Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019

Για ποιο λόγο να διαβάσει κάποιος Φιλοσοφία



1. Ο πρώτος λόγος για να διαβάσει κάποιος Φιλοσοφία είναι ότι δεν είναι μία, είναι πολλές. Κατά συνέπεια, δεν μπορείς να την απορρίψεις γενικά (δεν μου αρέσει η φιλοσοφία…), αλλά μπορείς να διαλέξεις αυτή που σου ταιριάζει. Η ποικιλία είναι τεράστια. Από τον άκρατο ηδονισμό της Κυρηναϊκής σχολής ως τον ασκητικό Κυνισμό μεσολαβεί ένα ευρύ φάσμα φιλοσοφικών Σχολών και φιλοσόφων, πανέτοιμων να σου χαρίσουν το οπλοστάσιο της σοφίας τους. Η φιλοσοφία αυτών των Σχολών δεν αλλάζει κάθε τρεις και λίγο, όπως η επιστήμη, ούτε βασίζεται στην πίστη, όπως η θρησκεία. Επίσης, δεν μαλώνουν μεταξύ τους (φυσικά υπάρχουν γόνιμες φιλοσοφικές διαμάχες), αλλά τουλάχιστον δεν προκαλούν σταυροφορίες και πολέμους. Οι φιλόσοφοι σέβονται τις διαφορετικές απόψεις και ενίοτε τις διακωμωδούν και τις χλευάζουν.

2. Η φιλοσοφία είναι τρόπος ζωής, σε βοηθάει να ζεις καλύτερα. Οι πρακτικές φιλοσοφίες έχουν δοκιμαστεί στο παρελθόν και οι εμπειρίες των φιλοσόφων έχουν καταγραφεί. Γιατί να ξεκινάς από την αρχή; Η φιλοσοφία ασχολήθηκε με την ευτυχία από τον 5ο π.Χ. αιώνα. Επικουρισμός, Κυνισμός, Στωικισμός, αλλά και φιλόσοφοι, όπως ο Αριστοτέλης και ο Δημόκριτος, στοχάστηκαν πάνω στο νόημα της ζωής, δείχνοντάς μας τον δρόμο. Ο Στωικισμός έχει παγκοσμίως χιλιάδες οπαδούς σήμερα.

3. Φιλοσοφία σημαίνει Λογική. Ο φιλόσοφος πρέπει πάντα να μπορεί να αποδείξει τον συλλογισμό του, να προσφέρει επιχειρήματα. Η Λογική, ως κλάδος της Φιλοσοφίας, είχε τεράστια επιρροή στη Δυτική σκέψη. Από το βέλος του Ζήνωνα ως τον Ρινόκερο του Wittgenstein οι φιλόσοφοι είχαν να λύσουν προβλήματα με τη βοήθεια της λογικής. Υπάρχει ένας ρινόκερος στην αίθουσα; Αυτό το πρόβλημα έθετε ο Bertrand Russell στον μαθητή του, Ludwig Wittgenstein, ο οποίος αρνιόταν να παραδεχτεί ότι δεν υπήρχε. Ο Russell αστειευόμενος έψαχνε κάτω από τα έδρανα. Αλλά ο Wittgenstein δεν ήθελε να στηριχθεί στα εμπειρικά δεδομένα. Ο φιλόσοφος βασίζεται πρωτίστως στη λογική απόδειξη.

4. Οι φιλόσοφοι ήταν αστείοι. Τουλάχιστον οι αρχαίοι. Είχαν αίσθηση του χιούμορ, που ήταν δείγμα της ευφυΐας τους. Ήταν είρωνες και ετοιμόλογοι, σάρκαζαν εαυτούς και αντιπάλους. Η φιλοσοφία είναι διανθισμένη με ιστορίες και ευφυολογήματα, που αποτυπώνουν τη μεταξύ τους σχέση. Ο Διογένης ο Κυνικός δεν έχανε ευκαιρία να ειρωνεύεται τον Πλάτωνα. Όταν λοιπόν ο Πλάτων έδωσε τον γνωστό ορισμό του ανθρώπου ως «δίποδου ζώου χωρίς φτερά» («Ἄνθρωπός ἐστι ζῷον δίπουν ἄπτερον») ο Διογένης μάδησε έναν πετεινό και τον παρουσίασε στην αγορά φωνάζοντας: «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνα». Ο Πλάτων τότε αναγκάστηκε να προσθέσει στον ορισμό «και με επίπεδα νύχια» («πλατώνυχον»). Η φιλοσοφία βρίθει από τέτοιες ιστορίες.

