Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

Δάσκαλος με Μαθητή


- Δείξε μου που είναι η σιγουριά σου, είπε ο Δάσκαλος.
Ο μαθητής έμεινε τελείως ακίνητος.
Ωραία σκέφτηκε ο Δάσκαλος, ξέρει ότι όλα τα δεδομένα υπάρχουν μόνο στον τόπο και στο χρόνο που βρίσκεται.
- Δείξε μου που βρίσκεται η δύναμή σου.
Ο μαθητής κάθισε κάτω σε στάση διαλογισμού.
Όμορφα σκέφτηκε ο Δάσκαλος, έχει μάθει ότι η δύναμη πηγάζει από την ένωση με το κέντρο του.
- Δείξε μου πως ξεπερνάς τους φόβους σου.
Ο μαθητής ξάπλωσε στο πάτωμα.
Πολύ καλά μονολόγησε ο Δάσκαλος, γνωρίζει ότι θανάτω θάνατον πατήσας.
- Δείξε μου πως θα απαντήσεις στις προκλήσεις που θα σου κάνουν.
Ο μαθητής σηκώθηκε όρθιος και έπεσε σε εσωτερική γαλήνη και ηρεμία.
Πανέμορφα ψιθύρισε ο Δάσκαλος, ανακάλυψε ότι ο κόσμος της εξωτερικής ταραχής διαλύεται από τον κόσμο της εσωτερικής γαλήνης. Το σκοτάδι δεν αντέχει να κοιτάζει πολύ προς το φως.
- Δείξε μου πως εκφράζεις την αγάπη σου.
Ο μαθητής βγήκε έξω, έσκυψε πάνω από ένα λουλούδι, το χάιδεψε απαλά, έσταξε πάνω του δύο δάκρυα και αφού σιωπηλά του έστειλε την ενέργειά του ξαναγύρισε στη θέση του.
Υπέροχα σκέφτηκε ο Δάσκαλος, αναγνωρίζει ότι η αγάπη δεν είναι κατοχή, αλλά αποδοχή της διαδρομής φροντίζοντας τις ανάγκες της ελευθερίας του.
- Δείξε μου που βρίσκεται η σοφία.
Ο μαθητής άνοιξε την παλάμη του, έβγαλε ένα σπόρο και τον φύτεψε στο χώμα.
Τέλεια αναφώνησε ο Δάσκαλος, ένας σπόρος που θα φυτρώσει για να μεγαλώσει περιέχει μέσα του όλη τη σοφία του κόσμου τούτου, αλλά και των συμπάντων όλων.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Στο Μοναστήρι


Κάποια μέρα ένας χωρικός χτύπησε δυνατά την πόρτα ενός μοναστηριού. Όταν ο αδελφός θυρωρός άνοιξε, εκείνος του έδωσε ένα θαυμάσιο τσαμπί σταφύλια.
- Αγαπητέ αδελφέ, αυτά είναι τα πιο ωραία σταφύλια του αμπελιού μου. Ήρθα εδώ να σου τα χαρίσω.
- Ευχαριστώ! θα τα πάω αυτά στον αβά, θα χαρεί πολύ με τέτοιο δώρο.
- Όχι! Για σένα τα έφερα.
- Για μένα; Ο αδελφός κοκκίνισε, επειδή αισθάνθηκε ότι δεν άξιζε ένα τέτοιο δώρο της φύσης.
- Ναι ! επέμενε ο χωρικός. Γιατί πάντα μου άνοιγες την πόρτα, όταν εγώ χτυπούσα. Όταν χρειαζόμουν βοήθεια, επειδή η σοδειά μου είχε καταστραφεί από την ξηρασία, εσύ μου έδινες κάθε μέρα ένα κομμάτι ψωμί κι ένα ποτήρι κρασί, θέλω αυτό το τσαμπί σταφύλια να σου φέρει λίγο από την αγάπη του ήλιου, την ομορφιά της βροχής και το θεϊκό θαύμα που το γέννησε τόσο όμορφο.
Ο αδελφός θυρωρός τοποθέτησε το τσαμπί μπροστά του κι όλο το πρωί το θαύμαζε: Ήταν πραγματικά όμορφο. Γι' αυτό αποφάσισε να παραδώσει το δώρο στον αβά, που πάντα τον ενθάρρυνε με σοφά λόγια.
Ο αβάς χάρηκε πολύ με τα σταφύλια, θυμήθηκε όμως ότι κάποιος αδελφός στο μοναστήρι είχε αρρωστήσει και σκέφτηκε: 

