θαύματα.
– Ξέρετε, είπε το κοριτσάκι, ο αδελφός μου έχει κάτι στο κεφάλι του, που μεγαλώνει, κι ο μπαμπάς μου λέει, ότι μόνο ένα θαύμα θα μας σώσει. Λοιπόν, ποσό κάνει ένα θαύμα για να το αγοράσω. Έχω χρήματα !
Ο αδελφός του φαρμακοποιού, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την συζήτηση, ρώτησε την μικρή τι είδους θαύμα χρειαζόταν ο αδελφός της.
– Δεν ξέρω, του απάντησε με μάτια βουρκωμένα. Εκείνο που ξέρω είναι, ότι χρειάζεται εγχείρηση και ο μπαμπάς δεν έχει τα χρήματα. Γι’ αυτό, θέλω να πληρώσω εγώ, με τα δικά μου χρήματα.
Στην ερώτηση του καλοντυμένου κυρίου, πόσα λεπτά έχει. Η μικρή του απάντησε «Ένα δολάριο και 11 σέντς κι αν χρειασθούν και άλλα, θα τα βρω».
– Τι σύμπτωση, χαμογέλασε ο καλοντυμένος κύριος. Είναι το ακριβές αντίτιμο για ένα θαύμα, για ένα μικρό αδελφό: Ένα δολάριο και 11 σεντς!
Πήρε τα λεπτά, έπιασε την μικρή απ’ το χεράκι, και της είπε:
- Πάμε μαζί στο σπίτι σου για να δω τον αδελφό σου και τους γονείς σου και να κάνουμε το θαύμα.
Ο καλοντυμένος κύριος ήταν γνωστός νευροχειρουργός.
Η εγχείρηση έγινε με επιτυχία και ο μικρός αδελφός επέστρεψε στο σπίτι του υγιής.
– Η εγχείρηση ήταν ένα αληθινό θαύμα, ψιθύρισε η μαμά. Απορώ πόσο θα κόστισε.
Η μικρούλα χαμογέλασε. Ήξερε ακριβώς πόσο κοστίζει ένα θαύμα: Ένα δολάριο και 11 σέντς, συν την πίστη ενός μικρού παιδιού…».
Υπέροχα γράμματα παιδιών στο Θεό


Με συγχωρείς που δεν σου έγραψα νωρίτερα. Μόλις αυτή τη βδομάδα έμαθα να γράφω.
Μάρθα


Αγαπητέ Θεέ, γιατί πρέπει να προσεύχομαι αφού έτσι κι αλλιώς ξέρεις τι θέλω; Αν όμως σ’ ευχαριστεί αυτό θα προσεύχομαι.
Σιού


Αγαπητέ Θεέ, αν ζούμε μετά το θάνατό μας, τότε γιατί να πεθάνουμε;
Ρόν


Αγαπητέ Θεέ, το αντρόγυνο στο διπλανό διαμέρισμα τσακώνεται για τα καλά όλη την ώρα. Θα έπρεπε ν’ αφήνεις να παντρεύονται μόνο οι πολύ καλοί φίλοι.
Νάν


Αγαπητέ Θεέ, ξέρω που λέει να γυρίζεις και το άλλο σου μάγουλο, τι γίνεται όμως αν η αδερφή σου σε χτυπήσει στο μάτι;
Με αγάπη Τζέρεσσο


Αγαπητέ Θεέ, αν δεν πάρεις πίσω το μωρό, δεν θα καθαρίσω το δωμάτιό μου.
Τζόυ


Αγαπητέ Θεέ, θα μπορούσες να γράψεις μερικές ακόμα ιστορίες; Τις διαβάσαμε όλες αυτές που έγραψες και τις ξαναρχίσαμε.
Με ευγνωμοσύνη
Έμιλυ


Διαβάσαμε ότι ο Θωμάς Έντισον ανακάλυψε το φως. Εγώ νόμιζα ότι το είχες ανακαλύψει εσύ.
Ντόνα