5. Η γλώσσα της φιλοσοφίας επίσης δεν είναι μία. Μπορείς να τη διαβάσεις σε μορφή ποίησης (Εμπεδοκλής), αποφθεγμάτων (Ηράκλειτος), μύθων (Πλάτωνας), επιστημονικής διατριβής (Αριστοτέλης), ημερολογίου (Μάρκος Αυρήλιος). Ο κατάλογος είναι ατελείωτος.

5+1 Γιατί ζούμε; Για τον Σωκράτη μια ζωή που δεν εξετάζεται, δεν αξίζει να τη ζει κανένας άνθρωπος (ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ). Ζούμε μόνο μια φορά. Η ζωή μας έχει την αξία, που εμείς θα της δώσουμε. Αυτός είναι ο σπουδαιότερος λόγος, για να μελετήσουμε φιλοσοφία.

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

Ο Γλάρος και ο Ερχομός του Φωτός



Όταν το Μεγάλο Πνεύμα έφτιαξε όλα τα πράγματα, έδωσε στους Πρώτους Ανθρώπους δώρα, κλεισμένα σε σκαλισμένα κουτιά από κέδρο. Οι Πρώτοι Άνθρωποι ήταν τα ζώα, τα πλάσματα που υπήρχαν πριν από εμάς.
Σε ένα κουτί υπήρχε το νερό. Και όταν το κουτί ανοίχτηκε, όλο το νερό βγήκε έξω και ανέβηκε στον ουρανό. Έτσι έγιναν τα σύννεφα. Μετά, έπεσε σαν βροχή από τον ουρανό και σχημάτισε τα ποτάμια, που χύθηκαν στα μεγάλα κοιλώματα και έγινε η θάλασσα.
Σε ένα άλλο κουτί, ήταν όλα τα βουνά. Τοποθετήθηκαν εκεί που στέκονται ακόμα, μέχρι σήμερα. Σε άλλα δύο κουτιά, ήταν όλοι οι σπόροι των φυτών και ο άνεμος, που φύσηξε και τους σκόρπισε στις τέσσερις γωνιές του κόσμου…
Όλοι οι Πρώτοι Άνθρωποι άνοιξαν τα κουτιά τους, εκτός από το Γλάρο. Στο κουτί του Γλάρου ήταν όλο το φως του κόσμου. Όμως, ο Γλάρος, κράταγε σφιχτά επάνω του το κουτί, χωρίς να το ανοίγει. Έτσι, τον πρώτο καιρό, στον κόσμο υπήρχε μόνο σκοτάδι.
Τα ζώα άνθρωποι ζητούσαν από τον Γλάρο να ανοίξει το κουτί, αλλά αυτός δεν δεχόταν και κράταγε το κουτί κάτω από τη φτερούγα του, σφιχτά. Έτσι, οι Πρώτοι Άνθρωποι ζήτησαν τη βοήθεια του Κόρακα, που ήταν ξάδελφος του Γλάρου.
Και τι δεν δοκίμασε ο Κόρακας για να πείσει τον Γλάρο, να ανοίξει το κουτί με το φως του κόσμου. Τον παρακάλεσε, τον κολάκεψε, τον απείλησε, τίποτα! Σκέφτηκε τότε ο Κόρακας, νευριασμένος: 
« Ο Γλάρος κάνει κακό σε όλους τους Ανθρώπους. Του αξίζει να του μπει ένα αγκάθι στο πόδι »
Ότι σκεφτότανε ο Κόρακας, γινόταν πραγματικότητα. Έτσι, ο Γλάρος ξαφνικά άρχισε να σκούζει από πόνο: «Το πόδι μου, το πόδι μου, κάτι τρύπησε το πόδι μου!..»
Ο Κόρακας προσφέρθηκε να βοηθήσει, σαν να μην ήξερε τι είχε συμβεί. Έσκυψε, λοιπόν, είδε το αγκάθι, αλλά αντί να το τραβήξει έξω το έσπρωξε ακόμα πιο μέσα!
« Ωχ, Γλάρε μου, με συγχωρείς. Δεν βλέπω τι κάνω. Μακάρι να υπήρχε φως, έστω και λίγο. Θα έβλεπα τι είναι αυτό που σε πονάει και οπωσδήποτε κάτι θα έκανα. »
Τότε, ο Γλάρος άνοιξε λίγο το καπάκι και άφησε να βγει λίγο φως από το κουτί. Ξέφυγαν πολλά μόρια φωτός, ξεχύθηκαν στον ουρανό και ο Κόρακας ήταν ο πρώτος, που είδε τα Αστέρια. Και ήταν πολύ όμορφα.
Έσκυψε ξανά ο Κόρακας κοντά στο πόδι του Γλάρου και έσπρωξε ακόμα πιο μέσα το αγκάθι. Ο Γλάρος έβγαλε δυνατή κραυγή από τον πόνο κλαίγοντας.
« Με συγχωρείς, δεν υπάρχει αρκετό φως. Άνοιξε ακόμα λίγο το κουτί! » είπε ο Κόρακας.
Ο Γλάρος σήκωσε λίγο ακόμα το καπάκι, έτσι ώστε να βγει ένα αμυδρό φως, το οποίο υψώθηκε στον ουρανό. Ο Κόρακας ήταν ο πρώτος που είδε το Φεγγάρι. Και ήταν πολύ όμορφο…
Ο Κόρακας έσκυψε ξανά και έσπρωξε πιο βαθιά το αγκάθι μέσα στο πόδι του Γλάρου. Ο Γλάρος έβγαλε μια δυνατή κραυγή, άνοιξε και τα δύο φτερά του και το κουτί έπεσε κάτω. Το καπάκι άνοιξε και μέσα από το κουτί βγήκε μια τεράστια μπάλα από φωτιά, η οποία τινάχτηκε ψηλά στον ουρανό. Ο Κόρακας δεν μπορούσε να κοιτάξει αυτό το τόσο δυνατό φως, δεν μπορούσε να κοιτάξει …τον Ήλιο! Μπόρεσε όμως να δει καθαρά και να βγάλει το αγκάθι από το πόδι του Γλάρου. 
»
Ο Γλάρος τότε κατάλαβε ότι η απροθυμία του να δώσει αυτό που κατείχε, του έφερνε πόνο. Μόνο όταν δίνεις χωρίς ενδοιασμούς, φεύγει ο πόνος και ανοίγει ο δρόμος για την ελευθερία.
Αν πας ποτέ στα μέρη που ζει ο Γλάρος, θα δεις ότι μερικές φορές το πουλί σηκώνει το ένα του πόδι και στέκεται στο άλλο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι ο πόνος από το αγκάθι δεν έχει ξεχαστεί…

