Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

Το παραμύθι μιας αλήθειας


Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια οικογένεια βοσκών. Είχαν όλα τα πρόβατά τους μαζί σ’ ένα μαντρί. Τα τάιζαν, τα φρόντιζαν και τα βοσκούσαν.
Κάπου - κάπου, τα πρόβατα προσπαθούσαν να το σκάσουν.
Ερχόταν τότε ο πιο γέρος βοσκός και τους έλεγε:
«Α, πρόβατα ασυνείδητα και αλαζονικά, δεν ξέρετε ότι εκεί έξω ο κάμπος είναι γεμάτος κινδύνους; Μονάχα εδώ βρίσκετε άφθονο νερό, φαγητό, και προπαντός, προστασία από τους λύκους».
Γενικά, αυτό αρκούσε για να φρενάρει τις τάσεις «ελευθερίας» των προβάτων.
Μια μέρα γεννήθηκε ένα διαφορετικό πρόβατο. Ας πούμε, πως ήταν ένα μαύρο πρόβατο. Είχε επαναστατικές διαθέσεις και ξεσήκωνε τους συντρόφους του, να το σκάσουν προς την ελευθερία των λιβαδιών.
Πύκνωσαν οι επισκέψεις του γέρου βοσκού, που πάσχιζε να πείσει τα πρόβατα για τους εξωτερικούς κινδύνους. Ωστόσο, τα πρόβατα ήταν ανήσυχα και κάθε φορά που τα έβγαζαν από το μαντρί, όλο και πιο δύσκολα τα μάζευαν.
Ώσπου μια νύχτα, το μαύρο πρόβατο τα έπεισε και το έσκασαν.
Οι βοσκοί δεν αντιλήφθηκαν τίποτα ως το ξημέρωμα, όταν είδαν το μαντρί σπασμένο και άδειο.
Όλοι πήγαν να κλάψουν μαζί με το γέροντα, τον αρχηγό της οικογένειας.
«Έφυγαν, έφυγαν!»
«Τα κακόμοιρα…»
«Και η πείνα;»
«Και η δίψα;»
«Και ο λύκος;»
«Τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς;»
Ο γέροντας έβηξε, ρούφηξε την πίπα του και είπε:
«Αλήθεια, τι θ’ απογίνουν χωρίς εμάς; Και το χειρότερο είναι…
… Τι θ’ απογίνουμε εμείς χωρίς αυτά;»…

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Ο σπόρος και ο γείτονας


Ήταν κάποτε ένας αγρότης, που καλλιεργούσε εξαιρετικής ποιότητας καλαμπόκι. Κάθε χρόνο κέρδιζε το πρώτο βραβείο για το καλύτερο καλαμπόκι.
Μια χρονιά ένας δημοσιογράφος από μία εφημερίδα του πήρε συνέντευξη και έμαθε κάτι πολύ ενδιαφέρον, για τον τρόπο που καλλιεργούσε.
Ο δημοσιογράφος ανακάλυψε, ότι ο αγρότης μοιραζόταν το σπόρο του καλαμποκιού του με τους γείτονές του.
«Μα, σε παίρνει να μοιράζεσαι τον καλύτερό σου σπόρο με τους γείτονές σου τη στιγμή, που κι αυτοί παίρνουν μέρος στον ίδιο διαγωνισμό;» τον ρώτησε.
«Μα βέβαια, κύριε», είπε ο αγρότης, «δεν το ξέρετε; Ο αέρας παίρνει τη γύρη από το καλαμπόκι, που ωριμάζει και την τριγυρνάει από χωράφι σε χωράφι. Αν οι γείτονές μου καλλιεργούν κατώτερης ποιότητας καλαμπόκι και το δικό μου καλαμπόκι σταδιακά θα υποβαθμιστεί μέσω της σταυρογονιμοποίησης. Εφόσον θέλω να καλλιεργώ καλής ποιότητας καλαμπόκι, πρέπει να βοηθήσω και τους γείτονές μου, να καλλιεργούν καλή ποιότητα καλαμποκιού.»
Έτσι γίνεται και με τη ζωή μας. Όσοι θέλουμε να ζούμε καλά και με νόημα, θα πρέπει να εμπλουτίσουμε τις ζωές των γύρω μας, γιατί η αξία της ζωής μετριέται με τις ζωές που αγγίζει. Και όσοι επιλέγουν να ζουν χαρούμενοι και ευτυχείς, πρέπει να βοηθήσουν και άλλους να βρουν χαρά και ευτυχία, γιατί η ευημερία του ενός συναρτάται με την ευημερία όλων μας…
Πέστε το η δύναμη της συλλογικότητας
Πέστε το η αρχή της επιτυχίας
Πέστε το ο νόμος της ζωής
Η αλήθεια είναι ότι κανείς μας δεν κερδίζει αληθινά, παρά μόνο όταν κερδίζουμε όλοι.
Οι προσβολές του Βούδα