Αγαπητέ Θεέ, είσαι πλούσιος ή μόνο διάσημος;
Στήβεν


Αγαπητέ Θεέ, στις απόκριες θα ντυθώ διάβολος. Σε πειράζει;
Μάρνιε


Αντί ν’ αφήνεις τους ανθρώπους να πεθαίνουν και να φτιάχνεις άλλους, γιατί δεν κρατάς αυτούς που έχεις τώρα;
Τζέην


Αγαπητέ Θεέ, είναι καλύτερα τ’ αγόρια από τα κορίτσια; Ξέρω πως είσαι αγόρι, αλλά προσπάθησε να είσαι δίκαιος.
Σύλβια


Αγαπητέ Θεέ, ελπίζω να μην έχουν καμιά ιδιαίτερη αξία τα μυρμήγκια, γιατί τα πατάω όλη την ώρα.
Ντένις!


Αγαπητέ Θεέ, ο Ντόναλντ έσπασε τη γυάλα, όχι εγώ.
Τώρα πια το έχεις και γραμμένο.
Τζαίην
Ισορροπία


Κάποιος που ήθελε να απαλλαγεί από τα βάσανα της καθημερινότητας, πήγε σε ένα βουδιστικό ναό κι αναζήτησε τη βοήθεια ενός δασκάλου.
«Δάσκαλε», του είπε, «αν κάνω τέσσερις ώρες διαλογισμό την ημέρα, σε πόσο καιρό θα πετύχω την υπέρβαση;
»
Ο δάσκαλος τον κοίταξε κι αποκρίθηκε:
«Με τέσσερις ώρες διαλογισμό την ημέρα, ίσως πετύχεις την υπέρβαση σε δέκα χρόνια».
Με τη σκέψη ότι μπορεί να αφιερώσει περισσότερο ακόμα χρόνο για την επίτευξη του σκοπού του, ο άνδρας είπε: 

«Δάσκαλέ μου, με οχτώ ώρες διαλογισμό την ημέρα, σε πόσο χρόνο θα πετύχω την υπέρβαση;»
Ο δάσκαλος τον κοίταξε πάλι κι αποκρίθηκε:
«Με οχτώ ώρες διαλογισμό την ημέρα, ίσως πετύχεις την υπέρβαση σε είκοσι χρόνια».
«Μα θα μου πάρει περισσότερο χρόνο, αν διαλογίζομαι πιο πολύ;» ρώτησε εκείνος απορημένος.
Κι ο δάσκαλος απάντησε:
«Δεν βρίσκεσαι εδώ για να θυσιάζεις τη χαρά της ζωής. Βρίσκεσαι εδώ για να ζεις, για να είσαι ευτυχισμένος και για να αγαπάς. Αν σου αρκούν δυο ώρες διαλογισμού αλλά εσύ αφιερώνεις οχτώ, το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να εξαντλείσαι, να χάνεις το νόημα των πραγμάτων και να μην απολαμβάνεις τη ζωή. Δίνε πάντα τον καλύτερο εαυτό σου κι ίσως κάποτε μάθεις, ότι άσχετα από το πόσο χρόνο αφιερώνεις στο διαλογισμό, μπορείς να ζεις, να αγαπάς και να είσαι ευτυχισμένος».
Ποιος είναι σκλάβος και ποιος είναι αφέντης;


Ο δάσκαλος περπατούσε στην εξοχή παρέα με τους μαθητές του, χρησιμοποιώντας κάθε ευκαιρία που έβρισκε μπροστά του, για να τους διδάξει. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ένας περαστικός άνδρας προχωρούσε τραβώντας την αγελάδα του, που την είχε δεμένη με ένα σχοινί. Ο δάσκαλος του φώναξε να περιμένει και είπε στους μαθητές του, να περικυκλώσουν αυτόν και την αγελάδα του. 
'' Θα ήθελα να σας κάνω μερικές ερωτήσεις για να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα '' είπε.
Ο άνδρας με την αγελάδα σταμάτησε και περίμενε με περιέργεια, να ακούσει τις ερωτήσεις του φημισμένου σοφού δάσκαλου της περιοχής. Ο δάσκαλος γύρισε προς τους μαθητές του και ρώτησε:
'' Ποιος είναι δεμένος σε ποιόν; Είναι η αγελάδα δεμένη στον άνδρα ή ο άνδρας στην αγελάδα; ''
Ο άνδρας δεν ήταν πολύ σίγουρος για την απάντηση και περίμενε να ακούσει με περιέργεια, τι θα έλεγαν οι μαθητές. Φυσικά οι μαθητές απάντησαν: 