Ο Ιερέας που πήδηξε μέσα σε ένα πηγάδι



Μια φορά κι έναν καιρό ένας ινδουιστής δάσκαλος απίστευτα δογματικός, εφάρμοζε αυστηρή πειθαρχία στη διδασκαλία του και απαιτούσε τυφλή υπακοή από τους μαθητές του.
Όντας αδαής, δεν του άρεσε να αμφισβητούν τις πεποιθήσεις και τις διδαχές του. Ειδικότερα, αντιπαθούσε τους ευφυείς μαθητές, επειδή τα αναπόδεικτα δόγματά του έλιωναν σαν βούτυρο μπροστά στις φλόγες των φωτεινών μυαλών τους. Επειδή οι ευφυείς μαθητές μπορούσαν να δουν μέσα από την φανερά κενή ψυχή του, τους αποκαλούσε 

'' άπιστους.''
Παρ’ όλα αυτά, ο αδαής ιερέας ήταν μια προσωπικότητα αρκετά μαγνητική, ώστε να προσελκύσει μια ομάδα παρόμοιων αγράμματων ανθρώπων και άλλων σκληροπυρηνικών θρησκόληπτων, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να λιθοβολήσουν οποιονδήποτε εξέφραζε κάποια σοφή άποψη, ώστε να τον κάνουν να σιωπήσει. Σιγά-σιγά ο ιερέας βρέθηκε να είναι ο υπερήφανος ηγέτης μιας ομάδας ανόητων, που δεν έκαναν τίποτε άλλο, από το να συμφωνούν μαζί του.
Μια ημέρα, οι μαθητές του τον ρώτησαν: 

'' Τιμημένε δάσκαλε, μπορείς σε παρακαλούμε να μας δείξεις τον αληθινό δρόμο της προσευχής και της απόλυτα σωστής μεθόδου επικοινωνίας με τον Θεό;''
Ο ιερέας σίγουρος πως δεν θα αντιμετώπιζε αμφισβητήσεις από τους ακολούθους του, απάντησε: 

