Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Οι προσβολές του Βούδα


Περνούσε ο Βούδας. Συγκεντρώθηκαν μερικά άτομα και τον προσέβαλαν πολύ. Τους άκουσε πολύ προσεκτικά, με πολλή αγάπη. Όταν τελείωσαν, είπε:
«Αν είπατε όσα θέλατε να πείτε, μπορώ να φύγω τώρα, επειδή πρέπει να πάω και σε άλλα χωριά μέχρι να δύσει ο ήλιος; Αν έχετε να πείτε και κάτι άλλο, θα ξαναγυρίσω σε μερικές ημέρες, μπορείτε να μου το πείτε τότε». Αλλά ήταν απολύτως ατάραχος, η σιωπή του παρέμεινε η ίδια, η ευτυχία του η ίδια, ο παλμός του ο ίδιος.
Εκείνοι οι άνθρωποι σάστισαν. Είπαν: 

«Δεν θύμωσες μαζί μας; Σε προσβάλλουμε, σε βρίζουμε».
Ο Βούδας είπε: 

«Θα πρέπει να παραμείνετε σαστισμένοι. Ήρθατε λίγο αργά. Έπρεπε να είχατε έρθει δέκα χρόνια νωρίτερα, τότε θα είχατε καταφέρει να με ταράξετε. Τότε δεν ήμουν εγώ κύριος του εαυτού μου. Τώρα, εσείς είστε ελεύθεροι να με προσβάλλετε κι εγώ είμαι ελεύθερος να αποφασίσω, αν θα το δεχτώ ή όχι. Δεν το δέχομαι. Με προσβάλλετε, αυτό είναι αλήθεια. Αυτό είναι δική σας απόφαση. Εγώ είμαι ελεύθερος να αποφασίσω αν θα το δεχτώ ή όχι, και λέω ότι δεν το δέχομαι. Τι θα κάνετε με αυτό; Είμαι κι εγώ σαστισμένος επειδή στο προηγούμενο χωριό οι άνθρωποι ήρθαν με γλυκά, και εγώ είπα ότι δεν τα χρειάζομαι, γι’ αυτό αναγκάστηκαν να τα πάρουν πίσω. Σας ρωτάω, τι πρέπει να έκαναν τα γλυκά;»
Εκείνοι οι άνθρωποι είπαν: 

«Θα πρέπει να τα μοίρασαν στο χωριό ή θα πρέπει να τα έφαγαν οι ίδιοι».
Ο Βούδας είπε: 

«Σκεφτείτε το λοιπόν. Έρχεστε με αυτές τις προσβολές κι εγώ λέω: '' Αρκετά. Έχω τελειώσει με αυτό. Δεν μου κάνει τίποτε. '' Τι θα κάνετε; Θα πρέπει να τις πάρετε εσείς. Σας λυπάμαι ».
Η απόφαση είναι δική σας. Η ζωή είναι δική σας απόφαση, δική σας ελευθερία.
Ο σοφός Άραβας και η φιλαργυρία


Κάποιος σοφός Άραβας πριν πεθάνει, συντάσσοντας τη διαθήκη του έγραψε:
'' Έκλεισα όλη μου την περιουσία στο μεγάλο χρηματοκιβώτιο του γραφείου μου. Όσα περιέχει, τα παραχωρώ στον πιο ευτυχισμένο της γης. ''
Μετά το θάνατό του χιλιάδες άνθρωποι, φιλονικώντας και φωνάζοντας, τρέξανε στον δικαστή να βεβαιώσουν, πως ήταν οι ευτυχέστεροι της γης. Ο δικαστής, όμως, έσπευσε να δηλώσει πως αυτός ήταν ο πιο ευτυχισμένος κι ο θησαυρός τού ανήκε.
Έτσι αποσφράγισε τη διαθήκη. Όμως, αντί για θησαυρό βρήκε μερικά χαλίκια τυλιγμένα σε σημείωμα, που έγραφε:
'' Αν ήσουν πραγματικά ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος, δε θα είχες ανάγκη από τα χρήματά μου.''
Σου εύχομαι αρκετά