'' Η αγελάδα είναι δεμένη στον άνδρα. Ο άνδρας είναι το αφεντικό, αυτός κρατάει το σχοινί και η αγελάδα τον ακολουθεί όπου και να πάει. Αυτός είναι ο αφέντης και η αγελάδα ο σκλάβος ''. 
Ο άνδρας χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση και συμφώνησε με τους μαθητές του δασκάλου.
Τότε ο δάσκαλος είπε: 

'' Πολύ ωραία, ας δούμε λοιπόν ποιος είναι ο αφέντης και ποιος ο σκλάβος ''. 
Έβγαλε ένα μαχαίρι από την τσέπη του και έκοψε το σχοινί. Η αγελάδα το έσκασε και ο καημένος άνδρας άρχισε να τρέχει απελπισμένα, στην προσπάθεια του να προλάβει και να ξαναπιάσει την ελεύθερη αγελάδα. Στο μεταξύ ο δάσκαλος συμπέρανε: 
'' Τώρα καταλαβαίνετε ποιος είναι ο αφέντης; Προφανώς, ο σκλάβος, η αγελάδα, δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τον αφέντη της , αντίθετα, όπως όλοι είδατε η αγελάδα δραπέτευσε αμέσως μόλις κόπηκε το σχοινί και ο πρώην αφέντης, ο άνδρας που τρέχει ξοπίσω της απελπισμένα, είναι πολύ θυμωμένος. ''
Βλέποντας τους μαθητές του να τον κοιτάζουν με απορία ο δάσκαλος συνέχισε:
'' Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση σας, η κατάσταση του ανθρώπινου μυαλού. Όλες οι ανοησίες που εσείς κουβαλάτε μέσα του, δεν ενδιαφέρονται καθόλου για σας. Εσείς ενδιαφέρεστε γι’ αυτές, εσείς διασκεδάζετε μαζί τους, εσείς τις ταΐζετε και είστε εσείς που εξαγριώνεστε στην προσπάθεια, να τις κρατήσετε μαζί σας μέσα στο μυαλό σας. Την στιγμή που θα χάσετε το ενδιαφέρον σας γι’ αυτές, τη στιγμή που θα αντιληφθείτε τη ματαιότητά τους, τη στιγμή που συνειδητά θα τις εγκαταλείψετε, θα δραπετεύσουν από το μυαλό σας και θα εξαφανιστούν, ακριβώς όπως η αγελάδα.
Ελευθερώστε το μυαλό σας και ότι άχρηστο υπάρχει μέσα του θα εξαφανιστεί. Χρησιμοποιήστε το νοητικό μαχαίρι της θέλησής σας και κόψτε το αόρατο σχοινί των βλαβερών σκέψεων, των σκέψεων που δημιουργούν ενοχές, ντροπή, φόβο, αρνητικότητα ή των άχρηστων σκέψεων που απλώς σπαταλούν τον πολύτιμο χρόνο σας.
Η επιλογή είναι δική σας και το μαχαίρι της απελευθέρωσης βρίσκεται στην τσέπη του νου σας. ''
Η πένα


Το μικρό παιδί ήταν πολύ ενθουσιασμένο, που είχε βρει μία πένα. Οι ενήλικες χαμογέλασαν, επειδή ήξεραν, ότι μια πένα δεν αξίζει πολύ. Αλλά το παιδί δεν το ήξερε αυτό. Ήταν τόσο περήφανο για το εύρημά του, όσο ένας ενήλικας μπορεί να ήταν, αν έβρισκε ένα χαρτονόμισμα εκατό λιρών. Κάθε μέρα γυάλιζε τη πένα του και την επέστρεφε με σεβασμό στη τσέπη του. Μερικές μέρες δεν είχε καν τσέπη, έτσι τη μετέφερε στο παπούτσι του. Αλλά πάντα την είχε μαζί του.
Έγινε ένα φυλαχτό, ένα γούρι. Ήξερε ότι αυτό σήμαινε, πως κάτι ιδιαίτερο θα έρθει σ ‘αυτόν. Έκανε ακόμη να πιστεύει, ότι εφόσον είχε αυτή τη πένα και αυτός ο ίδιος ήταν κάτι το ιδιαίτερο, ειδικά επειδή 