Περνούσε ο Βούδας. Συγκεντρώθηκαν μερικά άτομα και τον προσέβαλαν πολύ. Τους άκουσε πολύ προσεκτικά, με πολλή αγάπη. Όταν τελείωσαν, είπε:
«Αν είπατε όσα θέλατε να πείτε, μπορώ να φύγω τώρα, επειδή πρέπει να πάω και σε άλλα χωριά μέχρι να δύσει ο ήλιος; Αν έχετε να πείτε και κάτι άλλο, θα ξαναγυρίσω σε μερικές ημέρες, μπορείτε να μου το πείτε τότε». Αλλά ήταν απολύτως ατάραχος, η σιωπή του παρέμεινε η ίδια, η ευτυχία του η ίδια, ο παλμός του ο ίδιος.
Εκείνοι οι άνθρωποι σάστισαν. Είπαν: 

«Δεν θύμωσες μαζί μας; Σε προσβάλλουμε, σε βρίζουμε».
Ο Βούδας είπε: 

«Θα πρέπει να παραμείνετε σαστισμένοι. Ήρθατε λίγο αργά. Έπρεπε να είχατε έρθει δέκα χρόνια νωρίτερα, τότε θα είχατε καταφέρει να με ταράξετε. Τότε δεν ήμουν εγώ κύριος του εαυτού μου. Τώρα, εσείς είστε ελεύθεροι να με προσβάλλετε κι εγώ είμαι ελεύθερος να αποφασίσω, αν θα το δεχτώ ή όχι. Δεν το δέχομαι. Με προσβάλλετε, αυτό είναι αλήθεια. Αυτό είναι δική σας απόφαση. Εγώ είμαι ελεύθερος να αποφασίσω αν θα το δεχτώ ή όχι, και λέω ότι δεν το δέχομαι. Τι θα κάνετε με αυτό; Είμαι κι εγώ σαστισμένος επειδή στο προηγούμενο χωριό οι άνθρωποι ήρθαν με γλυκά, και εγώ είπα ότι δεν τα χρειάζομαι, γι’ αυτό αναγκάστηκαν να τα πάρουν πίσω. Σας ρωτάω, τι πρέπει να έκαναν τα γλυκά;»
Εκείνοι οι άνθρωποι είπαν: 

«Θα πρέπει να τα μοίρασαν στο χωριό ή θα πρέπει να τα έφαγαν οι ίδιοι».
Ο Βούδας είπε: 

«Σκεφτείτε το λοιπόν. Έρχεστε με αυτές τις προσβολές κι εγώ λέω: '' Αρκετά. Έχω τελειώσει με αυτό. Δεν μου κάνει τίποτε. '' Τι θα κάνετε; Θα πρέπει να τις πάρετε εσείς. Σας λυπάμαι ».
Η απόφαση είναι δική σας. Η ζωή είναι δική σας απόφαση, δική σας ελευθερία.
Ο σοφός Άραβας και η φιλαργυρία


Κάποιος σοφός Άραβας πριν πεθάνει, συντάσσοντας τη διαθήκη του έγραψε:
'' Έκλεισα όλη μου την περιουσία στο μεγάλο χρηματοκιβώτιο του γραφείου μου. Όσα περιέχει, τα παραχωρώ στον πιο ευτυχισμένο της γης. ''
Μετά το θάνατό του χιλιάδες άνθρωποι, φιλονικώντας και φωνάζοντας, τρέξανε στον δικαστή να βεβαιώσουν, πως ήταν οι ευτυχέστεροι της γης. Ο δικαστής, όμως, έσπευσε να δηλώσει πως αυτός ήταν ο πιο ευτυχισμένος κι ο θησαυρός τού ανήκε.
Έτσι αποσφράγισε τη διαθήκη. Όμως, αντί για θησαυρό βρήκε μερικά χαλίκια τυλιγμένα σε σημείωμα, που έγραφε:
'' Αν ήσουν πραγματικά ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος, δε θα είχες ανάγκη από τα χρήματά μου.''
Σου εύχομαι αρκετά