Βρισκόμουν στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου. Παρακολουθούσα μια μάνα με την κόρη της την ώρα του αποχαιρετισμού, τις τελευταίες στιγμές πριν το ταξίδι της κόρης. Είχαν αγκαλιαστεί σφιχτά, με την μάνα να ψιθυρίζει. 
«Κορούλα μου σ’ αγαπώ και σου εύχομαι αρκετά»
Η κόρη της απάντησε: 

«Μαμά, η ζωή μου μαζί σου ήταν περισσότερο από αρκετή. Η αγάπη σου, ήταν αυτή που χρειαζόμουν πάντα. Σου εύχομαι επίσης αρκετά, μαμά.»
Φιλήθηκαν και η κόρη αναχώρησε.
Η μητέρα περπατούσε κατά μήκος της τζαμαρίας της αίθουσας όπου καθόμουν, κοιτάζοντας θλιμμένη προς το μέρος του αεροδρομίου. Καταλάβαινα ότι ήθελε να κλάψει. Δεν ήθελα να εισβάλλω στην ιδιωτική της ζωή, αλλά βλέποντας με να την κοιτάζω, με χαιρέτησε, ρωτώντας με συγχρόνως,
«Έχεις αποχαιρετήσει ποτέ σου κάποιον για πάντα;»
«Ναι, έχω» της απάντησα. «Αλλά, συγγνώμη για την ερώτηση, γιατί είναι για πάντα αυτό το αντίο;»
«Είμαι πολύ ηλικιωμένη πλέον και φεύγει για πολύ μακριά. Έχω την αίσθηση ότι το επόμενο ταξίδι επιστροφής της, θα είναι για την κηδεία μου», μου απάντησε.
«Όταν έλεγες αντίο, άκουσα να λες ''σου εύχομαι αρκετά.'' Μπορώ να ρωτήσω τι σημαίνει αυτό;» τη ρώτησα
Χαμογέλασε πικρά κουνώντας το κεφάλι της.
«Αυτή είναι μια ευχή, που έχει βγει από παλιότερες γενιές. Οι γονείς μου συνήθιζαν να εύχονται έτσι σε όλους».
Σταμάτησε για μια στιγμή και κοίταξε στο κενό, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί λεπτομέρειες και χαμογέλασε ακόμα περισσότερο.
«Όταν λέμε, σου εύχομαι αρκετά, θέλουμε οι άλλοι άνθρωποι να έχουν μια ζωή όμορφη, με αρκετά καλά πράγματα να τους γεμίζουν»
Στη συνέχεια, κοιτάζοντάς με κατάματα, άρχισε να μου αραδιάζει το παρακάτω, το οποίο φάνηκε να το βγάζει εκείνη τη στιγμή από το μυαλό της:

-Σου εύχομαι αρκετό ήλιο, για να κρατάς μια στάση ζωής φωτεινή.
-Σου εύχομαι αρκετή βροχή, για να εκτιμήσεις τον ήλιο περισσότερο.
-Σου εύχομαι αρκετή ευτυχία, για να κρατάς ζωντανό το πνεύμα σου.
-Σου εύχομαι αρκετό πόνο, έτσι ώστε οι μικρότερες χαρές στη ζωή σου, να φαίνονται πολύ μεγαλύτερες.
-Σου εύχομαι αρκετό κέρδος, για να ικανοποιήσεις τα θέλω σου.
-Σου εύχομαι αρκετή ζημιά, για να εκτιμήσεις όλα αυτά που κατέχεις.
-Σου εύχομαι αρκετά αντίο, για να μην ακούσεις ποτέ, το αντίο για πάντα.»
Γύρισε από την άλλη μεριά και απομακρύνθηκε κλαίγοντας .
Να προσέχετε και να εκτιμάτε τις σχέσεις σας. Μπορεί μέσα σε ένα λεπτό, να γνωρίσετε ένα άνθρωπο. Μπορεί μέσα σε μια ώρα, να τον εκτιμήσετε και να τον αγαπήσετε.
Αλλά, θα χρειαστείτε μια ολόκληρη ζωή, για να τον ξεχάσετε.
O βασιλιάς και τα γεράκια