είχε βρει την πένα. Οι ενήλικες το έβρισκαν «χαριτωμένο».
Μέχρι που ξεκίνησε
Κανείς δεν μπορούσε να πει πότε ξεκίνησε ή ακόμα και το πώς, αλλά σιγά-σιγά, πολύ αργά, η πένα άρχισε να λάμπει. Στην αρχή όλοι νόμιζαν, ότι ήταν επειδή το παιδί τη γυάλιζε τόσο πολύ. Όμως, σταδιακά κατέστη προφανές, ότι μια συνηθισμένη πένα δεν θα μπορούσε να λάμπει σαν αυτή, χωρίς να έχει σημασία πόσο προσεκτικά ήταν γυαλισμένη. Και επιπλέον, η λάμψη άρχισε να αλλάζει. Μερικές ημέρες ήταν χρυσή, άλλες μέρες ήταν μπλε ή πορτοκαλί και μερικές φορές, τα χρώματα έλαμπαν μέσα και έξω σαν ακτίνες του ουράνιου τόξου.
Όλοι ήταν έκπληκτοι και σοκαρισμένοι, εκτός από το ίδιο παιδί. Για το παιδί ανέκαθεν η πένα ήταν ιδιαίτερη και ήταν ιδιαίτερο το ότι την βρήκε.
Δυστυχώς, η ζωή είναι όπως είναι, και κάποιος (και δεν θα πούμε ποιος) πόθησε αυτή τη πένα τόσο πολύ, που αποφάσισε να τη κλέψει από το παιδί.
Ένα βράδυ, όταν το παιδί κοιμόταν, ο κλέφτης μπήκε στο δωμάτιό του, πήρε τη λαμπερή πένα, και την έβαλε στην τσέπη του. Ωστόσο, εκείνο το βράδυ το παιδί είχε ένα όνειρο. Στο όνειρο ένας σοφός γέρος ήρθε σε αυτόν και είπε,
«Κάποιος θέλει αυτό που έχεις, και θα σου το κλέψει ενώ κοιμάσαι.»
«Όχι, όχι!», Έκλαψε το παιδί. «Αυτό δεν μπορεί να γίνει! Χρειάζομαι αυτή τη πένα! »
«Όχι, παιδί μου, δεν έχεις δίκιο. Βλέπεις, η πένα που είχες είναι απλά μία συνηθισμένη πένα και την έκανες ιδιαίτερη… Επειδή Εσύ είσαι ιδιαίτερος! Εσύ είσαι μοναδικός! Η λάμψη έρχεται, όχι από την πένα, αλλά από εσένα Η πένα ήταν απλά κάτι, που αγαπούσες έξω από τον εαυτό σου, γιατί δεν γνώριζες ακόμη την εσωτερική σου αξία. Η πένα εξαφανίστηκε τώρα, γιατί δεν τη χρειάζεσαι πλέον. »
-«Αλλά εγώ χρειάζομαι ακόμα την πένα.»
-«Να,», απάντησε ευγενικά ο άνθρωπος, «πάρε αυτή. Αυτή είναι μια πένα που έρχεται από μέσα σου και ας είναι το σύμβολο της εσωτερικής αυτοεκτίμησης 