"Θα του δώσω το τσαμπί. Ποιος ξέρει, μπορεί να φέρει κάποια χαρά στη ζωή του".
Έτσι κι έγινε. Τα σταφύλια δεν έμειναν, όμως, πολλή ώρα στο δωμάτιο του άρρωστου αδελφού, γιατί κι εκείνος συλλογίστηκε: 

"Ο αδελφός μάγειρας μ' έχει φροντίσει τόσο καιρό, ταΐζοντας με με ότι καλύτερο. Σίγουρα θα χαρεί".
Όταν το μεσημέρι εμφανίστηκε ο αδελφός μάγειρας με το γεύμα, αυτός του έδωσε τα σταφύλια.
"Είναι για σένα", είπε ο άρρωστος αδελφός. "Επειδή πάντα βρίσκεσαι σ' επαφή με τα προϊόντα που μας προσφέρει η φύση, θα ξέρεις τι να κάνεις μ' αυτό το δημιούργημα του θεού".
Ο αδελφός μάγειρας έμεινε κατάπληκτος από την ομορφιά του τσαμπιού και σχολίασε με τον βοηθό του πόσο τέλεια ήταν τα σταφύλια. Τόσο τέλεια, που κανείς άλλος δεν θα εκτιμούσε τέτοιο θαύμα της φύσης όσο ο αδελφός σκευοφύλακας, καθώς εκείνος ήταν ο υπεύθυνος για τη φύλαξη της Αγίας Μετάληψης και πολλοί στο μοναστήρι τον θεωρούσαν σαν άγιο άνθρωπο.
Ο σκευοφύλακας με τη σειρά του χάρισε τα σταφύλια στον πιο νεαρό δόκιμο, ώστε να καταλάβει εκείνος, ότι το έργο του θεού φανερώνεται στις πιο μικρές λεπτομέρειες της δημιουργίας. Όταν ο δόκιμος τα πήρε, η καρδιά του δόξαζε τον Κύριο, επειδή δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφο τσαμπί. Την ίδια στιγμή θυμήθηκε την πρώτη φορά που είχε φτάσει στο μοναστήρι και τον άνθρωπο που του είχε ανοίξει την πόρτα - αυτή η χειρονομία του είχε επιτρέψει να βρεθεί σήμερα σ' εκείνη την κοινότητα ανθρώπων που ήξεραν να εκτιμούν τα θαύματα.
Κι έτσι, λίγο πριν νυχτώσει, έφερε το τσαμπί στον αδελφό θυρωρό.
"Να το απολαύσεις", είπε. "Γιατί εσύ περνάς τον περισσότερο χρόνο εδώ ολομόναχος. Αυτά τα σταφύλια θα σε κάνουν να χαρείς".
Ο αδελφός θυρωρός θεώρησε ότι εκείνο το δώρο προοριζόταν πραγματικά για τον ίδιο, απόλαυσε την κάθε ρόγα του τσαμπιού και κοιμήθηκε ευτυχισμένος
Ο παππούς μου



Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών. Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε «χοντρικά… λίγο πριν πεθάνω». Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το 'λεγε. Γνήσια, όχι μ’ αυτό το χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου.
Ο παππούς μου χώρισε από τη γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε γκόμενο η γιαγιά. Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον δικό τους τον τάφο.
« Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας ρουσφέτια από τους βουλευτάδες 

τους », μου είπε τότε. « Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων, γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα μόνος μου. » Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του.
Ο θεός του έδωσε υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ' ένα χωριό με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο. Το πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι του και έπαιρνε ένα υπνάκι. Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού. Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ' το κοτέτσι της κυρά Μάγδας και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε μπιρίμπα ή τάβλι.
Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων. Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με το διαζύγιό του : 

« Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει. Τα βρίσκεις και συνεχίζεις. Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το σπάσιμο. Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα διαλυθεί ». 
Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο. Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος.
Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια ήμουν εγώ. Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του σε μισή μέρα. Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές ριγέ πυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι. Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα τις δουλειές μου και ήρθα.
-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.
-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο.
Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.
-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι, η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;
-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά. Με ξέρεις εμένα τι ψαχτίρι είμαι. Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση! Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε.
Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του. Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς « θανάτω θάνατον πατήσας » και τον ζήλεψα! 

Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου…

                                                     Το καμένο τοστ

Θυμάμαι ένα συγκεκριμένο βράδυ που η μητέρα μου γύρισε στο σπίτι μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά, την ώρα του δείπνου τοποθέτησε μπροστά στον μπαμπά μου ένα πιάτο στο οποίο υπήρχε μέσα μια φέτα ψωμί με μαρμελάδα και ένα εξαιρετικά καμένο τοστ.
Εγώ περίμενα πως ο μπαμπάς μου θα της κάνει παρατήρηση για το καμένο τοστ. Εκείνος όμως το πήρε στα χέρια του και τρώγοντας το, με ρώτησε πώς ήταν η μέρα μου στο σχολείο.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την απάντηση του πατέρα μου , στην ερώτησή μου αν πραγματικά του άρεσε το καμένο τοστ.
Με αγκάλιασε και μου είπε:
« Η μαμά σου πέρασε μια πολύ δύσκολη μέρα στη δουλειά σήμερα και ήταν πολύ κουρασμένη. Και εκτός αυτού, ένα καμένο τοστ ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Τα σκληρά λόγια όμως πίκραναν πολλούς ».
Ξέρετε, η ζωή είναι γεμάτη από ατελή πράγματα και ατελείς ανθρώπους. Αυτό που έχω μάθει όλα αυτά τα χρόνια, είναι να αποδέχομαι τα λάθη των άλλων. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά κλειδιά για τη δημιουργία μιας υγιούς, αναπτυσσόμενης και μεγάλης διάρκειας σχέσης.
Η ζωή είναι πολύ σύντομη για να ξυπνάτε μετανιωμένοι. Αγαπήστε τους ανθρώπους που σας αντιμετωπίζουν σωστά και δείξτε ευσπλαχνία σε αυτούς που δεν το κάνουν.
Απολαύστε τη ζωή σας τώρα. Έχει ημερομηνία λήξης.

 Στην ζωή παίρνουμε μόνο αυτό που ψάχνουμε…

Αν ρωτούσες μια μύγα, αν έχει δει κανένα λουλούδι στα μέρη που συχνάζει, θα απαντούσε ως εξής: 

“Δεν έχω δει κανένα λουλούδι. Αλλά από την άλλη δεν υπάρχουν και πολλά ωραία πράγματα στον βούρκο.”
Το περισσότερο που μπορείτε να ακούσετε από την μύγα είναι ιστορίες σκουπιδιών, αφού έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής, ψάχνοντας μέσα στα σκουπίδια.
Αν, όμως, ρωτήσετε μια μέλισσα αν έχει δει καθόλου βρωμιά στο περιβάλλον της, θα απαντούσε το εξής: “Βρωμιά; Όχι δεν έχω δει καθόλου βρωμιά πουθενά. Το μόνο που έχω δει εδώ τριγύρω είναι όμορφα αρώματα λουλουδιών.”
Πάντα θα υπάρχουν εκείνοι, που μόλις μπαίνουν σε ένα λιβάδι που ανθίζει, θα βρουν το πιο απαίσιο μέρος και θα καθίσουν να κολυμπούν στον βούρκο για πάντα. Αλλά, υπάρχουν και αυτοί που θα ψάξουν για μια μικρή όμορφη γωνία, ακόμα και μέσα σε έναν βούρκο, και θα περάσουν τον χρόνο τους στην πνευματική τροφή, που τους προσφέρει το μέρος.