'' Αγαπημένα μου παιδιά, αυτό είναι εύκολο. Θα σας μάθω πώς να προσεύχεστε και να επικοινωνείτε με τον Θεό, φτάνει να κάνετε ακριβώς ότι κι εγώ.''
Οι μαθητές απάντησαν με μια φωνή:  

'' Σου υποσχόμαστε πως θα κάνουμε ακριβώς ότι κι εσύ μέχρι να πεθάνουμε, φτάνει να μας διδάξεις. ''
Ο ιερέας ένευσε και είπε: 
'' Εντάξει παιδιά μου. Ακολουθήστε με στον ναό και καθίστε γύρω μου. Έπειτα να κάνετε ότι θα κάνω κι εγώ.'' 
Ο ιερέας κάθισε σε ένα μαξιλάρι στο μέσον του ναού, το οποίο φωτιζόταν μόνο από τον πρωινό ήλιο. Οι δογματικοί μαθητές κάθισαν γύρω του με αφοσίωση, έτοιμοι να κάνουν, ότι θα έκανε ο δάσκαλός τους.
Ο ιερέας ανακάθισε και είπε: 
''Καθίστε με την πλάτη ίσια. '' 
Οι διακόσιοι μαθητές φώναξαν: 
'' Καθίστε με την πλάτη ίσια. '' 
Ο ιερέας, βλέποντας αυτήν την επίδειξη ανοησίας κοίταξε γύρω του και οι μαθητές βλέποντάς τον να το κάνει αυτό, κοίταξαν κι εκείνοι τριγύρω. Απογοητευμένος ο ιερέας έκλεισε τα μάτια του και προσευχήθηκε. 
'' Ω, Πνεύμα, καλοκάγαθε Κύριε.'' 
Όλοι οι μαθητές έκλεισαν τα μάτια και φώναξαν με μια φωνή: 
'' Ω, Πνεύμα, καλοκάγαθε Κύριε. ''
Ο ιερέας αναφώνησε: 
'' Καλοκάγαθε Κύριε του Σύμπαντος, ευλόγησέ μας με την γνώση, που θα μας κάνει να σε υπακούμε. '' 
Οι μαθητές, με μεγάλη αφοσίωση, επανέλαβαν τα λόγια που είπε ο ιερέας. Εκείνος, νιώθοντας ένα ρεύμα αέρα που ερχόταν από το ανοιχτό παράθυρο, αισθάνθηκε ένα γαργάλημα στον λαιμό του. Πριν συνεχίσει την προσευχή του, έβηξε. Όλοι οι μαθητές έβηξαν επίσης. Ο ιερέας είχε μείνει εμβρόντητος από την συμπεριφορά των μαθητών του, που ήταν αποτέλεσμα της εκπαίδευσής τους.
Καθώς έβηξε ξανά και φταρνίστηκε, όλοι οι μαθητές έβηξαν και φταρνίστηκαν επίσης. Ο δάσκαλος, έξαλλος από θυμό φώναξε:
'' Σκάστε ηλίθιοι! Μην βήχετε και μην με μιμείστε! '' 
Οι μαθητές φώναξαν όλοι μαζί:
'' Σκάστε ηλίθιοι! Μην βήχετε και μεν με μιμείστε! ''
Ο ιερέας μαινόμενος, σηκώθηκε όρθιος και ούρλιαξε: 

'' Αυτή η ανοησία πρέπει να σταματήσει. ''
Τα διακόσια αποτελέσματα της δικής του εκπαίδευσης σηκώθηκαν και φώναξαν:
'' Αυτή η ανοησία πρέπει να σταματήσει. ''
Ο ιερέας, τώρα πια εκτός εαυτού, ξεχνώντας την αξιοπρέπεια της θέσης του, χαστούκισε δυνατά έναν μαθητή. Οι διακόσιοι ακόλουθοί του, ακολουθώντας την κίνησή του, άρχισαν να χαστουκίζουν ο ένας τον άλλον, αλλά και τον δάσκαλο, μέχρι που τα μάγουλά τους έγιναν κόκκινα της φωτιάς.
Ο ιερέας, τρελός από θυμό και με το πρόσωπό του κόκκινο από τα χαστούκια, βγήκε τρέχοντας από τον ναό φωνάζοντας:

'' Νερό, νερό! '' 
Οι μαθητές τον ακολούθησαν φωνάζοντας κι αυτοί: '' Νερό, νερό! '', εξακολουθώντας να χαστουκίζονται.
Ο δάσκαλος, μην βρίσκοντας άλλον τρόπο να ξεφύγει, πήδηξε μέσα στο πηγάδι, για να ανακουφίσει τα μάγουλά του, που έκαιγαν. Ξέρετε τι ακολούθησε. Οι διακόσιοι πιστοί μαθητές πήδηξαν μέσα στο πηγάδι πάνω στον δάσκαλο και πνίγηκαν όλοι.
Η ιστορία αυτή έχει διπλό μήνυμα. 

Πρώτον, δείχνει γιατί οι φανατικοί θρησκόληπτοι, οι οποίοι ακολουθούν αναπόδεικτες πεποιθήσεις, τελικά θα πνιγούν όλοι μαζί στον ίδιο λάκκο άγνοιας, όπως οι τυφλοί, που ακολουθούν έναν άλλον τυφλό. Οι μαθητές δεν πρέπει να προσκολλώνται σε αδαείς πνευματικούς δασκάλους, επειδή θα τραβούν ο ένας τον άλλον στο πηγάδι της άγνοιας.
Το δεύτερο μήνυμα έχει σχέση με την επιρροή του ασυνείδητού μας, το οποίο μπορεί να μας βασανίζει με κακές συνήθειες.
Ξέρετε πως οι ασυνείδητες συνήθειές μας είναι σαν ορδές νεαρών ανόητων, οι οποίοι μιμούνται τον ιερέα των λανθασμένων κρίσεών μας; Αν ενεργήσουμε λανθασμένα, το υποσυνείδητό μας μιμείται την λανθασμένη ενέργεια, που έκανε ο συνειδητός νους μας και την επαναλαμβάνει, μέχρι αυτή η λανθασμένη ενέργεια να γίνει κακή συνήθεια. Το υποσυνείδητό μας είναι ο τυφλός μίμος του συνειδητού νου μας. Αν ο συνειδητός νους  γίνει δογματικός και παράλογος, όπως ο ιερέας της ιστορίας, τότε το υποσυνείδητό μας θα κάνει το ίδιο. Ένα δογματικό υποσυνείδητο ενισχύει το δόγμα του συνειδητού νου.
Αν ο ιερέας της ιστορίας ήταν σοφός, δεν θα είχε προσελκύσει αδαείς μίμους μαθητές και δεν θα είχε πεθάνει. Ένας σοφός συνειδητός νους χτίζει ένα σοφό υποσυνείδητο. Το σοφό υποσυνείδητο με την σειρά του, ενισχύει τον ήδη σοφό συνειδητό νου.
Η παραπάνω ιστορία δείχνει πως πρέπει να είμαστε συνεχώς σε επαγρύπνηση, όσον αφορά το πώς εκπαιδεύουμε τον συνειδητό νου μας. Οι καλές συνήθειες εξασφαλίζουν την εύκολη απόδοση των καλών ενεργειών, ενώ οι κακές συνήθειες μας αναγκάζουν να κάνουμε κακό παρά την θέλησή μας. Γι’ αυτό ας είμαστε προσεκτικοί, τι θα επιλέξουμε να κάνουμε συνειδητά, προσέχοντας μήπως δημιουργήσουμε κακές συνήθειες, μέσω της δύναμης του υποσυνείδητού μας.
Πλούτος, Ευτυχία και Αγάπη



Μια φορά και ένα καιρό μια γυναίκα φρόντιζε τον κήπο του σπιτιού της, όταν ξαφνικά βλέπει τρεις γέροντες, φορτωμένους με τις εμπειρίες της ζωής, να την πλησιάζουν στην είσοδο του σπιτιού. Παρ’ όλο που δεν τους γνώριζε, τους είπε:
-Δεν σας γνωρίζω, όμως πρέπει να πεινάτε. Περάστε, αν θέλετε, να φάτε κάτι.
Αυτοί την ρωτάνε: 