Μια μέρα έκαναν δώρο σε ένα τρανό βασιλιά δύο νεογέννητα γεράκια και εκείνος αμέσως τα έδωσε, για να τα εκπαιδεύσουν. 
Μετά από κάποιο καιρό ο εκπαιδευτής είπε στον βασιλιά, πως το ένα από τα δύο μικρά γεράκια είχε ήδη εκπαιδευτεί και πετούσε.
'' Και το άλλο; '' ρώτησε ο βασιλιάς.
'' Λυπάμαι, εξοχότατε, αλλά το άλλο συμπεριφέρεται παράξενα, ίσως είναι άρρωστο. Κανείς δεν μπορεί να το κάνει να φύγει από το κλαδί, που κάθισε από την πρώτη ημέρα. Ένας υπηρέτης αναγκάζεται κάθε μέρα, να ανεβαίνει μέχρι το κλαδί για να το ταΐσει. ''
Ο βασιλιάς φώναξε θεραπευτές και κτηνιάτρους από όλη την επικράτεια, φώναξε σοφούς σύμβουλους, αλλά κανένας δεν κατάφερε, να μετακινήσει το γεράκι από το κλαδί.
Κάθε μέρα το κοίταζε από το παράθυρο του και τον έπιανε στεναχώρια και θλίψη, βλέποντας το γεράκι πάνω στο δένδρο μέρα και νύχτα.
Μια μέρα έβγαλε ένα διάταγμα, με το οποίο ζητούσε από τον λαό του, να τον βοηθήσει.
Την επόμενη μέρα μόλις άνοιξε το παράθυρο, με μεγάλη του έκπληξη, είδε το γεράκι να πετάει περήφανα πάνω από τα δένδρα .
'' Φέρτε μου αμέσως αυτόν που έκανε αυτό το 

θαύμα! '' διέταξε ο βασιλιάς.
Μετά από λίγο του έφεραν μπροστά του ένα νεαρό χωριάτη.
'' Εσύ έκανες να πετάξει το γεράκι; Πως τα κατάφερες; Μήπως είσαι μάγος;” τον ρώτησε ο βασιλιάς. ''
Ο νεαρός δειλά-δειλά είπε στον βασιλιά:
'' Εξοχότατε, δεν ήταν δύσκολο, να κάνω να πετάξει το γεράκι. Εγώ αυτό που έκανα, ήταν να κόψω το κλαδί. Το γεράκι τότε ανακάλυψε, πως είχε φτερά και άρχισε να πετάει! ''
Μερικές φορές, το σύμπαν, επιτρέπει σε κάποιον να κόψει ''το κλαδί'' πάνω στο οποίον πεισματάρικα έχουμε καθίσει, έτσι ώστε να μπορέσουμε να συνειδητοποιήσουμε, πως έχουμε φτερά!
Η φωτιά της φιλίας



Ο Αλί είχε ανάγκη από χρήματα και ζήτησε από το αφεντικό του να τον βοηθήσει. Το αφεντικό προκειμένου να ικανοποιήσει το αίτημα του, του έθεσε την εξής πρόκληση: 

Αν καταφέρει να περάσει μια ολόκληρη νύχτα στην κορυφή ενός βουνού, θα ανταμειφθεί με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, όμως αν αποτύχει, θα πρέπει να εργάζεται δωρεάν το υπόλοιπο διάστημα.
Όταν έφυγε ο Αλί από το μαγαζί, φυσούσε παγωμένος αέρας. Η σκέψη ότι θα περνούσε μια νύχτα στην κορυφή του βουνού με τόσο κρύο, του προκαλούσε μεγάλο φόβο. Αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη του καλύτερου του φίλου, για το αν θα ήταν τρέλα, να δεχτεί μια τέτοια συμφωνία.
Αφού συζήτησαν διεξοδικά το θέμα, ο φίλος του απάντησε:
«Μην ανησυχείς, εγώ θα σε βοηθήσω. Αύριο το βράδυ όταν θα βρίσκεσαι στην κορυφή του βουνού, κοίταξε ευθεία μπροστά. Θα είμαι στην κορυφή του απέναντι βουνού. Θα έχω ανάψει μια φωτιά και θα την διατηρήσω αναμμένη όλη τη νύχτα. Θα κοιτάς τη φωτιά, θα σκέφτεσαι τη φιλία μας και αυτό θα σε κρατήσει ζεστό. Έτσι θα καταφέρεις να περάσεις όλη τη νύχτα. Στο τέλος, θα σου ζητήσω κάτι σε αντάλλαγμα. 
»
Ο Αλί κατάφερε τελικά, να μείνει ολόκληρο το βράδυ στο βουνό. Πήρε τα χρήματα από το αφεντικό του και χαρούμενος πήγε στο σπίτι του φίλου του.
«Είπες ότι ήθελες κάποια πληρωμή σε αντάλλαγμα».
Ο φίλος του απάντησε:
«Ναι, αλλά δεν θέλω χρήματα. Θέλω μόνο να υποσχεθείς, ότι αν ποτέ φυσήξει κρύος αέρας στη ζωή μου, θα ανάψεις τη φωτιά της φιλίας μας, για να με βοηθήσεις!»