Βρισκόμουν στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου. Παρακολουθούσα μια μάνα με την κόρη της την ώρα του αποχαιρετισμού, τις τελευταίες στιγμές πριν το ταξίδι της κόρης. Είχαν αγκαλιαστεί σφιχτά, με την μάνα να ψιθυρίζει. 
«Κορούλα μου σ’ αγαπώ και σου εύχομαι αρκετά»
Η κόρη της απάντησε: 

«Μαμά, η ζωή μου μαζί σου ήταν περισσότερο από αρκετή. Η αγάπη σου, ήταν αυτή που χρειαζόμουν πάντα. Σου εύχομαι επίσης αρκετά, μαμά.»
Φιλήθηκαν και η κόρη αναχώρησε.
Η μητέρα περπατούσε κατά μήκος της τζαμαρίας της αίθουσας όπου καθόμουν, κοιτάζοντας θλιμμένη προς το μέρος του αεροδρομίου. Καταλάβαινα ότι ήθελε να κλάψει. Δεν ήθελα να εισβάλλω στην ιδιωτική της ζωή, αλλά βλέποντας με να την κοιτάζω, με χαιρέτησε, ρωτώντας με συγχρόνως,
«Έχεις αποχαιρετήσει ποτέ σου κάποιον για πάντα;»
«Ναι, έχω» της απάντησα. «Αλλά, συγγνώμη για την ερώτηση, γιατί είναι για πάντα αυτό το αντίο;»
«Είμαι πολύ ηλικιωμένη πλέον και φεύγει για πολύ μακριά. Έχω την αίσθηση ότι το επόμενο ταξίδι επιστροφής της, θα είναι για την κηδεία μου», μου απάντησε.
«Όταν έλεγες αντίο, άκουσα να λες ''σου εύχομαι αρκετά.'' Μπορώ να ρωτήσω τι σημαίνει αυτό;» τη ρώτησα
Χαμογέλασε πικρά κουνώντας το κεφάλι της.
«Αυτή είναι μια ευχή, που έχει βγει από παλιότερες γενιές. Οι γονείς μου συνήθιζαν να εύχονται έτσι σε όλους».
Σταμάτησε για μια στιγμή και κοίταξε στο κενό, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί λεπτομέρειες και χαμογέλασε ακόμα περισσότερο.
«Όταν λέμε, σου εύχομαι αρκετά, θέλουμε οι άλλοι άνθρωποι να έχουν μια ζωή όμορφη, με αρκετά καλά πράγματα να τους γεμίζουν»
Στη συνέχεια, κοιτάζοντάς με κατάματα, άρχισε να μου αραδιάζει το παρακάτω, το οποίο φάνηκε να το βγάζει εκείνη τη στιγμή από το μυαλό της:

-Σου εύχομαι αρκετό ήλιο, για να κρατάς μια στάση ζωής φωτεινή.
-Σου εύχομαι αρκετή βροχή, για να εκτιμήσεις τον ήλιο περισσότερο.
-Σου εύχομαι αρκετή ευτυχία, για να κρατάς ζωντανό το πνεύμα σου.
-Σου εύχομαι αρκετό πόνο, έτσι ώστε οι μικρότερες χαρές στη ζωή σου, να φαίνονται πολύ μεγαλύτερες.
-Σου εύχομαι αρκετό κέρδος, για να ικανοποιήσεις τα θέλω σου.
-Σου εύχομαι αρκετή ζημιά, για να εκτιμήσεις όλα αυτά που κατέχεις.
-Σου εύχομαι αρκετά αντίο, για να μην ακούσεις ποτέ, το αντίο για πάντα.»
Γύρισε από την άλλη μεριά και απομακρύνθηκε κλαίγοντας .
Να προσέχετε και να εκτιμάτε τις σχέσεις σας. Μπορεί μέσα σε ένα λεπτό, να γνωρίσετε ένα άνθρωπο. Μπορεί μέσα σε μια ώρα, να τον εκτιμήσετε και να τον αγαπήσετε.
Αλλά, θα χρειαστείτε μια ολόκληρη ζωή, για να τον ξεχάσετε.
O βασιλιάς και τα γεράκια