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Ποντιακές συμβουλές για την οικονομία


 

Ποντιακές συμβουλές για την οικονομία

 



http://www.tovima.gr/themes/1/default/media/home/clear.gif  http://www.tovima.gr/themes/1/default/media/home/clear.gif

Από την παραγωγική μνήμη στην οικονομική κρίση.

Είναι γνωστό το οικονομικό θαύμα, που δημιούργησε η ποντιακή αστική τάξη στην Τραπεζούντα, ιδιαίτερα μετά τις μεταρρυθμίσεις του Χάτι Χουμαγιούν. ( 1856).
Το εμπόριο και οι επιχειρήσεις, όπως και το τραπεζικό σύστημα,πέρασαν στα χέρια των Ελλήνων του Πόντου.
Το οικονομικό αυτό θαύμα ήταν αποτέλεσμα ενός αρχέγονου καταπληκτικού πολιτισμού, που προκαθόριζε τις οικονομικές και παραγωγικές συμπεριφορές σε όλα τα επίπεδα.
Μια πρόχειρη προσέγγιση στις παραδοσιακές αρχές και αξίες της οικονομικής αντίληψης μπορεί να αιτιολογήσει την οικονομική ευρωστία των κατά τα άλλα κατακτημένων ρωμιών.
Ας δούμε προσεκτικά, ποιες ήταν αυτές οι  αρχές, που συνέβαλαν στην οικονομική καταξίωση των Ελλήνων. του Πόντου:
Στην κοινωνική ιεραρχία πρώτιστη θέση κατείχε ο εργατικός, o  παραγωγικός και όχι αυτός, που είχε πολιτικά και διοικητικά αξιώματα, δηλαδή αυτός, που μπορούσε να διατάζει.
Δωσ’  με το καματερόν κ’ έπαρ’ το διαταγωγόν.
Δηλαδή δώστε με το δουλευτιάρη και πάρτε τον πολιτικάντη.
Το παραπάνω ποντιακό γνωμικό, αν ίσχυε στο ελάχιστο στη μεταπολιτευτική διαχείριση, δε θα έφτανε η χώρα στην παραγωγική ερημιά.
Σε ό,τι αφορά στη λογική  και στην αντίληψη για το χρέος, η ποντιακή σοφία είναι πολύ διδακτική με πολυάριθμα μνημεία λόγου. Αναφέρω ενδεικτικά κάποια από αυτά:
Δανεικά, πη ‘τρώει, ας σην κεντίν ατ’ τρώει. ( Όποιος ζει από τα δανεικά τρώει υποθηκεύει την ίδια του την ύπαρξη.)
Άραγε αυτή τη θεμελιακή αρχή δεν τη γνώριζαν οι αμερικανοτραφείς κυβερνήτες μας;
Για το σαθρό υπόβαθρο της ελληνικής οικονομίας, που αντί να αναπτύξει τον παραγωγικό ιστό: πρωτογενή ,δευτερογενή τομέα ,μεταποίηση, εξαγωγές κ.τ.λ.  το ελληνικό ΄΄ Θαύμα ΄΄ στηρίχθηκε μόνο στο δανεισμό, κάτι, που αποτελούσε ανάθεμα, όπως μας καταθέτει ο σοφός επενδυτής του Πόντου:  Δώσ’ με βίον, ας δίγω ‘σε παράδας ( Δώσε μου περιουσιακά σου στοιχεία , να σου δώσω χρήματα ) . Τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποδομές αποτελούσαν την οικονομική προτεραιότητα στην ποντιακή εμπειρία.
Προϋπόθεση της όποιας  οικονομικής ευρωστίας ήταν πάντοτε η αυστηρή οικονομία και όχι η εκτεταμένη σπατάλη, που παρατηρήθηκε στο μεταπολιτευτικό ελληνικό κράτος.
Το ποντιακό ρητό :  εκείνος πη’ θέλ’ να πλουτίζ’, σύρ’ την εφτωχίαν!  είναι συνοπτικά η αρχή της χρηστής διαχείρισης. ( Εκείνος που θέλει να πλουτίσει , αντέχει ( ανέχεται ) και τη φτώχεια. )
Η οικονομική και παραγωγική αυτάρκεια των Ελλήνων λειτούργησε ως κυρίαρχο μέσο αντίστασης κατά του οθωμανικού σοβινισμού και περιχαράκωσε στους αιώνες την ρωμαίικη περηφάνια και απεξάρτησή της από τις αλλοτριωτικές δομές εξουσίας των Τούρκων.
Η  λιτότητα γίνονταν μέσο ευτυχίας και χαράς, όταν αυτό απαιτούσαν οι περιστάσεις: Άναλον μαλέζ κι ειρηνεμένον βίον. ( Ανάλατη αλευρόσουπα ( φάε ) και ήρεμη  ζωή ( ζήσε). ) Ο υπερκαταναλωτισμός ήταν άγνωστη και κατακριτέα συμπεριφορά.