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

Η γνώμη του σοφέρ



Όταν πήρε το Νόμπελ Φυσικής το 1918, ο Μαξ Πλανκ άρχισε περιοδεία σε όλη τη Γερμανία. Οπουδήποτε τον καλούσαν, έδινε την ίδια διάλεξη πάνω στη νέα θεωρία της κβαντικής μηχανικής. Μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που ο σοφέρ του είχε μάθει απέξω το περιεχόμενο της ομιλίας του.
« Πρέπει να έχετε βαρεθεί, κύριε Πλανκ, να λέτε συνεχώς τα ίδια. Σας προτείνω, στην προσεχή διάλεξη στο Μόναχο, να αλλάξουμε ρόλους. Θα καθίσετε στην πρώτη σειρά, φορώντας το κασκέτο του σοφέρ. Θα είναι μια αλλαγή και για τους δυο μας. Τι λέτε; »
Ο Πλανκ το βρήκε διασκεδαστικό και δέχτηκε την πρόταση. Ο σοφέρ του εκφώνησε τον συνηθισμένο του λόγο πάνω στην κβαντική μηχανική μπροστά σ’ ένα κοινό υψηλής κατάρτισης στη φυσική. Κάποια στιγμή ένας καθηγητής φυσικής σήκωσε το χέρι και έκανε μια ερώτηση. Φυσικά και ο σοφέρ δεν γνώριζε την απάντηση . Χωρίς όμως να χάσει την ψυχραιμία του είπε :
« Δε φανταζόμουν ότι σε μια πόλη τόσο προηγμένη όσο το Μόναχο, θα μου έκαναν μια τόσο απλή ερώτηση. Nα παρακαλέσω λοιπόν τον σοφέρ μου, να απαντήσει! »
Συμπέρασμα:
Εκείνος που είναι πραγματικός γνώστης κάποιου αντικειμένου, γνωρίζει τι ξέρει και τι δεν ξέρει. Αν βρεθεί έξω από τον κύκλο της αρμοδιότητας του, είτε δε λέει τίποτα, είτε ομολογεί ότι δεν ξέρει. Ήρεμα, ακόμα και με κάποια υπερηφάνεια.
Αντίθετα από το στόμα των αδαών θα ακούσετε τα πάντα, αλλά ποτέ δεν θα ακούσετε το « δεν ξέρω! » 
Το γάλα που χύθηκε



