Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

Για τον πατέρα




Πόσοι ξέρουν, ότι η Γιορτή του Πατέρα είναι την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου;
Ο κόσμος, λένε, φτιάχτηκε από άνδρες. Όμως αν μετρήσεις τις γιορτές και τα μπουκέτα, νομίζεις ότι γεννήθηκε μόνο από γυναίκες. Η μητέρα θα πάρει τα λουλούδια της σταθερά κάθε Μάη. Ο πατέρας συνήθως θα πάρει άνθη μόνο μία φορά. Και δεν μπορεί να τα δει, ούτε να τα μυρίσει, γιατί έχει και ένα μάρμαρο από πάνω του.
Ο Θεός είναι ο Άγιος Πατέρας, όμως τα τάματα πηγαίνουν στην Παναγιά. Τη μάνα δεν τραγουδάει και η μούσα; Είναι ζήτημα, αν για κάθε εκατό τραγούδια της μάνας υπάρχει ένα του πατέρα. Να, σταματήστε τώρα και μετρήστε. Πόσους πατέρες θα βρείτε μέσα σε στίχους και μελωδίες; Βρήκα το «Γιε μου» και το «Πατέρα κάτσε φρόνιμα». Μέχρι εκεί.
Δεν υπάρχει χώρος για τον πατέρα. Γέμισε από μαμάδες, που θηλάζουν. Έχουν ειπωθεί τόσα για τη μάνα, που δεν έμεινε λέξη να μιλήσει για τον πατέρα. Όμως δεν θα έπρεπε;
Είναι πολλά αυτά, που θέλουν να πουν οι μπαμπάδες, αλλά δεν τους δίνουν φωνή και λόγια. Ντρέπονται. Δεν αισθάνονται άνετα με αυτά. Για τη μέρα, που εκείνη ήταν μέσα στη χαρά και εκείνος παγωμένος από τρόμο. Το μεσημέρι που γέλασε, σαν μαλάκας, στον εαυτό του, λέγοντας κάτι περί αθανασίας. Τότε που έπνιξε ένα λυγμό και έγλειψε δύο δάκρυα, επειδή το πρόσωπο του μπαμπά είναι σαν του οξυγονοκολλητή, ανέγγιχτο πίσω από τη μάσκα.
Είναι τόσες οι ιστορίες για πονεμένες μάνες και άκαρδους πατέρες. Δεν μένει χρόνος να ακούσεις, για τον μπαμπά που διεκδικεί τον ρόλο του. Για τον τύπο που στέκεται έξω από το σχολείο, περιμένοντας να πάρει μόνο μια ματιά. Που κερδίζει αγάπη με πόνο. Απολογούμενος με σιωπή. Προσπαθώντας να μάθει τα λόγια σε ένα έργο, που δεν έχει ρόλο για αυτόν.
Είναι η Γιορτή του Πατέρα, αλλά, πιθανότατα, ο μπαμπάς σας δεν το ξέρει. Και αν του το πείτε, δεν θα του κάνει εντύπωση. Ο μπαμπάς έχει μάθει, να μην περιμένει τίποτα από σας.
Λένε ότι πρέπει να προλάβεις να ευχαριστήσεις τους γονείς σου, πριν τους χάσεις. Μην ανησυχείτε, δεν χάνεις ποτέ τους γονείς σου. Λείπουν για κάποιο διάστημα από τον κόσμο και μετά επιστρέφουν. Έρχεται η στιγμή, που τους βλέπεις στο σχήμα της σκιάς σου.