σου. »
«Αλλά είναι μόνο μια συνηθισμένη πένα! Δεν μπορεί να αξίζει πολύ! 
» είπε το αγόρι.
«Μόνο μια πένα; Προτίμησες να ακούσεις τους άλλους, αντί για τον εαυτό σου; Ακόμα και το μεγαλύτερο δέντρο μεγαλώνει από ένα μικρό σπόρο. Εάν ο σπόρος έχει αγαπηθεί και έχει φροντίδα από την αρχή, το δέντρο θα αναπτυχθεί υγιές και ψηλό. Αυτή η πένα είναι σαν το σπόρο σου. Πρόκειται για μια ειδική πένα, γιατί είναι δική σου, ένα κομμάτι του Εαυτού σου. »
Το παιδί ξύπνησε μόνο με τη μνήμη ενός δέντρου. Άρπαξε την πένα του, από εκεί που του την άφησε ο σοφός γέρος και πήγε στο σχολείο του.
Ο κλέφτης της πένας ήταν γεμάτος με ενοχή και δεν μπορούσε να καταλάβει, γιατί το παιδί δεν ήταν αναστατωμένο. Τέλος, ο κλέφτης του είπε,
«Πώς είναι η πένα σου σήμερα;»
Το παιδί χαμογέλασε και έπιασε κάτι στην τσέπη του. Έβγαλε κάτι που έλαμπε δυνατότερα από ποτέ. Μάλιστα, η λάμψη ήταν τόσο ισχυρή, που κανείς δεν μπορούσε καν να δει μια πένα μέσα από αυτή. Αμέσως, ο πονηρός κλέφτης έτρεξε να δει τη κλεμμένη πένα που είχε.
Η πένα που είχε, δεν είχε πια καμία λάμψη, ήταν μία συνηθισμένη πένα!
Η φωνή της ενοχής του ψιθύρισε στο αυτί του:
«Βλέπεις; Μπορείς να κλέψεις τη πένα κάποιου, αλλά δεν μπορείς ποτέ να κλέψεις τη λάμψη του!»
Αγαπάς για χάρη της αγάπης


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός αγρότης , που ζούσε με τη γυναίκα του σ’ ένα μικρό κτήμα στην εξοχή. Ήταν τόσο φτωχοί, ώστε αυτά που έβγαζαν, μόλις που αρκούσαν για να ζήσει. 
Κάποτε όμως, ένα μεγάλο αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από το αγρόκτημα και δυο μαυροντυμένοι κύριοι με χρυσές αλυσίδες κατέβηκαν από αυτό. Αρνήθηκαν το φτωχικό γεύμα που τους πρόσφεραν και εξήγησαν πως ήρθαν για να δώσουν μια προσφορά για το αγρόκτημα.
Ο φτωχός αγρότης αρνήθηκε ευγενικά και είπε, πως δεν ενδιαφέρεται. Εκείνοι για να τον δελεάσουν περισσότερο του εξήγησαν, πως με τα χρήματα θα μπορούσε να αποκτήσει, όλα όσα επιθυμούσε στη ζωή του. Κοίταξε τη γυναίκα του και είπε στους ξένους, πως έχει ήδη όλα όσα επιθυμεί. Οι ξένοι έφυγαν θυμωμένοι.
Ύστερα από λίγο καιρό η γυναίκα του φτωχού αγρότη πέθανε. Και τότε οι ξένοι γύρισαν με μια μεγαλύτερη προσφορά. Ο φτωχός αγρότης και πάλι αρνήθηκε ευγενικά. Του υπενθύμισαν, πως μπορούσε να απαλύνει τη μοναξιά του με αυτά τα χρήματα. Εκείνος κοίταξε έξω τα ζώα του. Δεν δέχτηκε. Χάνοντας την ψυχραιμία τους του είπαν, πως αν είναι για τα ζώα του, μπορούσε με τα χρήματα να φτιάξει στάβλους, να αγοράσει τροφή γι’ αυτά, να τα πολλαπλασιάσει. Ο αγρότης είπε, πως δεν είναι για τα ζώα του. Οι ξένοι έφυγαν.
Μετά από μήνες αρρώστια βαριά έπεσε στο αγρόκτημα κι όλα τα ζώα πέθαναν. Και τότε οι ξένοι γύρισαν πάλι. Βρήκαν τον αγρότη να σκαλίζει με το δάχτυλό του γύρω από ένα μικρό τόσο δα λουλούδι. Του είπαν, ότι έφεραν περισσότερα χρήματα. Ο αγρότης δεν έδωσε σημασία. Ήταν πολύ απορροφημένος.
Γι’ αυτό γίνονται όλα αυτά τώρα; Ρώτησαν θυμωμένα. Για ένα λουλούδι;
Ο αγρότης κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
Το ξέρεις πως είναι ανόητο και άσκοπο όλο αυτό, είπαν πάλι. Σύντομα θα πεθάνει. Τι σημασία έχει λοιπόν;
Ο αγρότης χάιδεψε με τα ακροδάχτυλά του το λουλούδι και σηκώθηκε.
«Για μένα και για σας ίσως να μην έχει καμιά σημασία. Μα έχει για το λουλούδι…» είπε.
Οι μαυροφορεμένοι κύριοι με τις χρυσές αλυσίδες, ποτέ δε θα καταλάβουν, πως δεν αγαπάς για να σ’ αγαπήσουν.
Αγαπάς για χάρη της αγάπης.