Η λαϊκή  παρότρυνση  Ολίγον φά και παράδας ποίσον, ( λίγο φάε και χρήματα να κάνεις ) εμπεριέχει το αιώνιο όραμα του Ρωμιού για προκοπή και ευημερία.
Η έννοια της αποταμίευσης χαρακτηρίζει λαούς με προνοητικότητα και δημιουργικότητα.
Οι Ρωμιοί είχαν συναίσθηση της παραγωγικής τους υπεροχής, αφού έλεγχαν, με τα μεταλλεία μόνο, το σύνολο του παραγόμενου ορυκτού πλούτου της αυτοκρατορίας.
Γι' αυτό έλεγαν το γνωστό: Δουλεύ ο Γιάννον και τρώει ο Οσμάνον. ( Δουλεύει ο Χριστιανός και τρώει ο Μουσουλμάνος ).
Το πιο σημαντικό στοιχείο της οικονομικής αντίληψης ήταν η μεγάλη αποστροφή για το χρέος, το δανεισμό.
Θεωρούσαν το χρεοφειλέτη κοινωνικά αποτυχημένο χωρίς κύρος και αξιοπρέπεια: Πεινασμένος στέκω και ‘ς σο δάνος ισ’ ‘κ’ έρχουμαι. ( Πεινασμένος προτιμώ να σταθώ παρά να έρθω να σου ζητήσω δανεικά. )
Στον αντίποδα αυτής της αρχής κινήθηκε η οικονομική βαρβαρότητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, που εξώθησε τους λαούς στην κατανάλωση, τον υπερδανεισμό, τη χρεοκοπία.
Θα μπορούσε δηλαδή σήμερα η λαϊκή εμπειρία και γνώση  της οικονομίας να απαντήσει πειστικά στα αδιέξοδα, που μας οδήγησαν οι οίκοι και οι δανειστές μας.
Η λαϊκή σοφία έβαζε ακόμα και το δανειστή μπροστά στις ευθύνες του, λέγοντας:  Δόσ’ ατόν δέκα παράδας ν’ αρχινά και ‘ς σα δέκα να μη στέκ’.  ( Δώσε τον δέκα παράδες για να ξεκινήσει και αυτός δεν θα σταματήσει στις δέκα, δηλαδή θα σου ζητήσει και άλλα. )
Την ίδια πολιτική εφάρμοσαν ΄΄οι σοφοί΄΄ της Ευρώπης στην ΄΄εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή΄΄ ( Ελλάδα).
Ο αμετροεπής δανεισμός της χώρας διέφθειρε  αρχές, θεσμούς και ανθρώπους, αφύπνισε τον ανατολίτικο ΄΄παγαποντισμό΄΄ του Έλληνα, που επαναπαύθηκε στη λογική:   ‘Σ σ’ εσέτερα ας τρώομε ,σ’ εμέτερα ας χορεύομε,( Σ’ εσάς να τρώμε και σ’ εμάς να χορεύουμε , δηλαδή να τρώμε στο σπίτι σας και να διασκεδάζουμε στο δικό μας ),μια ραγιάδικη αντίληψη, που συντήρησε μεν τη δικομματική εναλλαγή της εξουσίας για σαράντα χρόνια, αλλοίωσε όμως τις ιεραρχημένες δομές της κοινωνίας.
Η άγνοια, η περιφρόνηση της παραγωγικής  μνήμης και συμπεριφοράς ενός λαού, που έμαθε στους αιώνες, ότι, αν δεν στηρίζεσαι στις ίδιες  παραγωγικές σου δυνάμεις, δεν μπορείς να έχεις ανάπτυξη και προοπτική:   ‘Σ σα χέρια τ’ πη’ ‘κι κουβανεύκεται( στηρίζεται) ,χαϊρ καμίαν ‘κ’ ελέπ’.( Αυτός που δεν βασίζεται στα χέρια του , καμιά φορά δεν βλέπει προκοπή. )
Η μεγάλη παραχάραξη  παρατηρήθηκε στη διοικητική συγκρότηση του κράτους, που πρόσφατα καταγγέλθηκε από τον Ο.Ο.Σ.Α. ως το πιο αντιπαραγωγικό της Ευρώπης.
Και ενώ όλες οι ευρωπαϊκές χώρες  οργανώθηκαν στη λογική του παγκόσμιου ανταγωνισμού, εμείς παραμείναμε θλιβεροί παρατηρητές, όπως θα  έλεγε ένας απλός νοικοκύρης: Ούλ’ θερίζ’νε κι αλωνίζ’νε, κ’ εμείς κοίμες ‘ς σην ευώραν.( Όλοι θερίζουν και αλωνίζουμε και εμείς στη σκιά κοιμόμαστε. )
Χρειάστηκαν μόνο δύο εικοσιτετράωρα για να καταρρεύσει ένα κράτος, ένα σύστημα και μία οικονομία, που δομήθηκε ,υποτίθεται, από την καλύτερη δημοκρατία στην ιστορία του.
Άνθρωποι, που πίστεψαν και ανδρώθηκαν με τις αρχές του σοσιαλισμού, ένιωσαν ξαφνικά τις δαγκωματιές του Δ.Ν.Τ. και έτσι κατέρρευσαν μύθοι και στερεότυπα ,λογικές και αντιλήψεις δεκαετιών.