Η ερμηνεία αλλάζει


Ο βασιλιάς ήταν ερωτευμένος με τη Σαμπρίνα, μια γυναίκα ταπεινής καταγωγής, που την έκανε τελευταία του γυναίκα. Ένα απόγευμα κι ενώ ο βασιλιάς έλειπε στο κυνήγι ήρθε ένας αγγελιοφόρος να ειδοποιήσει, ότι η μητέρα της Σαμπρίνας ήταν άρρωστη.
Ο βασιλιάς της είχε απαγορεύσει, να χρησιμοποιεί την προσωπική του άμαξα κι αν παραβίαζε την εντολή του, θα το πλήρωνε με το κεφάλι της. Όταν γύρισε ο βασιλιάς έμαθε τα καθέκαστα.
'' Μα δεν είναι θαυμάσιο, ''είπε '' αυτό είναι αληθινή αγάπη κόρης προς τη μητέρα. Δεν την ένοιαζε να διακινδυνεύσει το κεφάλι της, για να φροντίσει τη μητέρα της. Είναι υπέροχη. ''

Την επόμενη μέρα κι ενώ η Σαμπρίνα καθόταν στο κήπο του παλατιού κι έτρωγε φρούτα, ήρθε ο βασιλιάς. Τον χαιρέτισε και μετά δάγκωσε το τελευταίο ροδάκινο, που είχε στο καλάθι της.
'' Φαίνονται γλυκά '' είπε ο βασιλιάς.
'' Πράγματι '' αποκρίθηκε η βασίλισσα κι απλώνοντας το χέρι της, έδωσε το τελευταίο της ροδάκινο στον αγαπημένο της.
'' Πόσο με αγαπάει ! '' σχολίασε μετά ο βασιλιάς, '' στερήθηκε την απόλαυση της, για να μου δώσει εμένα το τελευταίο ροδάκινο του καλαθιού. Δεν είναι εκπληκτική; ''
Πέρασαν ορισμένα χρόνια και ποιος ξέρει, το πάθος και ο έρωτας του βασιλιά έσβησαν απ τη καρδιά του. Καθόταν μαζί μ ένα στενό του φίλο κι έλεγε:
'' Ποτέ δε φέρθηκε σαν βασίλισσα, μια φορά μάλιστα με παράκουσε και χρησιμοποίησε τη προσωπική μου άμαξα. Θυμάμαι και μια μέρα, που μου έδωσε να φάω ένα δαγκωμένο φρούτο. ''
Η πραγματικότητα είναι πάντα η ίδια. Κι είναι όντως, αυτό που είναι. Ωστόσο ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, τον ακριβώς αντίθετο. ”
Πρόσεχε τι αντιλαμβάνεσαι, έλεγε κάποιος σοφός. Αν ότι βλέπεις, ταιριάζει '' γάντι '' με τη πραγματικότητα που περισσότερο σε βολεύει, τότε μην εμπιστεύεσαι τα μάτια σου !
Το παραμύθι μιας αλήθειας


Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια οικογένεια βοσκών. Είχαν όλα τα πρόβατά τους μαζί σ’ ένα μαντρί. Τα τάιζαν, τα φρόντιζαν και τα βοσκούσαν.
Κάπου - κάπου, τα πρόβατα προσπαθούσαν να το σκάσουν.
Ερχόταν τότε ο πιο γέρος βοσκός και τους έλεγε:
«Α, πρόβατα ασυνείδητα και αλαζονικά, δεν ξέρετε ότι εκεί έξω ο κάμπος είναι γεμάτος κινδύνους; Μονάχα εδώ βρίσκετε άφθονο νερό, φαγητό, και προπαντός, προστασία από τους λύκους».
Γενικά, αυτό αρκούσε για να φρενάρει τις τάσεις «ελευθερίας» των προβάτων.
Μια μέρα γεννήθηκε ένα διαφορετικό πρόβατο. Ας πούμε, πως ήταν ένα μαύρο πρόβατο. Είχε επαναστατικές διαθέσεις και ξεσήκωνε τους συντρόφους του, να το σκάσουν προς την ελευθερία των λιβαδιών.
Πύκνωσαν οι επισκέψεις του γέρου βοσκού, που πάσχιζε να πείσει τα πρόβατα για τους εξωτερικούς κινδύνους. Ωστόσο, τα πρόβατα ήταν ανήσυχα και κάθε φορά που τα έβγαζαν από το μαντρί, όλο και πιο δύσκολα τα μάζευαν.
Ώσπου μια νύχτα, το μαύρο πρόβατο τα έπεισε και το έσκασαν.
Οι βοσκοί δεν αντιλήφθηκαν τίποτα ως το ξημέρωμα, όταν είδαν το μαντρί σπασμένο και άδειο.
Όλοι πήγαν να κλάψουν μαζί με το γέροντα, τον αρχηγό της οικογένειας.
«Έφυγαν, έφυγαν!»
«Τα κακόμοιρα…»
«Και η πείνα;»
«Και η δίψα;»
«Και ο λύκος;»
«Τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς;»
Ο γέροντας έβηξε, ρούφηξε την πίπα του και είπε:
«Αλήθεια, τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς; Και το χειρότερο είναι…
… Τι θ’ απογίνουμε εμείς χωρίς αυτά;»…