– Ο άντρας σου είναι στο σπίτι;
– Όχι, δεν είναι εδώ, απάντησε εκείνη.
– Τότε δεν μπορούμε να έρθουμε, της λένε οι γέροντες.
Όταν επιστρέφει ο σύζυγος, η γυναίκα του περιγράφει το περιστατικό.
– Ας έρθουν τώρα που επέστρεψα!
Η γυναίκα βγαίνει έξω να προσκαλέσει ξανά τους γέροντες στο τραπέζι, μιας και ήταν ακόμη εκεί.
– Δεν μπορούμε να έρθουμε όλοι μαζί, της λένε οι τρεις γέροντες
Η γυναίκα, έκπληκτη, τους ρωτά γιατί !
Ο πρώτος, λοιπόν, από τους τρεις της εξηγεί ξεκινώντας να της συστήνεται:
Είμαι ο Πλούτος, της λέει.
Της συστήνει, μετά, τον δεύτερο που είναι η Ευτυχία.
Και, τέλος, τον τρίτο που είναι η Αγάπη.
Τώρα, της λένε, πήγαινε στον άντρα σου και διαλέξτε, ποιος από τους τρεις μας θα έρθει να φάει μαζί σας.
Η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι και διηγείται στον άντρα της, αυτά που της είπαν οι γέροντες.
Ο άντρας ενθουσιάζεται και λέει:
-Τι τυχεροί που είμαστε! Να έρθει ο Πλούτος! Έτσι θα έχουμε, όλα όσα επιθυμούμε!
Η σύζυγός του όμως δε συμφωνούσε:
-Και γιατί να μην έχουμε τη χαρά της Ευτυχίας;
Η κόρη τους που άκουγε από μια γωνιά, τότε τους λέει:
-Δε θα’ ταν καλύτερα να καλούσαμε την Αγάπη; Το σπίτι μας θα είναι πάντα γεμάτο αγάπη!
-Ας ακούσουμε αυτό που λέει η κόρη μας, λέει ο σύζυγος στη γυναίκα του.
-Πήγαινε έξω και πες στην Αγάπη, να περάσει στο σπιτικό μας.
Η γυναίκα βγαίνει έξω και ρωτά:
-Ποιος από εσάς είναι η Αγάπη; Ας έρθει να δειπνήσει μαζί μας.
Η Αγάπη τότε ξεκινά να προχωρά προς το σπίτι και οι δύο άλλοι να  ακολουθούν!
Έκπληκτη η γυναίκα, ρωτά τον Πλούτο και την Ευτυχία:
-Εγώ κάλεσα μόνο την Αγάπη. Γιατί έρχεστε κι εσείς;
Και απαντούν κι οι τρεις γέροντες μαζί:
– Αν είχες καλέσει τον Πλούτο ή την Ευτυχία, οι άλλοι δύο θα έμεναν απέξω. Τώρα όμως που κάλεσες την Αγάπη, όπου πάει η Αγάπη, πάμε κι εμείς μαζί της!
Ο σκύλος και η λεοπάρδαλη




Ενώ ένας σκύλος περιφέρεται στη ζούγκλα, βλέπει μια λεοπάρδαλη να κατευθύνεται προς το μέρος του, φανερά πεινασμένη.
'' Ωχ μπλέξαμε! '', σκέφτεται ο σκύλος.
Τότε βλέπει κάτι κόκαλα και αρχίζει να τα ροκανίζει, με την πλάτη γυρισμένη στην λεοπάρδαλη. Ενώ εκείνη είναι έτοιμη να του χιμήξει, ο σκύλος λέει:
– Μμμμ… Πολύ νόστιμη αυτή η λεοπάρδαλη. Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν άλλες εδώ τριγύρω.
Η λεοπάρδαλη παγώνει και εξαφανίζεται πίσω από κάτι δέντρα.
'' Λίγο έλειψε να την πατήσω, '' σκέφτεται, '' αυτός ο σκύλος θα μ’ έτρωγε. ''
Ένας πίθηκος, παρακολουθώντας όλο το σκηνικό από ένα δέντρο, σκέφτεται ότι μπορεί να εξασφαλίσει την εύνοια της λεοπάρδαλης και να γλιτώσει το τομάρι του, εξηγώντας της αυτό που είχε συμβεί. Πάει προς το μέρος της και εξηγεί τα πάντα. Η λεοπάρδαλη, έξαλλη για την κοροϊδία, λέει στον πίθηκο:
– Έλα, πίθηκε. Ανέβα στη ράχη μου, να δεις από κοντά, τι πρόκειται να πάθει ο σκύλος!!
Ο σκύλος βλέπει τη λεοπάρδαλη να έρχεται προς το μέρος του με τον πίθηκο καβάλα.
'' Τι θα κάνω τώρα; '' σκέφτεται.
Κάθεται, λοιπόν, με την πλάτη γυρισμένη στους δυο. Όταν η λεοπάρδαλη και ο πίθηκος έχουν πλησιάσει αρκετά, ο σκύλος μουρμουράει:
– Που είναι αυτός ο τεμπελχανάς πίθηκος; Ποτέ δεν μπορώ να τον εμπιστευτώ! Τον έστειλα πριν από μισή ώρα, να μου φέρει άλλη μια λεοπάρδαλη κι ακόμα να φανεί !
Οι τρεις γυναίκες και η Ευτυχία