Με επίπλαστες διαφορές και αντιθέσεις το πολιτικό σύστημα  οδήγησε τη χώρα  πρώτιστα σε μια πολιτισμική και μορφωτική χρεοκοπία.

Παραδόσεις και έθιμα αιώνων πετάχτηκαν στον καιάδα της λήθης.

Το  υπερκράτος δημιούργησε τα νέα του φέουδα με κομματικούς στρατούς,  που προσέτρεξαν αρωγοί του, αφού εδώ ίσχυσε το  Άλλος δουλεύ’ ΄ς σον ήλον, κι άλλος τρώει ‘ς σην ευώραν . ( Άλλος δουλεύει κάτω από τον ήλιο και άλλος τρώει στη σκιά. )

Δεν αξιοποίησε  το ΄΄ λαϊκό λογισμικό ΄΄, ένα υπερόπλο του ελληνισμού, που επικράτησε στο χρόνο και στην ιστορία.

Δεν πρόταξε τις δημιουργικές του δυνάμεις, που είναι τα  συνεκτικά στοιχεία  μιας φιλικής παγκοσμιότητας  και όχι μιας ανταγωνιστικής παγκοσμιοποίησης.

Η παραγωγική μνήμη του ελληνισμού του Πόντου, που φέρνει τον άνθρωπο στο κέντρο της παραγωγής και όχι της κατανάλωσης,  μπορεί και σήμερα να απαντήσει στα αδιέξοδα της οικονομικής βαρβαρότητας, που επιβάλλουν οι ισχυροί στους αδύναμους.

Εμείς απλά τους επαναφέρουμε στην τάξη με τη σοφία του παππού μας, που πάντα μας έλεγε:Όταν πλουτίζετεν, μη χαίρουστουν ,κι όταν εφτωχίνετεν, μη κλαίτεν….΄΄ ( Όταν πλουτίζετε να μη χαίρεστε αλλά και όταν φτωχαίνετε να μην λυπάστε. )

 

Του Παναγιώτη Μωυσιάδη

 

Το βρήκαμε εδώ :

 

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Ατάκες δικηγόρων.