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

Η απαισιοδοξία των Αρχαίων Ελλήνων


Λένε, λοιπόν, πως κάποτε έγινε ένας αγώνας ανάμεσα στον Ό­μηρο και στον Ησίοδο για το πρωτείο. Να κριθεί, τέλος πάντων, στους Έλληνες, ποιος από τους δύο μεγαλύτερους είναι ο πιο μεγάλος.
Η επιτροπή κρίσης, εκεί κάπου στην Αυλίδα ή στις Θήβες, κάθι­σε με σεβασμό τους δύο σοφούς στο θρονί τους, και άρχισε να τους ερωτά. Ήθελαν να μετρήσουν, ποιος θα δώσει τις πιο φρόνιμες 

αποκρίσεις στα ζητήματα.
Ρωτήσανε τον Ησίοδο και αποκρίθηκε ζυγιασμένα. Οι θέσεις που έλαβε, φανέρωναν τον άνθρωπο, που έζησε τον κόσμο και απέκτησε πλούσια πείρα. Που έκαμε, και έπαθε, και έμαθε.
Ρωτήσανε και τον Όμηρο. Ο γλυκός αοιδός με τη λευκή κεφαλή και τα άδεια μάτια, που κάποια ερμηνεία θέλει να επιμένει πως έχα­σε το φως του, γιατί δεν άντεξε το πολύ κακό που αντίκρισε στον κόσμο, τους άκουσε μειλίχια.
Πες μας, λοιπόν, αστέρι στις θάλασσες και ήλιε στα βουνά, του είπανε. Πες μας, ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό. «Άριστο σε όλους και σε όλες»,αποκρίθηκε ο Όμηρος, «είναι ο άν­θρωπος ποτέ να μη γεννιέται!».
Η επιτροπή έμεινε καγκελόξυλο. Ένας πονηρός όμως ανάμεσα στους κριτές, ένας ελληνικά πονηρός, ένας μικρός Οδυσσέας, σκόρ­πισε την ταραχή που γέννησε η σπαθιά του Ομήρου, με μια δεύτερη ερώτηση.
Κανένας, του λέει, δεν μας ζήτησε γνώμη, αν θέλουμε να μας γεν­νήσει ή όχι. Να μας ειπείς, λοιπόν, ποιο είναι το δεύτερο στον άν­θρωπο καλό, που να το κρατά και στο χέρι. Το πάντων αιρετώτατον. Εκείνο που να μπορούμε δηλαδή, να το διαλέγουμε κιόλας.
«Το δεύτερο στον άνθρωπο καλό», είπε ο Όμηρος, «είναι όταν γεν­νηθεί ο άνθρωπος, αμέσως να πεθαίνει»
Κυνηγούσε ο βασιλιάς Μίδας αγρίμια στα όρη της Μακεδονίας. Εκεί, αποσταμένος, έγειρε στη ρίζα ενός δρυ να συνεφέρει. Τότες ήταν που είδε δίπλα του το Σιληνό να κοιμάται.
Έχω την ευκαιρία, συλλογίστηκε ο ξύπνιος βασιλιάς. Και πιάνει το δαίμονα, και τον δένει με το σκοινί, να μη φύγει. Λέει:
— Εγώ θα σ’ απολύσω, αλλά πρώτα να μου ειπείς.
— Πες το μου, να στο ειπώ, κι απέ να μ’ αφήσεις να φύγω, του λέει ο αρχισάτυρος. Κι ούτε χρειαζόταν να με δέσεις, για να σου ειπώ.
— Εξήγα μου, λοιπόν. Εσύ που κρέμεσαι ανάμεσα ουρανού και γης, και γνωρίζεις πράγματα που δεν τα φτάνει ανθρώπου νους. Ε­ξήγα μου, γιατί χρόνους τώρα τυραννιέμαι, και πάω να κρεπάρω. Ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό;