Ταξίδευαν τρεις γυναίκες και ξαφνικά βλέπουν μες στο δρόμο ένα μεγάλο λάκκο και ανακαλύπτουν, πως μέσα βρίσκεται παγιδευμένη η Ευτυχία.
Τότε η πρώτη γυναίκα λέει:
– Ευτυχία, θέλω να με κάνεις όμορφη.
Αμέσως, μεταμορφώθηκε σε μια καλλονή κι ευτυχισμένη έφυγε.
Η δεύτερη γυναίκα ζήτησε:
– Ευτυχία, θέλω να με κάνεις πλούσια.
Αμέσως, εμφανίσθηκε μπροστά της ένα σακούλι γεμάτο χρυσαφικά και διαμάντια, η γυναίκα το αρπάζει κι ευτυχισμένη φεύγει.
Μόνο η τρίτη γυναίκα δεν έλεγε τίποτα και τότε η Ευτυχία της είπε μέσα από τον λάκκο:
– Πες μου κι εσύ τι θέλεις να σου δώσω;
Και τότε η γυναίκα έσκυψε, άπλωσε το χέρι της και είπε:
- Δώσε μου το χέρι σου κι έβγαλε την Ευτυχία από το λάκκο.
Μετά συνέχισε το δρόμο της…..
Η Ευτυχία χαμογέλασε και την ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ!!!
Τα λασπόνερα και το μυαλό μας



Μια φορά κι ένα καιρό ένας σοφός δάσκαλος περπατούσε με τους μαθητές του από μία πόλη σε μία άλλη.
Ενώ ταξίδευαν, συνάντησαν μια λίμνη στο δρόμο τους. Σταμάτησαν εκεί κοντά, για να ξεκουραστούν. Ο δάσκαλος παρακάλεσε τους μαθητές του, να του φέρουν λίγο νερό από τη λίμνη.
Ένας μαθητής σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι τη λίμνη. Όταν πλησίασε, είδε κάποιες γυναίκες να πλένουν τα ρούχα στο νερό και ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένα κοπάδι από αγελάδες ξεκίνησε, να διασχίζει τη λίμνη.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και το πέρασμα των αγελάδων είχε ως αποτέλεσμα, να σηκωθεί λάσπη μέσα στο νερό. Ο μαθητής αναρωτήθηκε:

'' Πώς μπορώ να δώσω αυτό το λασπωμένο νερό στο δάσκαλο, για να πιει;''
Έτσι γύρισε πίσω και είπε στο δάσκαλο: 

'' Το νερό της λίμνης είναι γεμάτο λάσπη. Δεν νομίζω ότι είναι κατάλληλο, για να το πιείτε. ''
Μετά από λίγο, ο δάσκαλος ζήτησε πάλι από τον ίδιο μαθητή, να πάει πίσω στη λίμνη και να του φέρει λίγο νερό.
Ο μαθητής υπάκουα πήγε ξανά στη λίμνη. Αυτή τη φορά διαπίστωσε ότι η λάσπη είχε κατακάτσει κάτω και το νερό ήταν πια καθαρό. Έτσι, γέμισε ένα μπουκάλι με νερό και το πήγε στο δάσκαλο.
Ο δάσκαλος κοίταξε πρώτα το νερό και στη συνέχεια στράφηκε στο μαθητή και του είπε:
'' Δες πως κατάφερες να καθαρίσεις το νερό. Το άφησες στην ησυχία του, και σε λίγο η λάσπη κατακάθισε από μόνη της. Το ίδιο συμβαίνει και με το μυαλό μας. Όταν είναι θολωμένο, η λύση είναι απλή. Αρκεί να του δώσουμε λίγο χρόνο και θα ‘καθαρίσει’ από μόνο του. ''