Η ιστορία αφορά έναν διάσημο ερευνητή, ο οποίος εξιστόρησε σε έναν αρθρογράφο εφημερίδας την εμπειρία, που είχε όταν ήταν μικρό παιδί. Ουσιαστικά, ο αρθρογράφος απορούσε για το πως ο ερευνητής ήταν τόσο δημιουργικός και τι ήταν αυτό που τον έκανε, να είναι τόσο ξεχωριστός από τους άλλους. Ο ερευνητής υποστήριξε, ότι κατά την γνώμη του η δημιουργικότητά του οφείλεται, σε μια εμπειρία που είχε όταν ήταν μικρό παιδί και στο πως χειρίστηκε η μητέρα του, μια ζημιά που έκανε.
Η ιστορία έχει ως εξής:
Όταν ήταν δύο ετών, θυμάται που κάποια μέρα προσπαθούσε να βγάλει από το ψυγείο ένα μπουκάλι γάλα, όταν του γλίστρησε από τα χέρια του και έπεσε στο πάτωμα. Το γάλα χύθηκε σε όλο το πάτωμα, δημιουργώντας μια μεγάλη λίμνη από γάλα και λερώνοντας σχεδόν τα πάντα μέσα στην κουζίνα.
Όταν ήρθε η μητέρα του στην κουζίνα, δεν του έβαλε ούτε τις φωνές, ούτε νευρίασε, ούτε του έκανε κήρυγμα για να είναι πιο προσεκτικός. Αντιθέτως, του είπε:
'' Robert, τι εκπληκτικό και όμορφο χάος δημιούργησες εδώ! Σπάνια βλέπω τόσο μεγάλη λίμνη από γάλα. Λοιπόν, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Θα ήθελες να καθίσεις στο πάτωμα και να παίξεις λίγο μέσα στη λίμνη, πριν καθαρίσουμε; ''
Έτσι και έκανε. Μετά από μερικά λεπτά, η μητέρα του, του είπε:
'' Ξέρεις, Robert, όποτε γίνεται μια ζημιά, πρέπει να είσαι σε θέση να την αποκαταστήσεις μετά και να επαναφέρεις την τάξη. Οπότε λοιπόν, πως θες να καθαρίσεις το πάτωμα , που λερώθηκε με το χυμένο γάλα; Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ένα σφουγγάρι, μια πετσέτα ή μια σφουγγαρίστρα. Ποιο απ’ όλα προτιμάς; ''
Ο Robert προτίμησε να χρησιμοποιήσουν το σφουγγάρι, για να καθαρίσουν το χυμένο γάλα και έτσι καθάρισαν μαζί με την μητέρα του, το χάος που είχε δημιουργηθεί. Αφού καθάρισαν, η μητέρα είπε:
'' Ξέρεις, εδώ έχουμε μια αποτυχημένη πρακτική, για το πως μπορείς να μεταφέρεις ένα μεγάλο μπουκάλι γάλα με δύο μικρά χεράκια. Ας πάμε στην αυλή, να γεμίσουμε το μπουκάλι με νερό και να δούμε, αν μπορείς να βρεις έναν τρόπο να μεταφέρεις το μπουκάλι, χωρίς αυτό να πέσει.
Το μικρό αγόρι ανακάλυψε, ότι αν πιάσει και με τα δύο χέρια σφιχτά το χερούλι του μπουκαλιού, μπορεί να το μεταφέρει χωρίς να του πέσει. Τι εκπληκτικό μάθημα!
Ο φημισμένος ερευνητής είπε, ότι από εκείνη την ημέρα που πήρε αυτό το μάθημα, σταμάτησε να φοβάται να κάνει λάθη. Αντιθέτως έμαθε, ότι με το να κάνει λάθη, είναι μια εκπληκτική ευκαιρία, να μαθαίνει κάτι καινούργιο. Εξάλλου αυτή είναι και η έννοια της έρευνας.
Εκπληκτικό μάθημα για το μικρό αγόρι και βέβαια εκπληκτική η μητέρα, η οποία είχε την υπομονή αλλά και τις ηγετικές ικανότητες να αναγνωρίσει, ότι το συμβάν αυτό ήταν μια ευκαιρία, για να διδάξει κάτι καινούργιο στο μικρό αγόρι.
- Οι ατέλειες είναι σημαντικές. Όπως και τα λάθη. 

- Γίνεσαι καλύτερος μόνο μέσα από τα λάθη και γίνεσαι πιο αληθινός μόνο μέσα από τις ατέλειες
- Δεν υπάρχουν λάθη ή αποτυχίες, μόνο μαθήματα.
- Όποιος δεν έκανε ποτέ λάθος, δεν έχει δοκιμάσει ποτέ κάτι καινούριο.
- Μια ζωή που αναλώθηκε σε λάθη, είναι πολύ πιο αξιέπαινη και πολύ πιο χρήσιμη από μια ζωή που αναλώθηκε, μη κάνοντας τίποτα.
- Να μαθαίνεις από τα λάθη των άλλων. Δεν μπορείς να ζήσεις τόσο πολύ, ώστε να τα κάνεις όλα μόνος σου.
- Μη βρίσκεις λάθη, να βρίσκεις λύσεις.
- Το μεγαλύτερο λάθος, που μπορείς να κάνεις στη ζωή σου, είναι να φοβάσαι συνεχώς, ότι θα κάνεις λάθος.