Ο Σιληνός αλαφιάστηκε. Τον συνεπήρε το ξάφνιασμα, ιδιοτρόπησε, κοίταξε πέρα.
— Λύσε με να πηγαίνω, του λέει, και τράβα στο καλό σου. Ρωτάς πράγματα που δεν απαντιούνται.
Ο Μίδας εστάθηκε.
— Κι αν δε μου αποκριθείς, του λέει, σ’ αυτό που σ’ ερωτώ, δεν έχεις λευτεριά. Εδώ στο δέντρο θα μείνεις δεντρωμένος. Όσο να σε λύσει ο λιμός, και να σε κατελύσει ο λύκος.
Θύμωσε τότε ο δαίμονας. Τίναξε βίαια τα χέρια του ψηλά, πέσανε τα δεσμά. Έστρεψε και κοίταξε τον άνθρωπο βλοσυρά, κι όλα τα γύρω μυρίσανε θειάφι. Το θείο συνεπήρε τον τόπο. Ο Μίδας, του πάρθηκε η μιλιά, κι έπεσε κατά γης. Και τότε ο Σιληνός, ο κορυφαίος στα όργια και ο σύντροφος του Διονύσου, τον επετίμησε:
– «Δαίμονος επιπόνου και τύχης χαλεπής εφήμερον σπέρμα, τι με βιάζεσθε λέγειν, ά υμίν άρειον μη γνώναι;»
μ’ ερωτάς, συνεχίζει,
«τί εστι το βέλτιστον τοις ανθρώποις, και τί τών πάντων αιρετώτατον»· μάθε το λοιπόν, και σκάσε:
«μετ’ αγνοίας των οικείων κακών αλυπότατος ο βίος. Άριστον γαρ πάσι και πάσαις το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν ως τάχιστα» [Πλουτάρχου, Παραμυθητικός προς Απολλώνιον, 115 d].
Εντελώς ομοιότυπη για τον πεσσιμισμό των ελλήνων με τις δημο­τικές μαρτυρίες του Ομήρου, του Αριστοτέλους και του Πλουτάρχου, είναι και η προσωπική κατάθεση του Σοφοκλή που γίνεται με το στό­μα του χορού στο βασιλιά Οιδίποδα:
Μη φύναι τον άπαντα νι­κά λόγον· το δ’, επεί φανήι, βήναι κείσ’ οπόθεν περ ήκει πολύ δεύτερον ως τάχιστα.
(Το πιο καλύτερο απ’ όλα θε νά ‘τανε να μην είχε κανείς γεννηθεί, ή, μια που ήρθε στο φως, να γυρνά κείθ’ όπου ήρθε μια ώρα πιο μπρος. [Σοφοκλέους, Οιδίπους επί Κολωνώι, 1224. Μετάφρ. Γ. Γρυπάρη]. Εκτός από το Σοφοκλή είναι και πολλοί άλλοι έλληνες που μιλάνε με την ίδια πεσιμιστική σφοδρότητα. Ο Πλάτων λ.χ., ο Ευριπίδης, ο Βακχυλίδης, ο Θέογνις).
Το συμπέρασμα είναι πως από όλη ετούτη την κοιλάδα των κλαυθμών οι δάσκαλοι και οι διδακτικοί δεν μας έδειξαν φύλλο. Αντίθετα, μας είπαν τα αντίθετα. Μιλούν για ήλιο τα μεσάνυχτα και για πανη­γύρια στο καταχείμωνο.
Η Ελλάδα, μας λένε, σημαίνει την ηρεμία, το ρυθμό, τη γαλήνη. Ελλάδα είναι ο λογισμός, η αγνή απλότητα, η ευδαιμονία, το μέτρο. Προπάντων το μέτρο.

Δημήτρης Λιαντίνης - "Τα Ελληνικά"