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Ο σπόρος και ο γείτονας


Ήταν κάποτε ένας αγρότης, που καλλιεργούσε εξαιρετικής ποιότητας καλαμπόκι. Κάθε χρόνο κέρδιζε το πρώτο βραβείο για το καλύτερο καλαμπόκι.
Μια χρονιά ένας δημοσιογράφος από μία εφημερίδα του πήρε συνέντευξη και έμαθε κάτι πολύ ενδιαφέρον, για τον τρόπο που καλλιεργούσε.
Ο δημοσιογράφος ανακάλυψε, ότι ο αγρότης μοιραζόταν το σπόρο του καλαμποκιού του με τους γείτονές του.
«Μα, σε παίρνει να μοιράζεσαι τον καλύτερό σου σπόρο με τους γείτονές σου τη στιγμή, που κι αυτοί παίρνουν μέρος στον ίδιο διαγωνισμό;» τον ρώτησε.
«Μα βέβαια, κύριε», είπε ο αγρότης, «δεν το ξέρετε; Ο αέρας παίρνει τη γύρη από το καλαμπόκι, που ωριμάζει και την τριγυρνάει από χωράφι σε χωράφι. Αν οι γείτονές μου καλλιεργούν κατώτερης ποιότητας καλαμπόκι και το δικό μου καλαμπόκι σταδιακά θα υποβαθμιστεί μέσω της σταυρογονιμοποίησης. Εφόσον θέλω να καλλιεργώ καλής ποιότητας καλαμπόκι, πρέπει να βοηθήσω και τους γείτονές μου, να καλλιεργούν καλή ποιότητα καλαμποκιού.»
Έτσι γίνεται και με τη ζωή μας. Όσοι θέλουμε να ζούμε καλά και με νόημα, θα πρέπει να εμπλουτίσουμε τις ζωές των γύρω μας, γιατί η αξία της ζωής μετριέται με τις ζωές που αγγίζει. Και όσοι επιλέγουν να ζουν χαρούμενοι και ευτυχείς, πρέπει να βοηθήσουν και άλλους να βρουν χαρά και ευτυχία, γιατί η ευημερία του ενός συναρτάται με την ευημερία όλων μας…
Πέστε το η δύναμη της συλλογικότητας
Πέστε το η αρχή της επιτυχίας
Πέστε το ο νόμος της ζωής
Η αλήθεια είναι ότι κανείς μας δεν κερδίζει αληθινά, παρά μόνο όταν κερδίζουμε όλοι.
Οι προσβολές του Βούδα