 
Ατάκες δικηγόρων.

 
 
 

Το βιβλίο...Disorder in the American Courts, περιλαμβάνει μερικές από τις πιο απίθανες ατάκες, που έχουν ειπωθεί στα δικαστήρια και έχουν καταγραφεί κατά λέξη από δικαστικούς ρεπόρτερ στην Αμερική, οι οποίοι μετά βίας παρέμεναν σοβαροί την ώρα που γίνονταν οι ερωταποκρίσεις....
ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ: Αυτή η μυασθένεια κ. μάρτυρα επηρεάζει τη μνήμη σας;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Ναι..
ΔΙΚ: Και με ποιους τρόπους σάς επηρεάζει τη μνήμη;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Ξεχνάω...
ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ: Ξεχνάτε; Μπορείτε να μας δώσετε ένα παράδειγμα για κάτι που έχετε ξεχάσει;


___________________________________
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Γιατρέ, αληθεύει ότι όταν ένας άνθρωπος πεθάνει στον ύπνο του, δεν το γνωρίζει ως το άλλο πρωί;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Τώρα στ' αλήθεια περάσατε τις εξετάσεις για άσκηση νομικού επαγγέλματος;
___________________________________
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Ο μικρότερος γιος, ο εικοσάχρονος, τι ηλικίας είναι;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Είναι 20, όσο 

περίπου και το IQ σας.
___________________________________
ΔΙΚ: Ήσουν παρών όταν πάρθηκε η φωτογραφία σου;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Τώρα με δουλεύετε;
___________________________________
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Και είχε τρία παιδιά, έτσι δεν είναι;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Ναι.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Πόσα ήταν αγόρια;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Κανένα.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Υπήρχε κανένα κορίτσι;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Κύριε Δικαστά, νομίζω χρειάζομαι άλλον δικηγόρο. Μπορώ να πάρω άλλον;
____________________________________
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Πώς τερματίστηκε ο πρώτος σας γάμος;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Λόγω θανάτου.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Και με τίνος τον θάνατο τερματίστηκε;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Για μαντέψτε;
_____________________________________
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Μπορείτε να περιγράψετε το άτομο;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Ήταν μεσαίου αναστήματος και είχε γένια.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ. Ήταν άντρας ή γυναίκα;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Αν δεν είχε έρθει κάποιο τσίρκο στην πόλη, μάλλον άντρας θα έλεγα...
_____________________________________
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Γιατρέ, πόσες από τις αυτοψίες σας τις έχετε διενεργήσει σε νεκρούς ανθρώπους;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ : Όλες. Οι ζωντανοί, ξέρετε, αντιστέκονται πάρα πολύ.
_____________________________________
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Θυμάστε την ώρα που εξετάσατε το σώμα;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Η αυτοψία άρχισε γύρω στις 8:30 π.μ.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Και ο κύριος Νέντον ήταν νεκρός εκείνη την ώρα;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Αν όχι, σίγουρα ήταν μέχρι να τελειώσω!
______________________________________
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Γιατρέ, πριν διενεργήσετε τη νεκροψία ελέγξατε αν υπήρχε σφυγμός;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Όχι.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Ελέγξατε την πίεση του αίματος;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: ‘Οχι.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Ελέγξατε την αναπνοή;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Όχι..
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Ώστε λοιπόν, είναι πιθανόν ο ασθενής να ήταν ζωντανός όταν αρχίσατε τη νεκροψία;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: ‘Οχι.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Πώς μπορείτε να είστε σίγουρος, γιατρέ;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Γιατί ο εγκέφαλός του βρισκόταν πάνω στο γραφείο μου σε μια γυάλα.
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ: Α, μάλιστα. Όμως θα μπορούσε ο ασθενής, παρ' όλα αυτά, να είναι ακόμη ζωντανός;
ΜΑΡΤΥΡΑΣ: Ναι, είναι πιθανόν! Θα μπορούσε να είναι ζωντανός και να ασκεί τη δικηγορία.

 

Το βρήκαμε εδώ :