Μια μέρα έκαναν δώρο σε ένα τρανό βασιλιά δύο νεογέννητα γεράκια και εκείνος αμέσως τα έδωσε, για να τα εκπαιδεύσουν. 
Μετά από κάποιο καιρό ο εκπαιδευτής είπε στον βασιλιά, πως το ένα από τα δύο μικρά γεράκια είχε ήδη εκπαιδευτεί και πετούσε.
'' Και το άλλο; '' ρώτησε ο βασιλιάς.
'' Λυπάμαι, εξοχότατε, αλλά το άλλο συμπεριφέρεται παράξενα, ίσως είναι άρρωστο. Κανείς δεν μπορεί να το κάνει να φύγει από το κλαδί, που κάθισε από την πρώτη ημέρα. Ένας υπηρέτης αναγκάζεται κάθε μέρα, να ανεβαίνει μέχρι το κλαδί για να το ταΐσει. ''
Ο βασιλιάς φώναξε θεραπευτές και κτηνιάτρους από όλη την επικράτεια, φώναξε σοφούς σύμβουλους, αλλά κανένας δεν κατάφερε, να μετακινήσει το γεράκι από το κλαδί.
Κάθε μέρα το κοίταζε από το παράθυρο του και τον έπιανε στεναχώρια και θλίψη, βλέποντας το γεράκι πάνω στο δένδρο μέρα και νύχτα.
Μια μέρα έβγαλε ένα διάταγμα, με το οποίο ζητούσε από τον λαό του, να τον βοηθήσει.
Την επόμενη μέρα μόλις άνοιξε το παράθυρο, με μεγάλη του έκπληξη, είδε το γεράκι να πετάει περήφανα πάνω από τα δένδρα .
'' Φέρτε μου αμέσως αυτόν που έκανε αυτό το 

θαύμα! '' διέταξε ο βασιλιάς.
Μετά από λίγο του έφεραν μπροστά του ένα νεαρό χωριάτη.
'' Εσύ έκανες να πετάξει το γεράκι; Πως τα κατάφερες; Μήπως είσαι μάγος;” τον ρώτησε ο βασιλιάς. ''
Ο νεαρός δειλά-δειλά είπε στον βασιλιά:
'' Εξοχότατε, δεν ήταν δύσκολο, να κάνω να πετάξει το γεράκι. Εγώ αυτό που έκανα, ήταν να κόψω το κλαδί. Το γεράκι τότε ανακάλυψε, πως είχε φτερά και άρχισε να πετάει! ''
Μερικές φορές, το σύμπαν, επιτρέπει σε κάποιον να κόψει ''το κλαδί'' πάνω στο οποίον πεισματάρικα έχουμε καθίσει, έτσι ώστε να μπορέσουμε να συνειδητοποιήσουμε, πως έχουμε φτερά!
Η φωτιά της φιλίας



Ο Αλί είχε ανάγκη από χρήματα και ζήτησε από το αφεντικό του να τον βοηθήσει. Το αφεντικό προκειμένου να ικανοποιήσει το αίτημα του, του έθεσε την εξής πρόκληση: 

Αν καταφέρει να περάσει μια ολόκληρη νύχτα στην κορυφή ενός βουνού, θα ανταμειφθεί με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, όμως αν αποτύχει, θα πρέπει να εργάζεται δωρεάν το υπόλοιπο διάστημα.
Όταν έφυγε ο Αλί από το μαγαζί, φυσούσε παγωμένος αέρας. Η σκέψη ότι θα περνούσε μια νύχτα στην κορυφή του βουνού με τόσο κρύο, του προκαλούσε μεγάλο φόβο. Αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη του καλύτερου του φίλου, για το αν θα ήταν τρέλα, να δεχτεί μια τέτοια συμφωνία.
Αφού συζήτησαν διεξοδικά το θέμα, ο φίλος του απάντησε:
«Μην ανησυχείς, εγώ θα σε βοηθήσω. Αύριο το βράδυ όταν θα βρίσκεσαι στην κορυφή του βουνού, κοίταξε ευθεία μπροστά. Θα είμαι στην κορυφή του απέναντι βουνού. Θα έχω ανάψει μια φωτιά και θα την διατηρήσω αναμμένη όλη τη νύχτα. Θα κοιτάς τη φωτιά, θα σκέφτεσαι τη φιλία μας και αυτό θα σε κρατήσει ζεστό. Έτσι θα καταφέρεις να περάσεις όλη τη νύχτα. Στο τέλος, θα σου ζητήσω κάτι σε αντάλλαγμα. 
»
Ο Αλί κατάφερε τελικά, να μείνει ολόκληρο το βράδυ στο βουνό. Πήρε τα χρήματα από το αφεντικό του και χαρούμενος πήγε στο σπίτι του φίλου του.
«Είπες ότι ήθελες κάποια πληρωμή σε αντάλλαγμα».
Ο φίλος του απάντησε:
«Ναι, αλλά δεν θέλω χρήματα. Θέλω μόνο να υποσχεθείς, ότι αν ποτέ φυσήξει κρύος αέρας στη ζωή μου, θα ανάψεις τη φωτιά της φιλίας μας, για να με βοηθήσεις!»