Περνούσε ο Βούδας. Συγκεντρώθηκαν μερικά άτομα και τον προσέβαλαν πολύ. Τους άκουσε πολύ προσεκτικά, με πολλή αγάπη. Όταν τελείωσαν, είπε:
«Αν είπατε όσα θέλατε να πείτε, μπορώ να φύγω τώρα, επειδή πρέπει να πάω και σε άλλα χωριά μέχρι να δύσει ο ήλιος; Αν έχετε να πείτε και κάτι άλλο, θα ξαναγυρίσω σε μερικές ημέρες, μπορείτε να μου το πείτε τότε». Αλλά ήταν απολύτως ατάραχος, η σιωπή του παρέμεινε η ίδια, η ευτυχία του η ίδια, ο παλμός του ο ίδιος.
Εκείνοι οι άνθρωποι σάστισαν. Είπαν: 

«Δεν θύμωσες μαζί μας; Σε προσβάλλουμε, σε βρίζουμε».
Ο Βούδας είπε: 

«Θα πρέπει να παραμείνετε σαστισμένοι. Ήρθατε λίγο αργά. Έπρεπε να είχατε έρθει δέκα χρόνια νωρίτερα, τότε θα είχατε καταφέρει να με ταράξετε. Τότε δεν ήμουν εγώ κύριος του εαυτού μου. Τώρα, εσείς είστε ελεύθεροι να με προσβάλλετε κι εγώ είμαι ελεύθερος να αποφασίσω, αν θα το δεχτώ ή όχι. Δεν το δέχομαι. Με προσβάλλετε, αυτό είναι αλήθεια. Αυτό είναι δική σας απόφαση. Εγώ είμαι ελεύθερος να αποφασίσω αν θα το δεχτώ ή όχι, και λέω ότι δεν το δέχομαι. Τι θα κάνετε με αυτό; Είμαι κι εγώ σαστισμένος επειδή στο προηγούμενο χωριό οι άνθρωποι ήρθαν με γλυκά, και εγώ είπα ότι δεν τα χρειάζομαι, γι’ αυτό αναγκάστηκαν να τα πάρουν πίσω. Σας ρωτάω, τι πρέπει να έκαναν τα γλυκά;»
Εκείνοι οι άνθρωποι είπαν: 

«Θα πρέπει να τα μοίρασαν στο χωριό ή θα πρέπει να τα έφαγαν οι ίδιοι».
Ο Βούδας είπε: 

«Σκεφτείτε το λοιπόν. Έρχεστε με αυτές τις προσβολές κι εγώ λέω: '' Αρκετά. Έχω τελειώσει με αυτό. Δεν μου κάνει τίποτε. '' Τι θα κάνετε; Θα πρέπει να τις πάρετε εσείς. Σας λυπάμαι ».
Η απόφαση είναι δική σας. Η ζωή είναι δική σας απόφαση, δική σας ελευθερία.
Ο σοφός Άραβας και η φιλαργυρία


Κάποιος σοφός Άραβας πριν πεθάνει, συντάσσοντας τη διαθήκη του έγραψε:
'' Έκλεισα όλη μου την περιουσία στο μεγάλο χρηματοκιβώτιο του γραφείου μου. Όσα περιέχει, τα παραχωρώ στον πιο ευτυχισμένο της γης. ''
Μετά το θάνατό του χιλιάδες άνθρωποι, φιλονικώντας και φωνάζοντας, τρέξανε στον δικαστή να βεβαιώσουν, πως ήταν οι ευτυχέστεροι της γης. Ο δικαστής, όμως, έσπευσε να δηλώσει πως αυτός ήταν ο πιο ευτυχισμένος κι ο θησαυρός τού ανήκε.
Έτσι αποσφράγισε τη διαθήκη. Όμως, αντί για θησαυρό βρήκε μερικά χαλίκια τυλιγμένα σε σημείωμα, που έγραφε:
'' Αν ήσουν πραγματικά ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος, δε θα είχες ανάγκη από τα χρήματά μου.''
Σου εύχομαι αρκετά


Βρισκόμουν στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου. Παρακολουθούσα μια μάνα με την κόρη της την ώρα του αποχαιρετισμού, τις τελευταίες στιγμές πριν το ταξίδι της κόρης. Είχαν αγκαλιαστεί σφιχτά, με την μάνα να ψιθυρίζει. 
«Κορούλα μου σ’ αγαπώ και σου εύχομαι αρκετά»
Η κόρη της απάντησε: 

«Μαμά, η ζωή μου μαζί σου ήταν περισσότερο από αρκετή. Η αγάπη σου, ήταν αυτή που χρειαζόμουν πάντα. Σου εύχομαι επίσης αρκετά, μαμά.»
Φιλήθηκαν και η κόρη αναχώρησε.
Η μητέρα περπατούσε κατά μήκος της τζαμαρίας της αίθουσας όπου καθόμουν, κοιτάζοντας θλιμμένη προς το μέρος του αεροδρομίου. Καταλάβαινα ότι ήθελε να κλάψει. Δεν ήθελα να εισβάλλω στην ιδιωτική της ζωή, αλλά βλέποντας με να την κοιτάζω, με χαιρέτησε, ρωτώντας με συγχρόνως,
«Έχεις αποχαιρετήσει ποτέ σου κάποιον για πάντα;»
«Ναι, έχω» της απάντησα. «Αλλά, συγγνώμη για την ερώτηση, γιατί είναι για πάντα αυτό το αντίο;»
«Είμαι πολύ ηλικιωμένη πλέον και φεύγει για πολύ μακριά. Έχω την αίσθηση ότι το επόμενο ταξίδι επιστροφής της, θα είναι για την κηδεία μου», μου απάντησε.
«Όταν έλεγες αντίο, άκουσα να λες ''σου εύχομαι αρκετά.'' Μπορώ να ρωτήσω τι σημαίνει αυτό;» τη ρώτησα
Χαμογέλασε πικρά κουνώντας το κεφάλι της.
«Αυτή είναι μια ευχή, που έχει βγει από παλιότερες γενιές. Οι γονείς μου συνήθιζαν να εύχονται έτσι σε όλους».
Σταμάτησε για μια στιγμή και κοίταξε στο κενό, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί λεπτομέρειες και χαμογέλασε ακόμα περισσότερο.
«Όταν λέμε, σου εύχομαι αρκετά, θέλουμε οι άλλοι άνθρωποι να έχουν μια ζωή όμορφη, με αρκετά καλά πράγματα να τους γεμίζουν»
Στη συνέχεια, κοιτάζοντάς με κατάματα, άρχισε να μου αραδιάζει το παρακάτω, το οποίο φάνηκε να το βγάζει εκείνη τη στιγμή από το μυαλό της:

-Σου εύχομαι αρκετό ήλιο, για να κρατάς μια στάση ζωής φωτεινή.
-Σου εύχομαι αρκετή βροχή, για να εκτιμήσεις τον ήλιο περισσότερο.
-Σου εύχομαι αρκετή ευτυχία, για να κρατάς ζωντανό το πνεύμα σου.
-Σου εύχομαι αρκετό πόνο, έτσι ώστε οι μικρότερες χαρές στη ζωή σου, να φαίνονται πολύ μεγαλύτερες.
-Σου εύχομαι αρκετό κέρδος, για να ικανοποιήσεις τα θέλω σου.
-Σου εύχομαι αρκετή ζημιά, για να εκτιμήσεις όλα αυτά που κατέχεις.
-Σου εύχομαι αρκετά αντίο, για να μην ακούσεις ποτέ, το αντίο για πάντα.»
Γύρισε από την άλλη μεριά και απομακρύνθηκε κλαίγοντας .
Να προσέχετε και να εκτιμάτε τις σχέσεις σας. Μπορεί μέσα σε ένα λεπτό, να γνωρίσετε ένα άνθρωπο. Μπορεί μέσα σε μια ώρα, να τον εκτιμήσετε και να τον αγαπήσετε.
Αλλά, θα χρειαστείτε μια ολόκληρη ζωή, για να τον ξεχάσετε.